fbpx

Γευματίζοντας με Τα Νέα - Συνέντευξη του Πλάτωνα Ριβέλλη στην Πέπη Ραγκούση

Τα Νέα – Φύλλο 29ης Φεβρουαρίου 2020

Συναντηθήκαμε στη Σύρο την οποία έχει επιλέξει εδώ και είκοσι χρόνια ως μόνιμο τόπο διαμονής. Η αφορμή θα μπορούσε να είναι το καινούργιο του βιβλίο («Νέος Μονόλογος για τη Φωτογραφία και την Τέχνη») αλλά, στην περίπτωση του Πλάτωνα Ριβέλλη, η «είδηση» είναι συνήθως ο ίδιος. Απόλυτα συνδεδεμένος με τη φωτογραφία στην Ελλάδα – ως φωτογράφος αλλά και ως δάσκαλος της Τέχνης του - στα 74 χρόνια του, έχει αύρα 35αρη. Που αποτυπώνεται ακόμη και στην κίνηση του. Αλλά και μια αίσθηση αισιοδοξίας που ο συνομιλητής του την εισπράττει από τα πρώτα κιόλας λεπτά.

«Η αισιοδοξία είναι στάση ζωής. Όταν χάσεις την αισιοδοξία σου, χάνεις την χαρά σου. Κι αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί». Συνήθως, τέτοιες στάσεις ζωής καλλιεργούνται από τους γονείς. Η αναφορά στους δικούς του γίνεται αφορμή να αρχίσει να μου μιλά για τη συναρπαστική περιπέτεια της ζωής του. Της, ουσιαστικά, κοσμοπολίτικης ζωής ενός εγγενώς μποέμ ανθρώπου. «Οι γονείς μου δεν ήταν διάσημοι, επιστήμονες ή καλλιτέχνες. Ήταν απλώς πολύ καλοί ως γονείς. Από παιδί είχα την τύχη ό,τι κάνω να τούς φαίνεται υπέροχο, να τους δίνει χαρά. Οχι επειδή έκανα σπουδαία πράγματα αλλά επειδή ήταν ενθαρρυντικοί». Αυτό δεν τού καλλιέργησε εγωκεντρισμό; «Προφανώς. Ίσως γι’ αυτό δεν έκανα δικά μου παιδιά». Μού λέει ακόμη πώς ο,τι πήρε από την οικογένειά του, το πήρε με ώσμωση. «Δεν μου είπε ποτέ κανείς «πάρε να διαβάσεις αυτό». Αλλά μέσα στο σπίτι υπήρχαν τα βιβλία, υπήρχε το πιάνο, υπήρχε η μουσική».
Αφού παραγγείλουμε – αγνοώντας τους σύγχρονους διατροφικούς κανόνες που απαγορεύουν τα τηγανιτά – μού περιγράφει τους γονείς του. Η μητέρα του κλασική μαμά και νοικοκυρά και ο πατέρας του έμπορος αυτοκινήτων. «Ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος αλλά δεν είχε καταλάβει ότι από το εμπόριο πρέπει να βγάλεις λεφτά». Μιλάει αποστασιοποιημένα για την οικονομική καταστροφή της οικογένειας και τους κλητήρες που άδειασαν το σπίτι τους όταν ο ίδιος ήταν 15 ετών. «Δεν είναι κάτι που θυμάμαι τραυματικά. Αυτό που με είχε ενοχλήσει περισσότερο τότε ήταν ότι, ξαφνικά, χάθηκε η μουσική από το σπίτι αφού πήραν το πιάνο και την τεράστια συλλογή δίσκων του πατέρα μου».
Όταν τέλειωσε το σχολείο, πήγε στη Νομική. «Χωρίς να το θέλω. Αλλά εκείνη την εποχή, το 1963, όταν τέλειωνες το Λύκειο ή στο Πολυτεχνείο θα πήγαινες ή στο πανεπιστήμιο. Βαριόμουν θανάσιμα αλλά η Νομική, αν δεν είσαι βλάκας, βγαίνει εύκολα». Η αποφοίτησή του, το 1967, συνέπεσε με τη χούντα. Δεν συμμετείχε στην πολιτικοποίηση της εποχής κυρίως διότι δεν προερχόταν από πολιτικοποιημένη οικογένεια. Ωστόσο, όταν οι περισσότεροι φίλοι του, αρκετοί από τους οποίους είχαν αντιδικτατορική δράση, έφυγαν για το Παρίσι, τους ακολούθησε. Γράφτηκε στο μεταπτυχιακό Πολιτικών Επιστημών της Σορβόννης θεωρώντας ότι θα τον ενδιαφέρει. Γρήγορα κατάλαβε ότι δεν τον ενδιέφερε και επέστρεψε στην Ελλάδα. «Ξεκίνησα να κάνω τον δικηγόρο. Και ήμουν καλός στα 13, περίπου, χρόνια που άσκησα τη δικηγορία. Οι πελάτες μου με εμπιστεύονταν, έβγαζα χρήματα, τα ξόδευα σαν τρελός, έκανα ταξίδια, αγόραζα ακριβά στερεοφωνικά αλλά δεν ήμουν χαρούμενος. Και είχα μάθει να θέλω να είμαι χαρούμενος». Να πάλι η αναζήτηση της χαράς, καύσιμη ύλη ζωής νομίζω για τον Πλάτωνα Ριβέλλη.

