Φωτογράφος (2001)
Είναι αδύνατον να απαριθμηθούν και να αναλυθούν με ακρίβεια οι πολλοί και διάφοροι λόγοι που κάνουν μια φωτογραφία σημαντική και αξιόλογη, την ώρα που μία άλλη είναι απλώς μέτρια. Και ευτυχώς που τα πράγματα είναι έτσι, μια και αλλιώς δεν θα υπήρχε περιθώριο για την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα τού κάθε δημιουργού. Ακόμα και αν το μάτι ενός έμπειρου και ευαίσθητου θεατή αναγνωρίσει την αξία μιας φωτογραφίας, αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορεί να περιγράψει πλήρως τους λόγους που τον έκαναν να την αναγνωρίσει.
Ωστόσο, επειδή οι καλλιτεχνικές κρίσεις για τις φωτογραφίες έχουν συνήθως και αποδέκτες, είναι χρήσιμη η υποστήριξη των κρίσεων με επιχειρήματα. Για τον λόγο αυτόν ανιχνεύονται κοινές παράμετροι που παρουσιάζονται σε περισσότερες αξιόλογες φωτογραφίες, έτσι ώστε, ακόμα και αν δεν μπορούμε να αιτιολογήσουμε πλήρως τον θαυμασμό μας, να μπορέσουμε να τού προσφέρουμε ένα, έστω στοιχειώδες, θεωρητικό στήριγμα.
Τέτοια στηρίγματα αντλούνται συχνά από περιφερειακούς χώρους που δεν έχουν άμεση σχέση με την Τέχνη γενικά και με τη Φωτογραφία ειδικά, αλλά που προσφέρουν μια ευρύτερη δυνατότητα επιλογής λογικών επιχειρημάτων. Είναι όμως σπανιότερο, αλλά και πολύ πιο ενδιαφέρον, να αναζητά κανείς επιχειρήματα μέσα από τον ίδιο τον κόσμο τού έργου τέχνης, που είναι ο πάντοτε αφηρημένος κόσμος τής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τότε, οι παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα δεν κινδυνεύουν (τουλάχιστον όχι τόσο πολύ), να θεωρηθούν αυθεντικές ερμηνείες τού έργου ή να προσφέρουν την ψευδαίσθηση μιας πλήρους κατανόησης. Το έργο τέχνης πρέπει να το προσεγγίζουμε, αλλά και παράλληλα να τού επιτρέπουμε να διατηρεί τα μυστικά του.
Η κατ’ επανάληψη επικοινωνία με τις σπουδαίες φωτογραφίες και η απόλαυση που απορρέει από αυτές μάς οδηγούν σιγά-σιγά στην αναγνώριση ορισμένων κοινών χαρακτηριστικών τους, τα οποία, χωρίς να συνιστούν κανόνα συμπεριφοράς, βοηθούν να ανιχνεύσουμε ανάλογα στοιχεία σε επόμενες και άγνωστης αξίας φωτογραφίες. Άλλωστε, και τα κριτήριά μας διαμορφώνονται πάντοτε (και κυρίως) πάνω στη σύγκριση με ένα καλλιτεχνικό παρελθόν. Ο θαυμασμός μας απέναντι σε ένα έργο τέχνης συνίσταται στην αυτόματη και ταχύτατη αναφορά μας στα έργα που αποτελούν αυτό που ο André Malraux ονόμαζε «Φανταστικό Μουσείο» ή, πιο ελεύθερα, «Μουσείο τής Φαντασίας μας». Η σύγκριση με όσα έργα τέχνης περιλαμβάνονται σε αυτό το προσωπικό μας μουσείο, έργα που έχουν εξασφαλίσει την εκτίμησή μας και έχουν προκαλέσει τον θαυμασμό μας, είναι αυτή που θα προσδώσει στο υπό κρίσιν έργο τα προσωπικά μας εύσημα. Δεν είναι επομένως παράλογο να προσπαθούμε να εντοπίσουμε, πάντοτε βέβαια με τον κίνδυνο μιας αυθαιρεσίας και μιας υπερβολής, μερικά κοινά χαρακτηριστικά.
Ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που εγγυώνται τον δυναμισμό μιας φωτογραφίας είναι ένας «διάλογος» που περικλείεται σε αυτήν. Και είναι γεγονός, αν και στις μέρες μας τείνει να ξεχαστεί, πως ό,τι συνιστά την καλλιτεχνική πρόταση, τον δυναμισμό της, την πρωτοτυπία της και την έντασή της πρέπει να περικλείεται στο ίδιο το έργο τέχνης. Πεδίο μάχης για τον καλλιτέχνη είναι αυτό τούτο το έργο. Αλλιώς (και αυτό το αλλιώς χαρακτηρίζει πολλές καλλιτεχνικές μόδες των ημερών μας) θα έχουμε να κάνουμε με ένα φαγητό τού οποίου η πρωτοτυπία και η ποιότητα αντλείται από τη γαρνιτούρα ή τον τρόπο σερβιρίσματος και όχι από την ίδια τη γεύση του.
Πριν από όλα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα πως ό,τι περιλαμβάνεται μέσα σε μια φωτογραφία είναι στον ίδιο βαθμό σημαντικό. Και το τελικό αποτέλεσμα (για να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό με το φαγητό) πρέπει να έχει συνοχή στη γεύση, χωρίς να ισοπεδώνει τα υλικά. Μια φωτογραφία, δηλαδή, αποτελεί μια ενιαία συνολική πρόταση, που αποτελείται από επί μέρους ίσης δυναμικότητας στοιχεία. Αν επομένως υπάρχει ένα κυρίαρχο στοιχείο, το οποίο με κάποιο τρόπο τείνει να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον τού θεατή, γεννιέται ο κίνδυνος όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να υποβιβαστούν στο ρόλο τής διακόσμησης. Και αυτό συνήθως συμβαίνει στις μονοσήμαντες φωτογραφίες που απευθύνονται με εμπορικές φιλοδοξίες σε ένα ευρύ κοινό. Σε μια φωτογραφία όμως που διεκδικεί τον χαρακτήρα τού καλλιτεχνικού έργου τελικός σκοπός είναι η (αφηρημένη και συνολική) συγκίνηση. Η συγκίνηση αυτή σε τελευταία ανάλυση είναι μια ένταση που περικλείεται στη φωτογραφία, και που γεννιέται από την ταυτόχρονη παρουσία αντίρροπων ή παράλληλων δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές βρίσκονται σε έναν απροσδιόριστο αλλά φανερό «διάλογο» μεταξύ τους. Αν δεν ανιχνευτούν τέτοιες δυνάμεις, η φωτογραφία διαβάζεται σε μια και μόνη διάσταση και με μεγάλη ταχύτητα και ευκολία. Αν αντιθέτως λειτουργούν οι δυνάμεις και αρχίσει ο «διάλογος», τότε η φωτογραφία αποκτάει ρυθμό και ένταση, και η ανάγνωσή της διατηρεί το μυστήριο, τις πολλές διαστάσεις και την απόλαυσή σε βάθος χρόνου και ποιότητας.
Για τον «διάλογο» αυτόν απαιτούνται δύο τουλάχιστον στοιχεία, αν και συχνά συναντάμε περισσότερα. Η πληθώρα στοιχείων δεν σημαίνει αναγκαστικά πιο ενδιαφέρουσα φωτογραφία, αφού μπορεί να προκληθεί σύγχυση και να προκύψει η τόσο δυσάρεστη αισθητική φλυαρία. Τα περισσότερα στοιχεία, τότε, θα πρέπει να παρουσιάζονται ενοποιημένα σε μικρότερες ενότητες, ώστε ο «διάλογος» να είναι σαφής και δυναμικός και να μην υπερβαίνει τις δυνατότητες τού περιορισμένου χώρου και χρόνου μιας φωτογραφικής ανάγνωσης. Τέτοια στοιχεία μπορεί να έχουνε σχέση με τα εικονιζόμενα θέματα, με τον βαθμό κίνησης των θεμάτων ή με το ποσοστό τού βάθους πεδίου, με τη σκιά και το φως, με τους όγκους, με τις γραμμές τής σύνθεσης, με τη θέση που καταλαμβάνουν μέσα στο κάδρο, ή με οτιδήποτε άλλο περικλείεται μέσα σε μια εικόνα. Εκείνο όμως που τους δίνει την ιδιαίτερη σημασία, η οποία με τη σειρά της γεννάει το «φωτογραφικό γεγονός» και αξιοποιεί τη φωτογραφία, είναι η σχέση μεταξύ τους. Δηλαδή ο «διάλογος». Και τελικά, η ποιότητα τού «διαλόγου» είναι ευθέως ανάλογη τής ποιότητας τής φωτογραφίας.