Φωτογράφος (2001)

Εκφράζεται συχνά η άποψη ότι η φωτογραφία δεν έχει στη χώρα μας τη θέση που θα της άξιζε, με το επιχείρημα ότι δεν «πουλιέται» αρκετά, ή «πουλιέται» σε μη «ικανοποιητικές» τιμές.

Ασχολούμαι για περισσότερα από εικοσιπέντε χρόνια με τη φωτογραφία. Έχω συμβάλει στην κατανόηση και διάδοσή της, έχω διδάξει χιλιάδες μαθητές, έχω αγοράσει χιλιάδες βιβλία φωτογραφίας, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι δεν συνηθίζω να αγοράζω φωτογραφίες, κάτι άλλωστε που δεν φαίνεται να κάνουν και οι φωτογράφοι που τυχαίνει να γνωρίζω. Οι περισσότεροι μάλιστα θα παραδεχτούν, ότι αν διέθεταν ένα σημαντικό ποσόν θα προτιμούσαν να το χρησιμοποιήσουν για να συνεχίσουν να κάνουν φωτογραφία, για να ταξιδέψουν, για να αγοράσουν ή να εκδώσουν βιβλία και όχι για να αποκτήσουν φωτογραφίες άλλων. Αυτό δεν οφείλεται μόνον στις ολοκληρωτικά παράλογες τιμές που διεκδικεί η φωτογραφία, αλλά και στην άποψη (ευτυχώς αρκετά διαδεδομένη ακόμα) ότι η φωτογραφική εικόνα δεν αποτελεί αντικείμενο (όπως το ζωγραφικό έργο), αλλά «ίχνος» και μάλιστα αναπαραγόμενο εις το διηνεκές, με συνέπεια να αρκεί η απόλαυσή της και να μην χρειάζεται η κατοχή της.

Αυτή καθεαυτή η αγοραπωλησία μιας φωτογραφίας δεν συνιστά βέβαια ηθικό ή αισθητικό ολίσθημα. Για να αποδεχτούμε όμως ένα σύστημα πωλήσεων που να αρμόζει στη φύση τής φωτογραφίας, απαιτείται μια σειρά από παρατηρήσεις και διευκρινίσεις γύρω από το ζήτημα τής φωτογραφικής αγοράς. Αν θεωρήσουμε τη φωτογραφία ένα κομμάτι τού εικαστικού κόσμου, τότε η τύχη της θα ακολουθήσει αυτήν τής ζωγραφικής. Αυτόματη θα είναι και η προσπάθεια να μεταλλαχθεί το «ίχνος» σε εικαστικό αντικείμενο και μάλιστα μοναδικό. Έτσι θα οδηγηθούμε σε όλο και περισσότερες «παρεμβάσεις», σε όλο και συχνότερες αναβιώσεις παλαιών μεθόδων «χειρωνακτικής» εκτύπωσης, σε όλο και συχνότερη χρήση τής απατηλής (και μάλλον γελοίας) αρίθμησης δήθεν περιορισμένων αντιτύπων, σε όλο μεγαλύτερα μεγέθη, σε όλο και πιο απλοϊκή θεωρητική υποστήριξη και σε ό,τι άλλο σοφιστεί ο φωτογράφος με τις συμβουλές των εμπορικών εκπροσώπων του για να πλησιάσει την πολυπόθητη μοναδικότητα, αλλά και τη μορφή, τού εικαστικού έργου, με στόχο την κατάκτηση ενός περιορισμένου και συνήθως μη φωτογραφικού κοινού.

