fbpx

Κίνητρα και παγίδες στον δρόμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας (1997)

Η Τέχνη και τα όρια

Όποτε αποφασίζουμε να αναλύσουμε ένα ερώτημα που έχει σχέση με την τέχνη, είναι φυσικό να προσκρούουμε πάνω στο αφηρημένο της περιεχόμενο και στα ασαφή της όρια. Στοιχεία όμως που ταυτοχρόνως θεωρούμε αναγκαία για τον προσδιορισμό των εργαλείων και των κριτηρίων, με τα οποία θα προσεγγίσουμε κάθε φορά το περί τέχνης ερώτημα. Δεν βλάπτει επομένως, με όλη την επιφύλαξη που επιβάλλεται όταν αυθαιρέτως ορίζουμε τα αόριστα, να επιχειρήσουμε μια χαρτογράφηση της καλλιτεχνικής περιοχής που μας απασχολεί.

Η τέχνη μπορεί να θεωρηθεί, αν έτσι συμφωνήσουμε, ότι καλύπτει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, που εκτελείται με επιμέλεια και ενδεχομένως με πάθος, και έχει για στόχο ένα ποιοτικό και καλαίσθητο αποτέλεσμα, απευθυνόμενο στον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων για τέρψη και ικανοποίησή τους.

Μια τέτοια προσέγγιση έχει το πλεονέκτημα να απλοποιεί τις διακρίσεις, μέχρι του σημείου της (σχεδόν) εξαφάνισής τους, και να διευκολύνει την κοινή αποδοχή στο επίπεδο της ανθρώπινης επικοινωνίας, μια και καλύπτει τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου θα προσφερόταν για την εφαρμογή εύληπτων και συγκεκριμένων κριτηρίων, ως προς τις προθέσεις και τα αποτελέσματα κάθε ποιοτικής πράξεως, θα αδυνατούσε όμως να καλύψει ειδικότερα εκείνη τη στενώς εννοουμένη καλλιτεχνική περιοχή, που υπάρχει μόνον επειδή η πνευματική προσωπικότητα ενός δημιουργού συνδέεται και συνδυάζεται με τα ίχνη της παρουσίας του στον κόσμο, και που είναι τόσο πιο αναγκαία, όσο μας φαίνεται πιο ανεξήγητη.

Μπορούμε γι’ αυτό, χάριν μιας πιο αποτελεσματικής ανάλυσης, να δεχτούμε ως (ασαφή και ελαστικά) όρια της τέχνης, αυτά που περικλείουν μια περιοχή, όπου η ανθρώπινη δημιουργία, χωρίς κυρίαρχο αλλά μόνον παρεμπίπτοντα χρηστικό και υλικό στόχο, επιχειρεί να αποδώσει μέσω των αισθήσεων την πνευματική εικόνα, που ο καλλιτέχνης-δημιουργός έχει για τον κόσμο και ταυτόχρονα μια εικόνα που ο ίδιος έχει για το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό μέσο που χρησιμοποιεί. Διαπιστώνεται δηλαδή η συνειδητή συνεργασία των αισθήσεων, των συναισθημάτων και των εννοιών με τον σύνθετο στόχο να αποδοθεί η πνευματικότητα του κόσμου μέσα από την υλικότητα του συγκεκριμένου έργου και το φίλτρο της παρουσίας του καλλιτέχνη.

Αυτή η σύνθετη ιδιότητα του καλλιτεχνικού δημιουργήματος, που ξεφεύγει από όσα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ως προέλευση, κατεύθυνση και αντιμετώπιση των πράξεων μας, γεννάει απορίες, συγκρούσεις και παρερμηνείες. Τοσούτω μάλλον που η τέχνη παρουσιάζει την πρόσθετη ιδιομορφία να αφορά μια αφηρημένη έννοια, που εκφράζεται όμως μέσω της συγκεκριμένης παρουσίας του έργου τέχνης.

