fbpx

Αξιοκρατία ή διαφάνεια

29-8-94

Είναι πολλές οι πικρίες που συνοδεύουν τη ζωή μας και ίσως μία από τις χειρότερες είναι αυτή που οφείλεται στην αμφιβολία για τα όριά μας. Για τον λόγο αυτό, η υποβολή του εαυτού μας ή του έργου μας στην κρίση κάποιου τρίτου παίρνει διαστάσεις ψυχικής επιβίωσης. Η λέξη «αξιοκρατία» στάθηκε συχνά πολύτιμη ασπίδα, άλλοθι και ελπίδα. Φαίνεται όμως πως όλοι έχουμε σιωπηλά συμφωνήσει να τη διαγράψουμε ως αόριστη και ανεφάρμοστη, και μάλιστα κάτω από την επιρροή ισχυρών επιχειρημάτων.

Οι παλιές αξίες ξεθώριασαν, οι νέες διαμορφώνονται. Άρα δεν έχουμε καμία να εφαρμόσουμε. Είναι καλό άραγε το εφήμερο ή το διαρκές; Αυτό που απευθύνεται σε πολλούς ή σε λίγους; Το εντυπωσιακό ή το διακριτικό; Το επιφανειακό ή το βαθύ; Το υπερβολικό ή το λιτό; Το εθνικό ή το διεθνές; Αυτό που φωνάζει ή αυτό που σιωπά; Κάποτε οι απαντήσεις θα ήταν σίγουρες. Σήμερα είναι αβέβαιες. Η πολυμορφία της κοινωνίας επιτρέπει αντίστοιχη πολυμορφία αξιών. Γι αυτό άλλωστε και ο εκάστοτε κριτής δεν μπορεί να εφαρμόσει παρά τη δική του περί αξιών άποψη. Ας το δεχτούμε ως αναπόφευκτο, προσθέτοντας πως ούτε η γνώμη μιας επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί ότι προσφέρει αντικειμενικότητα και κύρος. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο του χώρου της δημοκρατικής συμπεριφοράς ή της αριθμητικής στατιστικής αλλά πολύ περισσότερο της ηθικής.

Αν, όμως, η αξιοκρατία έπαψε να στέκεται εμπόδιο στις προσωπικές αυθαιρεσίες, μήπως θα’ άπρεπε κάτι άλλο να παραμείνει; Κάτι εφαρμόσιμο και πλήρως ορισμένο; Μήπως η διαφάνεια μπορεί να μετριάσει τη γεύση της πικρίας, και ο σεβασμός των τύπων να παρηγορεί για την περιφρόνηση τής ουσίας; Αν όλοι αενάως κρινόμενοι από έναν ισχυρότερό μας γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον η διαφάνεια των διαδικασιών εξασφαλίζει την παρουσία μας και κάνει γνωστή την πρότασή μας, τότε ευκολότερα θα δεχόμασταν τον οστρακισμό μας, που θα οφειλόταν στην υποκειμενική κάποιου εκτίμηση. Την καλή ή κακή προαίρεση τής οποίας δεν μπορούμε εξ αντικειμένου να κρίνουμε.

Οι εκπρόσωποι όμως κάθε εξουσίας, στριμωγμένοι από το φάντασμα μιας άγνωστής τους αξιοκρατίας και παρασυρμένοι από προσωπικές επιθυμίες που δεν τολμούν να ομολογήσουν, προτιμούν να καλύπτουν την κρίση τους κάτω από κρυφές διαδικασίες και μηχανευμένους τύπους αποδίδοντας σε αυτούς εκείνο που θα’πρεπε να διατρανώσουν ως δική τους γνώμη. Και έτσι μοιράζονται οι επιδοτήσεις, προσφέρονται οι χορηγίες, απονέμονται οι τίτλοι και διατίθενται οι θέσεις, ενώ στους εξουσιαζόμενους απομένουν τα υπόγεια όπλα που ταιριάζουν στην αδιαφάνεια των τύπων. Τα γεύματα και τα δείπνα, τα ανταλλάγματα και οι υποσχέσεις, οι κολακείες και οι γνωριμίες, το παρασκήνιο.

Αν όμως κάποτε ένας δημόσιος λειτουργός, ένας αξιωματούχος, ένας μαικήνας, ένας σύμβουλος, επιμείνει στο σεβασμό της διαφάνειας και παραδεχτεί πως επιλέγει με τα υποκειμενικά κριτήρια, τότε θα ξέρω ότι μπορεί να χάσαμε την αξιοκρατία, αλλά κερδίσαμε την εντιμότητα και το θάρρος.