Φωτογράφος 2001
Μου ζητήθηκε από το περιοδικό «Φωτογράφος», με την ευκαιρία τής επετείου των δέκα χρόνων κυκλοφορίας του, να καταγράψω τις σκέψεις μου σχετικά με την παρουσία τής καλλιτεχνικής φωτογραφίας στο γύρισμα τού αιώνα. Κατ'αρχάς, επειδή οτιδήποτε καταφέρνει να διαρκέσει στην Ελλάδα για ένα μεγάλο διάστημα δικαιούται να αξιώνει τον θαυμασμό μας, και ειδικά όταν έχει σχέση με τη φωτογραφία, επιθυμώ πριν από όλα να συγχαρώ τον «Φωτογράφο» για την αντοχή του και να τού ευχηθώ μακροημέρευση.
Σχετικά με την καλλιτεχνική φωτογραφική δημιουργία τα πράγματα ποτέ δεν ήταν καλύτερα. Είναι αλήθεια ότι ουδέποτε έγιναν τόσο πολλές ανοησίες όσο στα τελευταία είκοσι χρόνια. Αυτό όμως είναι φυσική συνέπεια τής μεγάλης άνθησης τού φωτογραφικού μέσου και τής «αναγνώρισής» του από τον εικαστικό κόσμο. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή η αναγνώριση τού ήταν αναγκαία ή τού έκανε καλό, πάντως όμως ήταν ένα στάδιο που ίσως έπρεπε έτσι κι αλλιώς να το αντιμετωπίσει. Άλλωστε, όπου υπάρχει πολύ μεγάλη παραγωγή, θα υπάρχει και πολύ μεγάλη ανοησία. Το γεγονός ότι τα πιο προφανή και αφελή προϊόντα είναι αυτά που προβάλλονται περισσότερο δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση, μια και έτσι συνήθως συμβαίνει με όλες τις τέχνες.
Είναι σημαντικό όμως ότι μετά τις εννοιακές και μεταμοντέρνες υπερβολές ο κόσμος συνειδητοποίησε πως δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια πρόκλησης και εντυπωσιασμού. Άρχισε έτσι να ξαναγεννιέται μια ανάγκη επιστροφής στη σημασία που έχει ο δημιουργός και η ιστορία τού μέσου, κάτι που είχε με επιμονή περιφρονηθεί κατά την προτελευταία δεκαετία τού αιώνα που πέρασε. Σοβαροί διευθυντές μουσείων και μερικοί γκαλερίστες ανακαλύπτουν πλέον την αξία τού Evans ή τού Atget, έστω καθυστερημένα.
Τα τελευταία χρόνια η φωτογραφία παρήγαγε και αποδέχτηκε όλων των λογιών τις καινοτομίες και τις καλλιτεχνικές διαστροφές. Τα όρια της διευρύνθηκαν σε σημείο βιασμού. Από τα αφηρημένα σε Cibachrome αποτυπώματα των γαστρικών υγρών τού σφαγμένου λαγού από τον Adam Fuss, μέχρι το fist fucking τού Andrès Serrano, από τις συχνά αφελείς ψηφιακές αναμίξεις ετερόκλητων στοιχείων τού Jeff Wall, μέχρι τα πτώματα στη φορμόλη τού Joel-Peter Witkin, η φωτογραφία απέδειξε ότι είναι για όλα ικανή, για το καλύτερο και το χειρότερο, ότι μπορεί να καταλάβει τις σελίδες των πιο μοδάτων περιοδικών τέχνης, ότι μπορεί να πουλήσει σε αστεία υψηλές τιμές, ότι μπορεί και αυτή να το «παίξει» όπως η μεγάλη ετεροθαλής αδελφή της, η ζωγραφική, πέφτοντας για μια ακόμη φορά στην παγίδα ενός νέο-πικτοριαλισμού. Εν τούτοις οι υπερβολές αυτές ήταν εν μέρει χρήσιμες, όπως κάθε παιδική ασθένεια, διότι πρώτον κάθε τέχνη για να ορίσει τον εκφραστικό της χώρο δικαιούται να καταφύγει και σε ακρότητες και δεύτερον διότι από τη στιγμή που όλα είναι δυνατά και αποδεκτά ο φωτογράφος οφείλει να θέσει τα δικά του όρια, και έτσι το έργο του γίνεται ακόμη πιο προσωπικό. Άλλωστε, τώρα που όλα έγιναν, τώρα που όλοι ησύχασαν, τώρα που η φωτογραφία έγινε αποδεκτή, είναι ώρα να κάνουμε και πάλι περισσότερη και καλύτερη φωτογραφία.