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ο καλλιτέχνης μπορεί να περιοριστεί στο χειρωνακτικό έργο της παραγωγής του καλλιτεχνήματός του και να αποφύγει κάθε περαιτέρω ενασχόληση με τους λόγους που το προκάλεσαν ή με αυτούς που εκ των υστέρων το δικαιώνουν. Μια τέτοια αθώα, και συνάμα σοφή, αντιμετώπιση θα τον έσωζε από αμφιβολίες και λοξοδρομήσεις, ενώ η εστίαση της προσοχής του στην υλικότητα της τέχνης του θα τον προφύλασσε από επικίνδυνες περιπλανήσεις έξω από αυτήν. Άλλωστε, ένας τόσο αθώος και σοφός δημιουργός δεν θα μπορούσε παρά να μας δώσει ανεπηρέαστος την δική του άποψη για τον κόσμο και την τέχνη. Κατά τον ίδιο τρόπο άλλωστε έλυναν τα καλλιτεχνικά προβλήματά τους όσοι δημιουργοί παλαιότερα δημιουργούσαν προς μεγίστην του Θεού δόξαν. Το μόνο που απέμενε σ’ αυτούς ήταν η λύση συγκεκριμένων προβλημάτων που αφορούσαν την τεχνική και έτσι κατακτούσαν την πνευματικότητα μέσω της ύλης.

Στις μέρες μας όμως ο ρόλος της τέχνης είναι ανοικτός σε κάθε ερμηνεία ή αμφισβήτηση, και η τοποθέτηση των καλλιτεχνών ή του κοινού απέναντί της μπορεί να δώσει διαφορετικές απαντήσεις στις ίδιες απορίες. Ένας δημιουργός βρίσκεται επομένως θέλοντας και μη αντιμέτωπος με την ανάγκη μιας προσωπικής τοποθέτησής του μπροστά στα κεφαλαιώδη για την τέχνη ερωτήματα. Πρέπει δηλαδή να καταλάβει προς ποίου την δόξαν σήμερα δημιουργεί. Η τοποθέτηση αυτή θα τον βοηθήσει να βρει τις καλλιτεχνικές του κατευθύνσεις, να φανταστεί το κοινό με το οποίο αναπτύσσει την κρυφή του συνομιλία και να απαλλάξει τη δημιουργία του από περιττά άγχη, εκτός βέβαια από αυτά που η αναζήτησή της πρέπει να προκαλεί.

Η φωτογραφία παρουσιάζει πάντοτε μεγαλύτερα προβλήματα από άλλες τέχνες. Προβλήματα που οφείλονται στην σύντομη ιστορία της, στην ανύπαρκτη ή όψιμη αποδοχή της, στην σχεδόν εξ αρχής ένταξή της στον κόσμο των εμπορικών εφαρμογών και φυσικά στην ταχύτητα και ευκολία παραγωγής της.

Ο καλλιτέχνης που εκφράζεται μέσω της φωτογραφίας ελπίζει στα ίδια δώρα με οποιονδήποτε άλλον δημιουργό και απειλείται από τις ίδιες κατάρες. Εντούτοις, οι απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα μπορεί να είναι ανάλογες, αλλά όχι πάντα ταυτόσημες.

Ο φωτογράφος (όπως και κάθε καλλιτέχνης) δεν είναι υποχρεωμένος εκ προοιμίου να αποφασίζει για την τοποθέτησή του απέναντι στην τέχνη, ούτε κάτι τέτοιο αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη της δημιουργικής διαδικασίας. Κατά την διάρκεια όμως της καλλιτεχνικής παραγωγής θα αναγκαστεί να εφεύρει μεθόδους εργασίας και να σοφιστεί κίνητρα, που θα τον ωθήσουν στη φωτογράφηση, και τα οποία θα τον φέρουν αντιμέτωπο με διλήμματα και διφορούμενες διεξόδους.

