fbpx

Ζωγραφική και Φωτογραφία - Μια αμήχανη σχέση

*Άρθρο στο αφιέρωμα του περιοδικού 
με το εν λόγω θέμα – Φεβρουάριος 2019

Τα ερωτήματα γύρω από τη σχέση ζωγραφικής και φωτογραφίας ξεκίνησαν ήδη από τη γέννηση της δεύτερης και με αυξομειώσεις εντάσεων συνεχίζουν μέχρι σήμερα. Επειδή, λίγο ή πολύ, έχουν διατυπωθεί όλες οι απόψεις και οι θεωρίες, θα επιχειρήσω μια επιγραμματική παράθεση επιχειρημάτων και παρατηρήσεων, ώστε ο αναγνώστης να παρακολουθήσει πιο εύκολα τα άρθρα που ακολουθούν και να διαμορφώσει, αν όχι μια δική του οριστική άποψη, τουλάχιστον μια αντίληψη του προβλήματος. Εκ προοιμίου πάντως τοποθετούμαι λέγοντας ότι για μένα δεν υπάρχει πρόβλημα και ενδεχομένως ούτε ουσιαστικό ερώτημα. Αλλά οι σκέψεις και οι προβληματισμοί μόνο όφελος μπορεί να φέρουν.


  • Οι τέχνες έχουν, όλες ανεξαιρέτως, εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ τους. Άλλωστε, η αφετηρία και ο στόχος της ενασχόλησης με αυτές παραμένει ο ίδιος, τουλάχιστον για κάθε ένα καλλιτέχνη, άσχετα από το μέσο που χρησιμοποιεί. 

  • Η σημασία της τέχνης -για μένα προσωπικά- έχει σχέση με την απόλαυση και τη βαθιά ανακούφιση που προκύπτει όταν η πραγματικότητα, μέσω της παρέμβασης του δημιουργού, μετατρέπεται σε «πνευματικό αντίστοιχο» (κατά τη διατύπωση του Marcel Proust).  

  • Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται (και σπανίως επιτυγχάνεται) αυτή η μεταμόρφωση στηρίζεται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά παραγωγής και λειτουργίας κάθε καλλιτεχνικού μέσου, τα οποία συνιστούν εν τέλει και τη διαμόρφωση της γλώσσας του. Κατά συνέπεια απαιτείται η κατανόηση αυτής της γλώσσας, όχι μόνον από τον δημιουργό (πράγμα προφανώς αυτονόητο) αλλά και από τον καλλιεργημένο αποδέκτη.

  • Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον, ακόμα και αν είχε νόημα η σύγκριση των τεχνών μεταξύ τους (κάτι για το οποίο εξακολουθώ να αμφιβάλλω), θα ήταν σχετικά πιο ενδιαφέρον να εντοπίσει κανείς τις διαφορές και όχι τόσο τις προφανείς συγγένειες. Διότι η επισήμανση των διαφορών, εκτός από την εξοικείωση με τη γλώσσα, οδηγεί και στην αξιοποίηση της ιδιαίτερου χαρακτήρα κάθε τέχνης και του ειδικού ρόλου που μπορεί αυτή να παίξει μέσα στην ιστορία της τέχνης και του πνεύματος.

  • Η σύγκριση -για να μην πω η αντιπαράθεση- ζωγραφικής και φωτογραφίας ξεκίνησε και διατηρήθηκε για λόγους απλοϊκούς και συμπλεγματικούς. Αρχικά οι ζωγράφοι είδαν να χάνουν την πελατεία τους δεδομένου ότι οι εύποροι ευγενείς και μεγαλοαστοί προτίμησαν την ευκολία, την αληθοφάνεια και το χαμηλό κόστος της φωτογραφίας για τα πορτραίτα τους. 

  • Παράλληλα οι ζωγράφοι -και μεγάλο μέρος της κοινωνίας- περιφρόνησαν τη φωτογραφία ως μηχανιστικό μέσον το οποίο δεν απαιτεί χρόνια άσκησης και εύρος τεχνικών δεξιοτήτων. Η θέση του φωτογράφου στην κοινωνική κλίμακα βρισκόταν για πάρα πολλά χρόνια αρκετά χαμηλότερα από εκείνη του ζωγράφου και ο φωτογράφος βίωνε τον ρόλο ενός καλλιτέχνη-παρία.