Με εντελώς σχηματική αυθαιρεσία μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι η φωτογραφία τα τελευταία είκοσι χρόνια χωρίστηκε σε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, στη φωτογραφία που απασχολεί τα μέσα επικοινωνίας (διαφημιστική και δημοσιογραφική), η οποία σπανίως πλέον διεκδικεί τίποτα περισσότερο από τις επαγγελματικές διακρίσεις, με εξαίρεση ελάχιστες ρεπορταζιακές περιπτώσεις, όπου η επαγγελματική προβολή προσπαθεί να καλυφθεί πίσω από συναισθηματικές υπογραμμίσεις σκηνών δυστυχίας φωτογραφημένων με φορμαλιστική εκζήτηση. Δεύτερον, στη φωτογραφία που απασχολεί τις προβεβλημένες εμπορικές γκαλερί, ορισμένα μουσεία, τους εικαστικούς τεχνοκρίτες και τα εξειδικευμένα καλλιτεχνικά περιοδικά. Αυτή η φωτογραφία μπορεί να είναι σαφώς εικαστική (εγκαταστάσεις κλπ), οπότε προσδίδεται έμφαση στην υλικότητα και στον τρόπο παρουσίασης τής εικόνας. Μπορεί να είναι εννοιακή ή μεταμοντέρνα, οπότε τα συνοδευτικά κείμενα και οι θεωρητικές τοποθετήσεις παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από το ίδιο το έργο που τα προκαλεί. Μπορεί τέλος να ερευνά τη λειτουργία και τον ρόλο τής φωτογραφικής εικόνας στην κοινωνία και στην τέχνη, οπότε μετατρέπεται σε εργαλείο μελέτης και παρατήρησης από καλλιτεχνικό έργο που ξεκίνησε να είναι. Τρίτη, τελευταία και μεγαλύτερη σε όγκο παραγωγής κατηγορία είναι εκείνη που θα χαρακτήριζα «οπτική ποιητική», η οποία έχει και τις μικρότερες πιθανότητες προβολής, αλλά τις μεγαλύτερες δυνατότητες να γεννήσει συγκίνηση. Η φωτογραφία αυτή επιχειρεί να μετατρέψει την επικοινωνιακή διάσταση τής φωτογραφικής εικόνας από απλή αποτύπωση πληροφορίας σε ποιητικό φωτογραφικό γεγονός.
Το ελπιδοφόρο στοιχείο είναι ότι η τελευταία αυτή κατηγορία, που συνδέεται και με τα μεγάλα ονόματα τού παρελθόντος, φαίνεται να κερδίζει έδαφος και να βρίσκει θέση ακόμα και στις επιλογές γκαλεριστών και θεωρητικών, οι οποίοι για χρόνια την περιφρονούσαν και την κατέτασσαν σε ένα νεφελώδη χώρο, που αποκαλούσαν «ιστορική φωτογραφία». Όλοι αυτοί που ουδέποτε κατάλαβαν πόσο σημαντικός είναι ο Kertész και πόσο βαθύς ο De Carava, ήρθε η ώρα να τους ανακαλύψουν και να αρχίσουν να αναζητούν τους διαδόχους τους. Και οι διάδοχοι αυτοί έχουν δώσει ήδη δείγματα (είτε πρόκειται για τον Craigie Horsfield είτε για τον Thomas Struth, είτε για πολλούς άλλους), αν και η κρούστα μιας ανώφελης εκζήτησης εξακολουθεί να πλανάται σαν αντίτιμο προβολής, στην οποία οι νέοι δημιουργοί δεν έχουν τη δύναμη ή τη γνώση να αντισταθούν.
Στον χώρο τής τέχνης δεν υπάρχουν επαναστάσεις, παρά μόνον κορυφώσεις που οφείλονται σε λίγες σπάνιες ιδιοφυίες. Όλα τα άλλα δεν είναι παρά κυκλικές κινήσεις. Έτσι και η λεγόμενη ψηφιακή επανάσταση δεν είναι παρά ένα ακόμα εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως όλα, για να γεννήσει έργο φλύαρο ή σοφό. Το μέλλον μπορεί να μας φέρει το δεύτερο, αν το μέσον το αγγίξει ένας ιδιοφυής δημιουργός Το πρώτο έτσι κι αλλιώς δεν μας εκπλήσσει ούτε μας απασχολεί.
Η μόνη ανησυχία μου που παραμένει και εντείνεται είναι πως όλοι οι περί τη φωτογραφία ασχολούμενοι, από τους θεωρητικούς μέχρι το κοινό, εξακολουθούν στη μεγάλη τους πλειοψηφία να πιστεύουν, ότι η φωτογραφία είναι κάτι απλό, ενστικτώδες ή έμφυτο που δεν χρειάζεται γνώση και παιδεία για να το προσεγγίσουμε. Φοβάμαι μήπως ο νέος αιώνας φέρει πολλούς καλούς φωτογράφους, τους οποίους πολύ λίγοι θα μπορούν να αναγνωρίσουν, βυθισμένοι καθώς είναι οι περισσότεροι στις αξίες και στην παιδεία που διαμορφώνουν η διαφήμιση, οι νόμοι τής διασκέδασης και το κυνήγι τού εντυπωσιασμού.