Με τον ιδιαίτερο τρόπο που έχει να ανοίγει «πλαϊνές πόρτες» σε μια συζήτηση, μού επισημαίνει πώς τον διαμόρφωσε το ότι είναι καθολικός. «Το να ανήκεις στο 5% ενός πληθυσμού που καθορίζεται από την Ορθοδοξία θα μπορούσε, θεωρητικά, να είναι πρόβλημα. Εμένα όμως αυτή η μη απόλυτη ένταξη μου στο ελληνικό περιβάλλον μού έκανε καλό. Με βοήθησε, για παράδειγμα, να έχω το θάρρος της γνώμης μου, να μην κρύβομαι». Μου μιλάει για τη σχέση του με τη θρησκεία χωρίς καν να του δώσω τη δημοσιογραφική πάσα. «Σαφώς δεν είμαι θρησκόληπτος αλλά δεν είμαι αρνητικός. Διαφωνώ, για παράδειγμα, με φίλους που μεγαλώνουν τα παιδιά τους σαν να μην υπάρχει θρησκεία διότι η θρησκεία είναι ένας πολύ ωραίος τρόπος να φέρεις τα παιδιά σε επαφή με το μυστήριο. Από την άλλη, επειδή έχω και αυτή τη μανία με το σινεμά, άνθρωποι που έλεγαν ότι δεν πίστευαν, έκαναν τις πιο θρησκευτικές ταινίες. Ο Παζολίνι και ο Ροσελίνι έχουν πει περισσότερα απ’ όλους τους παπάδες. Δεν ξέρω πόσο πράγματι πιστεύω, αλλά με ενδιαφέρει πολύ η θρησκεία, με ενδιαφέρει πολύ ο Χριστός ως προσωπικότητα. Αν δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει θρησκεία, δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει τελετή. Και αν δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει τελετή, δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει Τέχνη. Φτάνει να σκεφτείς ότι, αν ανατρέξεις στις απαρχές της Τέχνης, θα βρεις κάτι «τρελούς» που έφτιαχναν ναούς ή τοτέμ».
Ακόμη όμως και σε αυτήν την περί θρησκείας κουβέντα επανέρχεται, με αφορμή μια αναφορά του στον πάπα Φραγκίσκο, το θέμα της χαράς. «Αυτός ο πολύ ωραίος τύπος, λέει ότι αν σας συναντήσει στον δρόμο η θλίψη να της πείτε «Λυπάμαι αλλά έχω κάνει ισόβια συμφωνία με τη χαρά». Δεν του αρέσει να βλέπει πένθιμους Χριστιανούς». Ωστόσο, υπάρχει η αίσθηση ότι η θλίψη είναι μία υποφώσκουσα συνθήκη της Τέχνης. Διαφωνεί έντονα όταν του το λέω. «Η θλίψη μπορεί να είναι ένα είδος αφετηρίας συναισθήματος. Αλλά δεν υπάρχει έργο Τέχνης το οποίο να μην είναι πανηγυρικής χαράς. Όταν ο Ταρκόσφσκι έκανε το «Στάλκερ» ένας δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει «Μα δεν είναι μια απελπισμένη ταινία;». Και του είχε απαντήσει πως, αν συμβαίνει αυτό, πρόκειται για μια αποτυχημένη ταινία. Να σου το πω πιο χοντροκομμένα. Αν η ψυχή σου είναι μαύρη, κατάμαυρη, ναι μεν δεν αυτοκτονείς, αλλά περιμένεις το τέλος σου. Αν όλα σου πάνε τέλεια είσαι μια χαρά. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν έχεις λόγο να κάνεις Τέχνη. Τέχνη κάνεις όταν λες «Χάλια είμαι όμως...». Αυτό το «όμως» είναι η εκκίνηση. Δανείζομαι τα λόγια του Προυστ που λέει «Υπάρχει η θλίψη και η χαρά. Στο ενδιάμεσο δημιουργούμε». Ο καλλιτέχνης φτάνει στον πάτο όχι όταν κάνει κακή Τέχνη αλλά όταν δεν έχει ανάγκη να κάνει Τέχνη».
Έχουμε αφήσει όμως στη μέση την αφήγηση μίας πορείας ζωής. Μοιραίο να συμβεί αυτό με τον χειμαρρώδη λόγο του Πλάτωνα Ριβέλλη που στριφογυρίζει, λοξοδρομεί, κάποιες φορές απλώνεται αλλά πάντα επιστρέφει για να ματίσει, όπως λέμε οι νησιώτες, το νήμα της συζήτησης. Γυρίζουμε λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η δυσφορία που τού προκαλούσε το επάγγελμα του δικηγόρου είχε γίνει πλέον πολύ έντονη. «Μια χαρά έκανα τη δουλειά μου, κέρδιζα δίκες αλλά δεν με ενδιέφερε. Πώς να σου το πω; Βαριόμουν να διαβάσω τις αποφάσεις». Έτσι άνοιξε τον Φωτοχώρο, ένα κατάστημα με φωτογραφικά είδη στην οδό Τσακάλωφ, στο Κολωνάκι, αν και η φωτογραφία ήταν ακόμη τότε ένα πρόσφατο χόμπι του. Ο Φωτοχώρος έγινε γρήγορα μόδα και σημείο αναφοράς, έκανε μεγάλο τζίρο αλλά δεν πήγαινε καλά οικονομικά. Το εμπορικό «ταλέντο» του πατέρα του ήταν, φαίνεται, κληρονομικό. Πήγαιναν όμως πολύ καλά τα μαθήματα φωτογραφίας που, από τυχαία συγκυρία, άρχισε να κάνει. Ήταν η εποχή που, ως λαός, ζούσαμε την αισθητική μας αναμόρφωση και η καλλιτεχνική διάσταση της φωτογραφίας γινόταν ένα είδος ποπ κουλτούρας και άνοιγε νέες επαγγελματικές προοπτικές. Στα χρόνια του μεγάλου μπουμ των περιοδικών και των μέσων επικοινωνίας στην Ελλάδα, ο Πλάτωνας Ριβέλλης είχε ένα εξαιρετικά ευπώλητο προφίλ. «Ο δικηγόρος που έγινε φωτογράφος». Γίνεται ένα είδος αλτέρνατιβ σταρ, δίνει συνεντεύξεις, στα μαθήματά του, τον περίφημο Φωτογραφικό Κύκλο, οι θέσεις είναι υπερπλήρεις, δέχεται επαγγελματικές προτάσεις με πολύ υψηλές αμοιβές, διδάσκει στο Πάντειο και στο Κολλέγιο Αθηνών, γράφει βιβλία, οργανώνει τα πρότυπα τμήματα φωτογραφίας της Λαϊκής Επιμόρφωσης.