Κατά περίεργο, αν και γοητευτικό, τρόπο τα εφευρήματα αυτά, που αποτελούν ταυτοχρόνως μέρος των αρετών ενός φωτογράφου, είναι ακριβώς αυτά που κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απειλές και παγίδες. Έτσι, κάθε απόπειρα του φωτογράφου-δημιουργού να κατακτήσει κάτι, πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη προσοχή, για να αποφύγει τις παγίδες, που αυτή η κατάκτησή θα του έχει στήσει. Και στη διαδικασία αυτής της εγρήγορσης η γενικότερη καλλιτεχνική τοποθέτηση μπορεί σημαντικά να βοηθήσει, διότι παγίδες βέβαια υπήρχαν σε κάθε εποχή, μόνο που σήμερα είναι πιο απειλητικές, αφού τα όρια και οι αξίες κάθε έργου και συμπεριφοράς δεν διακρίνονται με σαφήνεια. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να εντοπίσουμε μερικά από τα συνηθέστερα δημιουργικά κίνητρα ή εφευρήματα των φωτογράφων, που εύκολα μπορεί να μετατραπούν σε παγίδες.

ΧΡΟΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Ο καλλιτέχνης συνδιαλέγεται με τον χρόνο. Αυτόν αντιμετωπίζει, αυτόν αξιοποιεί, αυτόν αποφεύγει. Η αίσθηση της χρονικής ροής και απειλής είναι σημαντικό κίνητρο δημιουργίας.

Η παγίδα όμως που απειλεί κάθε δημιουργό είναι να παρασυρθεί από την κοινωνικά εδραιωμένη αντίληψη για την αξία του χρόνου, αξία που κρίνεται με σαφώς ποσοτικές και οικονομικές διαστάσεις, και που ως εκ τούτου δεν μπορεί να αφορά, και πολύ λιγότερο να ωφελεί, το καλλιτεχνικό έργο. Η υιοθέτηση αυτής της αξίας οδηγεί σε δύο παρακλάδια της. Πρώτον, πως ό,τι μπορεί να γίνει με λιγότερο χρόνο (άρα και κόπο) πρέπει να προτιμηθεί, ή, αλλιώς, ότι η σχέση χρόνου και κόπου πρέπει να συνεκτιμηθεί με την απόδοση του αποτελέσματος. Πρόκειται δηλαδή για συνδυασμό της αρχής «τής ήσσονος προσπαθείας», με την αρχή για την αντιστοιχία χρήματος και προστιθέμενης αξίας («value for money»). Και δεύτερον, ότι με την ίδια δαπάνη χρόνου, κόπου και ενέργειας πρέπει να επιτευχθούν περισσότερα του ενός επιθυμητά αποτελέσματα. Δηλαδή: «Με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια».

Αν όμως ο χρόνος αντιμετωπισθεί ως αξία της τέχνης και όχι ως ποσοτικό μέτρο, τότε λειτουργεί με τον ακόλουθο διττό, και, φαινομενικά μόνον, αντιφατικό, τρόπο. Είναι εχθρός, αφού ο καλλιτέχνης θέλει να προλάβει να ενσαρκώσει τα οράματά του. Και είναι σύμμαχος, αφού ο καλλιτέχνης έχει λόγο να δημιουργήσει μόνον επειδή υπάρχει η απειλή του χρόνου. Αρκεί επομένως να αντιληφθεί ότι το έργο του θα ωφεληθεί, αν πλέει μαζί (και όχι αντίθετά) με τον χρόνο, και ότι κατά συνέπεια ο χρόνος που απαιτείται για την πραγματοποίηση ενός απειροελάχιστου τμήματος του έργου, αν είναι χρόνος οργανικά απαραίτητος, μπορεί να δικαιώσει όλο το έργο και όλη τη ζωή.

