Φωτογράφος (2001)
Όσο ασχολείται κανείς με τη Φωτογραφία, τόσο διαπιστώνει ότι το μέσον αυτό είναι, ανάμεσα σε όλα τα άλλα μέσα καλλιτεχνικής έκφρασης, το πιο ασαφές και φευγαλέο. Το προφανές της τελικό προϊόν παραπλανά τον θεατή και καθιστά πιο σκοτεινή την εσωτερική της λειτουργία. Η έλλειψη μακράς παράδοσης ή η απουσία θρησκευτικού παρελθόντος μπορεί να αποτελεί μια εξήγηση αυτής τής ασάφειας, δεν είναι όμως ούτε η μόνη ούτε αρκετή. Άλλωστε ούτε ο κινηματογράφος έχει τέτοιες ρίζες, αλλά η αναμφισβήτητη συγγένειά του με το μυθιστόρημα και το θέατρο προσφέρει μια, αρχική έστω, πλατφόρμα προσέγγισης. Η συγγένεια τής Φωτογραφίας με την ποίηση (αφού τι καλύτερο μπορεί να πει κανείς για τη Φωτογραφία από το ότι είναι ένα είδος οπτικής ποίησης) δεν διευκολύνει την προσέγγιση, μια και η ποίηση συνιστά ένα σχεδόν εξίσου φευγαλέο και ασαφές μέσον έκφρασης.
Η ασάφεια αυτή ευνόησε την άνθηση ενός θεωρητικού λόγου, ο οποίος με εξίσου ασαφή τρόπο επιχειρεί την προσέγγιση και ανάλυση τού φωτογραφικού φαινομένου και γεγονότος. Είναι τόσες πολλές οι θεωρητικές αναλύσεις που έχει να επιδείξει η τέχνη τής Φωτογραφίας τα τελευταία τριάντα χρόνια, ώστε μάλλον υποσκελίζουν την αντίστοιχη θεωρητική δραστηριότητα τού κινηματογράφου, μιας τέχνης πολύ πιο διαδεδομένης και παραγωγικής. Η Φωτογραφία άλλωστε έγινε μόδα, έγινε τάση, και σαν τέτοια έχει ανάγκη από οπαδούς, αλλά, κυρίως, από καθοδηγητές. Στην επικράτηση μιας θρησκείας οι θεολόγοι προηγούνται των αγίων.
Το πρόβλημα είναι πως όταν βρίσκεται κανείς μέσα στη δίνη μιας μόδας δεν έχει την απαραίτητη απόσταση για να κρίνει. Στην περίπτωση αυτή η νηφάλια σκέψη πρέπει να οδηγεί στη μελέτη τού παρελθόντος, από το οποίο τουλάχιστον μας χωρίζουν τα χρόνια, που εξασφαλίζουν ενός είδους απόσταση. Μπορεί βέβαια η Φωτογραφία να μην έχει μεγάλο παρελθόν, αλλά κι αυτός ο ενάμισι αιώνας συνιστά ένα κάποιο παρελθόν. Πολλοί όμως αναλυτές προσποιούνται πως αυτό το παρελθόν δεν υπάρχει, ή πως δεν είναι παρά ένας προθάλαμος τής πραγματικής ιστορίας τής Φωτογραφίας, η οποία κατ’ αυτούς ξεκινάει μαζί με την καθιέρωσή της σαν μόδας και την ανακάλυψή της από τους ίδιους. Έτσι, αναγορεύουν την άγνοιά τους σε μέθοδο και άποψη. Δυστυχώς κάθε ασάφεια επιτρέπει παρόμοιες αυθαιρεσίες. Εν τούτοις η πηγή κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης είναι λογικό να βρίσκεται στην πρώτη της εμφάνιση. Ο ζωγράφος των προϊστορικών σπηλαίων ή ο πρωτοκυκλαδικός καλλιτέχνης πολλά μπορούν να μας πουν για τη ζωγραφική, όπως και η «Γέννηση ενός Έθνους» μας φέρνει για πρώτη φορά αντιμέτωπους με τη γλώσσα τού κινηματογράφου, η εξέλιξη τής οποίας είναι λιγότερο ριζοσπαστική από όσο ήταν και εξακολουθεί να είναι η ίδια η πρώτη της παρουσία.