Παρά την επιτυχία του όμως, άρχισε να αισθάνεται ότι ασφυκτιά μέσα σε αυτήν την επαγγελματική συνθήκη. «Συνειδητοποίησα ότι τα μαθήματα θα είχαν νόημα μόνο αν έρχονταν οι μαθητές να βρουν εμένα όχι όταν πήγαινα εγώ να βρω τους μαθητές». Παρατάει τα υπόλοιπα και διευρύνει τον Φωτογραφικό Κύκλο με τα περίφημα σεμινάρια στην Πάρο τα οποία - «Όταν η Πάρος άρχισε να χαλάει» - μεταφέρονται στη Σύρο όπου και αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα. «Δεν μου αρέσει πολύ το αγροτικό στοιχείο. Στη Σύρο μπορώ να κάνω τη βόλτα μου στην πόλη, να πίνω τον εσπρέσο μου, να αγοράζω την εφημερίδα μου - είμαι φανατικός αυτής της καθημερινής συνήθειας. Δύο ήταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις τη ζωής μου. Να εγκαταλείψω τη δικηγορία και να εγκαταλείψω την Αθήνα. Για καμία από τις δύο δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή. Παρόλο που οι Αρχές εδώ δεν έχουν καταλάβει ότι αν αυτό που κάνω εγώ το έκαναν και άλλοι, η Σύρος θα είχε κίνηση όλον τον χρόνο. Μόνο τους χειμώνες, έχω κάνει πάνω από 140 σεμινάρια».
Μιλάμε για φωτογραφία. Τι να πρωτορωτήσεις και τι να πρωτοαπαντήσει. Ισχύει ότι ένα κλικ ισούται με χίλιες λέξεις; «Στους μαθητές μου λέω ότι, αν θέλουν να βρουν την αλήθεια, αυτό πρέπει να το αντιστρέψουν. Με πόσες φωτογραφίες μπορείς να «πεις» τις λέξεις «φόβος», «πόνος», «αγάπη»; Οι σοβαρές λέξεις δεν λέγονται με φωτογραφίες». Μου επισημαίνει τη μεγάλη δύναμη της αναμνηστικής φωτογραφίας, το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη του είδους και αυτό που τον γοητεύει περισσότερο. «Είναι ένας τρόπος να κουβαλάς τον εαυτό σου μέσα από αναμνήσεις που δεν είναι αυτές καθαυτές αλλά η εικόνα τους. «Αφού έτσι τα θυμάμαι, έτσι έγιναν» απαντούσε ο Φελίνι στη μάνα του όταν τού έλεγε ότι τα γεγονότα στο Ρίμινι δεν έγιναν έτσι όπως τα περιέγραφε».
Αναφερόμαστε σε εμβληματικές φωτογραφίες, η πιο πρόσφατη της σωρού του μικρού Αϊλάν: «Αν αυτή η φωτογραφία βοήθησε, πολιτικά ή οικονομικά, το θέμα των προσφύγων, μια χαρά πέτυχε τον σκοπό της. Πέραν τούτου δεν υπάρχει κάτι να πούμε. Αν εσύ κλαις με μια φωτογραφία του πεθαμένου πατέρα σου, δεν ρωτάς κανέναν Ριβέλλη αν είναι καλή ή κακή». Μου λέει και για τη φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα από τον Ισπανικό Εμφύλιο με τον αγωνιστή τη στιγμή που τον κτυπά η σφαίρα. «Αν σου πω ότι είναι ένας ηθοποιός του Χόλιγουντ, θα σου τη χαλάσω. Αυτό όμως δεν σε νοιάζει αν είναι μια καλή φωτογραφία. Δεν σε ενδιαφέρει το γεγονός».