Η δεύτερη ωφελιμιστική τοποθέτηση περί της οικονομίας των «σμπάρων» προσκρούει στην γενικότερη αρχή ότι, όταν οποιαδήποτε ανθρώπινη ενέργεια διασπάται, κατακερματίζεται και η δύναμη του αποτελέσματος. Και τούτο επιδεινώνεται, όταν οι στόχοι είναι (όπως συνήθως συμβαίνει) διαφορετικοί, και συχνά αντιφατικοί, μεταξύ τους. Οπόταν στοχεύονται πλέον όχι μόνον «τρυγόνια», αλλά και άλλα πουλιά.

Αν επομένως ο φωτογράφος, στην προσπάθειά του να οικοδομήσει μια προσωπική καλλιτεχνική γλώσσα και να εκφράσει μέσω αυτής τις δικές του εμμονές, ελπίζει, με το έργο που δημιουργεί, να επιτύχει και κάτι περισσότερο από αυτό, τίποτα μεμπτό δεν υπάρχει και όλοι θα του ευχόντουσαν ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία. Αν όμως το ρήμα «ελπίζει» αντικατασταθεί με το «επιδιώκει», τότε είναι μάλλον σίγουρο ότι η πολυσχιδής και ασαφής επιδίωξη θα φέρει εξίσου ασαφή, άρα ωχρά, αποτελέσματα.

ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ

Είναι αμφίβολο, αν υπάρχει πιο επικίνδυνα ακαθόριστος, ή προκλητικά διφορούμενος, όρος από τη φιλοδοξία. Και τούτο, γιατί η φιλοδοξία αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την παραγωγή έργου με αξία και διάρκεια, αλλά παράλληλα είναι από μόνη της ικανή να καταστρέψει την γνησιότητα και την τιμιότητα, που επίσης συμβαδίζουν με κάθε μεγάλη δημιουργία.

Η φιλοδοξία αλλάζει τρόπο λειτουργίας αν ωθεί ή αν έλκει τον καλλιτέχνη. Στην πρώτη περίπτωση συνιστά κινητήρια δύναμη, στη δεύτερη ο καλλιτέχνης μετατρέπεται σε υπηρέτη της. Γιατί η δόξα, την οποία ζηλώνει ο δημιουργός, του επιβάλλει τους δικούς της νόμους.

Η φιλοδοξία στην εποχή μας μπορεί να επηρεαστεί καθοριστικά και από άλλες δύο, κυρίαρχες στη σημερινή κοινωνική πρακτική, παραμέτρους. Τον ανταγωνισμό και τη δημοσιότητα. Είναι επόμενο ότι ένας άνθρωπος ευάλωτος και ευαίσθητος, όπως ο καλλιτέχνης, εύκολα θα υποκύψει στις δύο αυτές σειρήνες, και τότε δεν θα βρίσκεται σε έναν γόνιμο ανταγωνισμό με τον εαυτό του και τα πρότυπά του, αλλά με άλλους, που δίνουν τον δικό τους ο καθένας αγώνα με διαφορετικούς πιθανόν στόχους. Κι αυτό θα το κάνει μόνο και μόνο για να πετύχει την μέγιστη κοινή αποδοχή.

Ο ανταγωνισμός όμως είναι γόνιμος, αν υπηρετεί τους δημιουργικούς στόχους του καλλιτέχνη και όχι την κοινωνική του αναρρίχηση. Και η δημοσιότητα είναι χρήσιμη, αν υποστηρίζει την παραγωγή έργου και όχι την προβολή του καλλιτέχνη σαν τελικό στόχο. Η δημοσιότητα μάλιστα πρέπει να συμβάλλει στην προσέλκυση του κοινού προς τον καλλιτέχνη και όχι στην έλξη αυτού προς το κοινό. Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση η ανάγκη τού καλλιτέχνη για επικοινωνία, δευτερεύων αλλά σημαντικός στόχος της δημιουργίας, μετατρέπεται σε μάχη προσηλυτισμού και κυνήγι γοητείας, όπου πλέον ο δημιουργός θα αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει τα πιο αποτελεσματικά για τον σκοπό αυτόν όπλα και όχι αυτά που βοηθούν τη δημιουργία του.