  • Η φωτογραφία ήταν το πρώτο καλλιτεχνικό είδος που δεν γεννήθηκε μέσα από τη θρησκεία αλλά μέσα από την επιστήμη. Με τα χρόνια βέβαια έγινε αντιληπτό ότι κάθε είδος τέχνης φέρει, κουβαλάει, όλους τους αιώνες του πνεύματος που προηγήθηκαν, από τα προϊστορικά σπήλαια μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά το μακρύ και ιερό παρελθόν της ζωγραφικής παράδοσης λειτούργησε αρνητικά για τη θέση της νεόφερτης και τεχνοκρατικής φωτογραφίας στην κοινωνία. 

  • Οι μόνοι δύο πιθανοί λόγοι που οδήγησαν στη σύγκριση και ενδεχομένως στον ανταγωνισμό ζωγραφικής-φωτογραφίας είναι η αναπαράσταση της πραγματικότητας και η έκθεση παραλληλόγραμμων έργων σε τοίχους. Αλλά και μόνο η διατύπωση αυτών των λόγων πείθει για το άσκοπο της αντιπαράθεσης και της σύγκρισης. Γι’ αυτό είναι πιο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε τώρα με τις διαφορές.

  • Σχετικά με την αναπαράσταση: Η πραγματικότητα είναι πάντα η αφετηρία κάθε τέχνης. Η μεταμόρφωση όμως αυτής της πραγματικότητας και η ακόμα δυσκολότερη υπέρβαση της είναι για όλες τις τέχνες το ζητούμενο. Μόνον όμως στη φωτογραφία η πραγματικότητα, αυτό δηλαδή που προσλαμβάνουμε από τον υλικό κόσμο μέσω των αισθήσεων, είναι και η πρώτη ύλη και όχι απλώς η αφετηρία της φωτογραφικής δημιουργίας. Αυτή η απλή διαπίστωση συνιστά την πρόκληση που συνοδεύει τη φωτογραφία και υπογραμμίζει την ιδιαιτερότητά της στον κόσμο των τεχνών. Η υπέρβαση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της αναγνώρισης και της αποδοχής της πραγματικότητας που απεικονίζεται. Το εγχείρημα επομένως ξεκινάει ευκολότερο και καταλήγει δυσκολότερο. Το κόκκινο στη ζωγραφική είναι χρώμα. Στη φωτογραφία είναι αίμα. Και δεν μπορεί ποτέ να είναι πράσινο, όχι διότι κάποιος το απαγορεύει, αλλά διότι έτσι ο φωτογράφος απεμπολεί το βασικό του όπλο απέναντι σε όλες τις άλλες τέχνες.

  • Σχετικά με την έκθεση: Η φωτογραφία εκτίθεται κρεμασμένη σε τοίχους επειδή κάτι τέτοιο είναι βολικό και οικονομικά προσιτό. Στην πραγματικότητα ο φυσικός τρόπος διάδοσης και επικοινωνίας γι’ αυτήν είναι περισσότερο η εκτύπωση και η δημοσίευση. Αλλά και η επίμονη επί ώρα ενατένισή της (κατά μίμηση της ζωγραφικής) μας απομακρύνει από αυτήν αντί να μας προσεγγίζει και αποδυναμώνει την οπτική εντύπωση. Μια φωτογραφία στηρίζεται στην οπτική έκπληξη της σύνθεσής της. Η αποδόμηση της έκπληξης αποβαίνει σε βάρος της. Αντίθετα, οι καλές φωτογραφίες κερδίζουν όταν η έκπληξη ανανεώνεται με νέες ενατενίσεις και τότε οι φωτογραφίες γίνονται κάθε φορά πιο ελκυστικές, πιο μυστηριώδεις ή και πιο αποκαλυπτικές.

  • Μπορεί, επίσης, ο χρόνος να αφορά όλες τις τέχνες, αφού ο χρόνος συνδέεται με τον θάνατο, αλλά για τη φωτογραφία είναι δομικό στοιχείο της ταυτότητάς της. Επομένως, η ενατένιση της φωτογραφίας ολόκληρης, σε ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού, χωρίς τεμαχισμό, αντιστοιχεί  στην ουσία της φωτογραφικής αποτύπωσης. Το ταξίδι, αντίθετα, μέσα σε έναν πίνακα, ο τεμαχισμός του κάδρου του και του χρόνου ενατένισης, όχι απλώς επιτρέπονται αλλά συχνά βοηθούν. 

  • Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί μία θεμελιώδης διαφορά: Ο ζωγραφικός πίνακας έχει υλικότητα ενώ η φωτογραφία όχι. Το να της προσθέσουμε αρίθμηση (όπως πονηρά έχει επικρατήσει) έχει σχέση με την αναπαραγωγή της και όχι με την υλικότητά της. Μια φωτογραφία δεν είναι παρά ένα ίχνος. Μια φωτογραφία μάλιστα μπορεί να μεγεθυνθεί μέχρι του σημείου που να εξαφανιστεί ακόμα και αυτό το ίχνος μέσα από τους τεράστιους κόκκους ή τα θολά pixels. Η φωτογραφία είναι πάντα μια  λανθάνουσα εικόνα που κρύβεται σε ένα ανεμφάνιστο αρνητικό, σε ένα άυλο ψηφιακό αρχείο και φυλάσσεται σε ένα σύννεφο ή προβάλλεται σε μια οθόνη. Ο ζωγραφικός πίνακας περικλείει τον χρόνο στο ίδιο το έργο, ως αντικείμενο. Η φωτογραφία στο άυλο ίχνος, ως περιεχόμενο.

  • Τα παραπάνω μας βάζουν στη σκέψη ότι αν έπρεπε πάση θυσία να βρεθούν συγγένειες θα ήταν πιο αποτελεσματικό να τις αναζητήσουμε προς την πλευρά της ποίησης. Η φωτογραφία είναι ένα είδος οπτικής ποίησης. Όπου τα εικονιζόμενα, αν και αναγνωρίσιμα, δεν ήταν ούτε θα είναι ποτέ αυτά που φαίνονται έστω και αν αναγνωρίζονται. Ακριβώς σαν τη χρήση των λέξεων στην ποίηση. Τις καταλαβαίνουμε, αλλά έξω από τον στίχο λειτουργούν αλλιώς. Και όπως δεν υπάρχει λόγος να ατενίζει κανείς επί ώρα μια φωτογραφία, άλλο τόσο δεν χρειάζεται να στηλώνει το βλέμμα σε έναν στίχο. Αλλά ενδείκνυται και για τη φωτογραφία και για τους στίχους να ξανασυναντιέσαι μαζί τους και πάλι και πάλι. Και, τέλος, ούτε η ποίηση απαιτεί ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες αλλά εύρος καλλιέργειας, όπως και η φωτογραφία. Και μάλιστα αυτές οι δύο τη χρειάζονται περισσότερο από τις άλλες τέχνες, ακριβώς για να αντισταθμίσουν την τεχνική τους «ευκολία».

  • Αποφεύγω επομένως να κατατάσσω τη φωτογραφία στον εικαστικό χώρο. Και μόνο κατ’ οικονομία θα την αποκαλέσω «εικόνα». Η λέξη φωτογραφία είναι πολύ πιο ακριβής. Αλλά και αν έπρεπε με το ζόρι να βρω μια συγγενή στις εικαστικές τέχνες, θα έκλινα προς τη γλυπτική. Ο τρόπος της γλυπτικής μεταμόρφωσης και η παρουσία του χρόνου σε αυτήν κινούνται, περισσότερο από τη ζωγραφική, στα όρια της φωτογραφίας.

  • Αξίζει νομίζω να παραθέσω μερικές σκόρπιες σκέψεις που συμπληρώνουν (ερωτηματικά) τους παραπάνω προβληματισμούς. 

  • Υπάρχουν καλοί ζωγράφοι που έκαναν φωτογραφία. Και φωτογράφοι που έκαναν ζωγραφική. Κανένας τους όμως δεν έδωσε σημαντικά έργα με την «βοηθητική» τέχνη. Αλλά και κανένας δεν τις ανακάτεψε. Όσοι ζωγράφοι ασχολήθηκαν λίγο και με τη φωτογραφία (Rauschenberg, Wols), το έκαναν με τους δικούς της όρους και ουδέποτε τη θεώρησαν μέρος της εικαστικής τους παραγωγής. Εάν χρησιμοποιούσαν φωτογραφίες στους πίνακες τους (Raushenberg, Κεσανλής), τις ενσωμάτωναν σε αυτούς σαν να ήταν ένα από τα πολλά υλικά που χρησιμοποιούσαν. Οσάκις  μεταμόρφωναν φωτογραφίες σε εικαστικά έργα (Richter, Ψυχοπαίδης) απέδιδαν αναμφισβήτητα εικαστικό έργο, το οποίο δεν μπορούσε να κριθεί με φωτογραφικούς όρους. Όσοι εμπνεύστηκαν πίνακες από φωτογραφίες (Francis Bacon) το έκαναν σαν προπαρασκευαστικές πράξεις και το επικαλέστηκαν μόνον ως μέθοδο εργασίας. Και όσοι αντέγραψαν πιστά φωτογραφίες με ζωγραφικές μεθόδους (φωτογραφικός ρεαλισμός) μάλλον το έκαναν ως αντίδραση στην αφαιρετική τάση που προηγήθηκε, χωρίς να προσφέρουν εντέλει κάτι δημιουργικό είτε στη φωτογραφία είτε στη ζωγραφική. 