Τι έχει να πει για το ότι, στην εποχή μας, λόγω των κινητών, έχουμε γίνει όλοι «φωτογράφοι»; «Είναι μια ευκολία και δεν μπορώ να είμαι αντίθετος σε μια ευκολία. Το θέμα είναι αν αυτός που σηκώνει το κινητό και φωτογραφίζει ξέρει, εκείνη τη στιγμή, γιατί το κάνει. Διότι αν το κάνει συνέχεια και χωρίς λόγο, κάτι δεν πάει καλά. Θα την πάθει σαν τον αριθμομνήμονα Φούνες στο διήγημα του Μπόρχες που έβαζε αριθμούς στα πάντα και στο τέλος τρελάθηκε. ...Υπάρχει αδιάφορη φωτογραφία του 1920; Οχι. Ξέρεις γιατί; Διότι και αυτός που πόζαρε και αυτός που φωτογράφιζε είχαν συνείδηση ότι κάνουν κάτι σοβαρό. Οταν ο μπαμπάς πήγαινε με την οικογένεια στο φωτογραφείο ήταν τελετή. Οταν το 1950 ο θείος Πελοπίδας που ήταν χομπίστας φωτογράφος έπαιρνε την Κυριακή τα ανίψια του για να τα φωτογραφίσει, το έκανε με μεράκι».
Προς στο τέλος της κουβέντας μας αναφέρεται στην Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (που όπως μού λέει είχε καταφέρει να έχει μια προσωπική συνάντηση μαζί της). «Είχε πει ότι πρωταρχική σημασία για τον καλλιτέχνη έχει η προσοχή. Όχι η σκέψη, διότι η σκέψη είναι άποψη. Όπως το έλεγε ο σπουδαίος φωτογράφος Γουίνογκραντ. «Οταν φωτογραφίζω βλέπω ζωή. Όταν γυρίζω στο σπίτι μου, βλέπω φωτογραφίες». Του Γουίνογκραντ είναι εξάλλου και κάτι που μου επισήμανε ο Πλάτων Ριβέλλης κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης. «Η φωτογραφία είναι ένα παιδί που κρατά ένα καπέλο πάνω από το κεφάλι του και κανείς ποτέ δεν θα μάθει αν το βγάζει ή αν το βάζει».