Προτού, επομένως, οι διάφοροι τεχνοκρίτες, δημοσιογράφοι και θεωρητικοί ασχοληθούν με το ασαφές μέσον τής φωτογραφικής μεταμόρφωσης, δεν θα έβλαπτε μια προσεχτικότερη μελέτη ενός φωτογραφικού παρελθόντος συνήθως άγνωστου και περιφρονημένου. Έτσι τουλάχιστον η μόδα θα χρησίμευε σε κάτι, ώστε όταν παρέλθει προς όφελος ενός νέου μέσου, να έχει αφήσει πίσω της όχι μόνον ευκαιριακούς χειροκροτητές, αλλά και μερικούς πραγματικούς φίλους και γνώστες.
Το παράξενο όμως με τη Φωτογραφία είναι πως, ακόμα και μετά από μια τέτοια μελέτη, η ουσία της συνεχίζει να μας διαφεύγει. Όσα και αν ακούσει κανείς για τη Φωτογραφία, και όσο και αν κατανοήσει και αποδεχτεί όσα ακούσει, στο τέλος θα αδυνατεί και πάλι, όχι να «καταλάβει» τη Φωτογραφία (πράγμα αδύνατον και όχι αναγκαίο), αλλά να συλλάβει τη φύση τού μυστηρίου τής αισθητικής μεταμόρφωσης ενός γεγονότος σε «φωτογραφικό γεγονός». Σε κάθε άλλωστε τέχνη η πρόκληση έγκειται όχι στην ανώφελη ανίχνευση τού μυστηρίου της, αλλά στην κατανόηση τού τρόπου λειτουργίας του.
Η σύνδεση τής Φωτογραφίας με τη συλλογή και αποτύπωση πραγματικών πληροφοριών, καθώς και η μεγάλη της παρουσία στην καθημερινή μας ζωή, καθιστά την έννοια τής φωτογραφικής μεταμόρφωσης πιο σκοτεινή και παράλογη από τη μεταμόρφωση στον χώρο οποιασδήποτε άλλης τέχνης. Το καλό όμως με τη Φωτογραφία είναι πως ακριβώς η παρουσία της στην καθημερινή μας ζωή σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση στα εργαλεία της και στην τεχνική της, δίνει τη δυνατότητα σε εκείνον που επιχειρεί να την προσεγγίσει θεωρητικά, να περάσει πολύ εύκολα από τη θεωρία στην πράξη. Αν οι θεωρητικοί της, πέραν από την απαραίτητη μελέτη τού παρελθόντος της, δοκίμαζαν ταπεινά να φωτογραφίσουν ένα δέντρο, ένα πρόσωπο ή έναν δρόμο, θα μάθαιναν πολύ περισσότερα για τη Φωτογραφία, από όσα η μελέτη εκατό συγγραμμάτων μπορεί να τους αποκαλύψει. Ή, για την ακρίβεια, όλα όσα τα συγγράμματα αυτά θα τους μάθαιναν, θα έπαιρναν αυτομάτως τη σωστή τους θέση και διάσταση μέσα στη φύση τού μυστηριώδους και ασαφούς αυτού μέσου. Και βέβαια κανείς δεν ζητάει από τους θεωρητικούς να γίνουν φωτογράφοι, αλλά η παράξενη μαγεία τού σκοπεύτρου, η γοητεία και η αγωνία τής εξέτασης των αποτελεσμάτων και η σχεδόν σίγουρη αποτυχία τής τελικής μεταμόρφωσης θα τους δίδασκαν πολλά, αφενός για την ποιότητα των έργων που μελετούν και αφετέρου για την ίδια τη φύση τού μέσου.
Η Φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει μόνον μέσα από τη σχέση αφενός θεωρίας και πράξης και αφετέρου σκέψης και επιλογής. Ο φωτογράφος πρέπει να προσθέσει στη γοητεία τής φωτογραφικής πράξης τον απαραίτητο θεωρητικό προβληματισμό και στη χαώδη διαδικασία τής επιλογής την προαπαιτούμενη διεργασία τής σκέψης. Και ο θεωρητικός οφείλει να αντιτάξει στην προφυλαγμένη αυτάρκεια τής θεωρητικής κατασκευής τον προβληματισμό τής πρακτικής εφαρμογής. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει και οι δύο να ομολογήσουν ότι η Φωτογραφία τούς ξεφεύγει και πως τα ερωτηματικά είναι περισσότερα από τις βεβαιότητες. Και αυτό απαιτεί ειλικρινές ενδιαφέρον και αρκετή γνώση.