  • Δεν είναι λίγοι βέβαια και οι φωτογράφοι που ασχολήθηκαν με τη ζωγραφική (Cartier-Bresson, Lartigue), αλλά όχι μόνον δεν διακρίθηκαν στο εικαστικό πεδίο, αλλά και δεν ισχυρίστηκαν ότι οι δύο χωριστές ενασχολήσεις τους ταυτίζονταν. Και το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τους ποιητές που ζωγράφισαν (Ελύτης), ή που φωτογράφισαν (Σεφέρης, Εμπειρίκος). Εντέλει, είναι φανερό ότι η κάθε τέχνη έχει τη δική της γλώσσα και η κάθε γλώσσα τη δική της πειθαρχία.

  • Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια ο εναγκαλισμός της φωτογραφίας από την εικαστική αγορά τέχνης δελέασε πολύ τους φωτογράφους. Η (μάλλον) πρόσκαιρη και (πιθανόν) πλασματική έκρηξη των τιμών στα έργα τέχνης τούς έστρεψε προς αυτή την κατεύθυνση. Σε αυτό βοήθησε και η επικράτηση -γενικώς στην τέχνη- της λογικής της διαφήμισης (με την ευρύτερη βεβαίως έννοια), σύμφωνα με την οποία το μήνυμα και το κοινωνικό σχόλιο υπερβαίνουν και δικαιώνουν την εικόνα, ενώ παράλληλα η ξέφρενη ευρηματικότητα εξασφαλίζει την προβολή της. Στον τομέα αυτό η φωτογραφία είναι αλήθεια πως μπορεί εύκολα να διακριθεί, αφού αποτελεί το ιδανικό εργαλείο για χειραγώγηση, προπαγάνδα ή και απλή διάδοση. Αλλά σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι φανερό ότι αυτός δεν είναι -τουλάχιστον για μένα- ο πνευματικός ρόλος της καλής φωτογραφίας αλλά και της τέχνης γενικότερα.

  • Θα ήθελα να κλείσω την έκθεση των σκέψεων μου, που συνιστούν απλώς μια εισαγωγή στο συγκεκριμένο θέμα, με την αναφορά δύο πραγματικών περιστατικών, ενός πολύ παλιού και ενός πολύ πρόσφατου, που προκαλούν σκέψεις και γόνιμους προβληματισμούς γύρω από τον χρόνο, την αναπαράσταση και τη λειτουργία της τέχνης. Περί τα μέσα του 16ου αιώνα, ο Κάρολος των Αψβούργων, γνωστός ως Charles Quint (Κάρολος ο Πέμπτος, ή Κάρολος Κουίντος) κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ως κοινός κληρονόμος πολλών δυναστειών. Στο τέλος της ζωής του και μετά τον θάνατο της γυναίκας του παραιτήθηκε από όλα τα αξιώματα και αποτραβήχτηκε σε ένα μοναστήρι της Ισπανίας. Από όλα τα πορτραίτα της αγαπημένης του συζύγου πήρε μαζί του για να τη θυμάται ένα που είχε ζωγραφίσει ο Τισιανός ο οποίος δεν είχε συναντήσει ποτέ τη βασίλισσα. Το περιστατικό το αναφέρει ο André Malraux. Το πιο πρόσφατο, πάλι, περιστατικό  αφορά ένα γεγονός του οποίου ήμουν μάρτυς κατά τα εγκαίνια μιας φωτογραφικής έκθεσης στην Αθήνα. Ένας πεντάχρονος θεατής συνοδευόμενος από τη μητέρα του στάθηκε μπροστά σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε μια αγιογραφία του Χριστού σε εκκλησία. Ο μικρός σηκώθηκε στις μύτες να ασπασθεί τη φωτογραφία με τον Ιησού. Η μητέρα έντρομη τον απέτρεψε. Ο μικρός απόρησε και η μητέρα αμήχανη σιώπησε.


Πλάτων Ριβέλλης