Η διόγκωση τής σημασίας των φωτογραφικών πωλήσεων ως κριτηρίου επιτυχίας έχει για παρελκόμενο αποτέλεσμα τη δημιουργία στον φωτογράφο, και ιδιαίτερα στον νέο φωτογράφο, τής εντύπωσης, ότι υπάρχει σαν καλλιτέχνης μόνο στο βαθμό που το κοινό τον αγοράζει. Κάτι που είναι ήδη δυσάρεστο για τον εικαστικό χώρο, αλλά και κάτι που η «φτωχή» και «εύκολη» φωτογραφία έπρεπε και μπορούσε να έχει αποφύγει. Με τον τρόπο αυτόν τίθεται σαν έμμεσος αλλά ισχυρός κριτής τής καλλιτεχνικής δουλειάς των φωτογράφων ένα κοινό μάλλον αριθμητικά περιορισμένο και κατά τεκμήριο (φωτογραφικά ή μερικές φορές και γενικά) απαίδευτο. Η σύγχυση των φωτογράφων (και, επαναλαμβάνω, ειδικά των νεότερων) γύρω από τις προτεραιότητες των στόχων που επιδιώκουν, καθιστά την επιρροή αυτή όλο και πιο αρνητική πάνω στην ποιότητα, στο ύφος και στο περιεχόμενο τής δουλειάς τους. Και είναι επίσης λογικό οι φωτογράφοι, στην προσπάθειά τους να πετύχουν τις περιπόθητες πωλήσεις, να κλίνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, προς τις προτιμήσεις και τις γνώσεις τού εν δυνάμει αγοραστικού κοινού, καθοδηγούμενοι έμμεσα ή άμεσα από μια αγορά που κυριαρχείται από επιχειρήματα και στόχους, που δεν θα έπρεπε να είναι πρωτεύοντες για έναν καλλιτέχνη.

Είναι σαφές επομένως ότι δεν θεωρώ πως οι πωλήσεις των φωτογραφιών (τουλάχιστον έτσι όπως γίνονται) είναι κριτήριο άνθησης ή ποιοτικής αναβάθμισης τής φωτογραφίας. Αν υπάρχει μια τέτοια ένδειξη, και νομίζω ότι υπάρχει, βρίσκεται στο γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν στη χώρα μας τους μεγάλους φωτογράφους τού παρελθόντος και όλο περισσότεροι μπορούν να τους εκτιμήσουν. Κάτι δηλαδή ανάλογο με τον κινηματογράφο, όπου ενθαρρυντική ένδειξη αποτελεί το γεγονός τής αθρόας προσέλευσης νέων στα αφιερώματα για τον Fellini ή τον Mizoguchi και όχι ο αριθμός των εισιτηρίων που κάνει το Matrix ή η προσέλευση των επισήμων στις προβολές ενός φεστιβάλ. Το ειδικευμένο και νοήμον καλλιτεχνικό κοινό δημιουργεί την ελπίδα για ανάλογη αναβάθμιση και τής καλλιτεχνικής παραγωγής. Οι αυξήσεις των πωλήσεων των φωτογραφικών λευκωμάτων θα ήταν μια πιο σίγουρη ένδειξη τής διάδοσης τής ποιοτικής φωτογραφίας, από τις ευκαιριακές ή έστω μεθοδικές «επενδύσεις» ολίγων συλλεκτών εικαστικών έργων. Και θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να πληροφορηθώ πόσα φωτογραφικά βιβλία διαθέτει η βιβλιοθήκη των επενδυτών που αγοράζουν ακριβές φωτογραφίες. Η γνώση και η αφοσίωση θα μας φέρουν την ποιότητα και όχι η προβολή και οι πωλήσεις.

Επειδή εν τούτοις τίποτα δεν μπορεί ούτε πρέπει να αποκλείσει και στη φωτογραφία τη δυνατότητα να πουλιέται, πρέπει να αναζητηθεί και σε αυτόν τον τομέα η ιδιαιτερότητά της. Θα ήταν καλύτερα επομένως, αντί να μιμείται συμπεριφορές αλλότριες, να εκμεταλλευτεί (και να μην αντιμάχεται) τα δικά της χαρακτηριστικά. Να στοχεύσει σε πολύ μεγαλύτερο κοινό αποφεύγοντας να μεταλλάσσεται σε πολύτιμο μεταπρατικό και χρηματιστηριακό αντικείμενο. Να κάνει δηλαδή ένα βήμα μπροστά από την πώληση των φωτογραφικών βιβλίων και πολλά βήματα πίσω από τον εγκλωβισμό της στον περιχαρακωμένο εικαστικό κόσμο. Να στηριχτεί στον συνδυασμό τής καλλιέργειας τού κοινού και των χαμηλότερων και πιο κοντά στη φύση της τιμών. Να διεκδικήσει το φυσικό της κοινό, αυτό που τη γνωρίζει και που αντιλαμβάνεται ότι η απόκτηση μιας φωτογραφίας δεν είναι μια επενδυτική συλλεκτική πράξη, αλλά μια πράξη απολύτως προσωπικής επιλογής και αγάπης. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει οι φωτογράφοι να επανεξετάσουν τις προτεραιότητές τους, τις συμμαχίες τους και την ταυτότητα τής φωτογραφίας.