Η πίεση που ασκείται πάνω σε έναν νέο δημιουργό είναι πράγματι δυσβάσταχτη. Θέλει να γεννήσει κι αυτός έργο, όπως τα ινδάλματά του, και να αποκτήσει κι αυτός με τη σειρά του κοινό, όπως ο ίδιος υπήρξε για άλλους. Του έμαθαν πως όλα πρέπει να συμβούν γρήγορα, γιατί αφενός ο χρόνος τρέχει γρηγορότερα από αυτόν και αφετέρου κάποιος άλλος θα τον προλάβει. Και όρισαν ως μέτρο επιτυχίας την γνώμη των πολλών, την αποδοχή από τους προβεβλημένους και, φυσικά, το χρήμα. Ο συνδυασμός αυτών των απαιτήσεων εξαντλεί και τους πλέον ικανούς οδηγώντας τους σε παραίτηση ή συνθηκολόγηση.

Η δημιουργία έχει πολλές και δύσκολες απαιτήσεις, που γίνονται δυσκολότερες, αν αναλογιστεί κανείς πόσο δύσκολο είναι να καθοριστεί το μέτρο με το οποίο κρίνεται η επιτυχία αυτών των στόχων. Για τους υπόλοιπους όμως εξωκαλλιτεχνικούς στόχους, που ο δημιουργός θα μπορούσε να επιδιώξει και να πετύχει μέσα από την παραγωγή του καλλιτεχνικού του έργου, οι δυσκολίες είναι πολλές, αλλά το μέτρο για την κρίση γνωστό και μάλιστα σε όλους. Εύλογη λοιπόν η ροπή προς αυτούς και η λιποταξία από τους άλλους.

Αν όμως γίνει αντιληπτό, ότι η δημιουργία είναι δρόμος αντοχής και όχι ταχύτητας, ότι πάντα κάποιος θα τρέχει πλάι μας κι ότι τούτο είναι καλό για να μη νοιώθουμε μόνοι μας, ότι το μέτρο της επιτυχίας το ορίζουμε οι ίδιοι και βάσει αυτού επιλέγουμε τη δημοσιότητά μας, τότε υπάρχει ελπίδα να χρησιμοποιήσουμε δημιουργικά τη φιλοδοξία και να μην απορροφηθούμε από αυτήν.

ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΥΚΟΛΙΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΒΟΛΗ

Η τεχνική είναι η παρηγοριά του καλλιτέχνη. Η προσπάθεια για τη βελτίωσή της του επιτρέπει να περνάει κοντά στη δημιουργία τις ώρες που το καλλιτεχνικό αδιέξοδο τον παραλύει. Οι λύσεις άλλωστε των τεχνικών προβλημάτων παραπέμπουν συχνά σε λύσεις, απορίες ή νέα ευρήματα δημιουργικών διαδικασιών. Η σχετικά εύκολη τεχνική της φωτογραφίας είναι ευτύχημα, αλλά και κατάρα, για τον δημιουργό. Δεν του επιτρέπει δικαιολογίες, ούτε τον συντροφεύει, όταν διασχίζει την καλλιτεχνική του έρημο. Αν αποτολμήσει να της αποδώσει μεγαλύτερη από ό,τι πρέπει σημασία, θα χάσει τους στόχους του, αν την αγνοήσει, θα βρεθεί αποκλειστικά αντιμέτωπος με τα θεωρητικά και δυσεπίλυτα προβλήματα του περιεχομένου, χωρίς την υποστήριξη της τεχνικής. Από την άλλη όμως πλευρά η ευκολία αυτή οδηγεί απευθείας, χωρίς προθάλαμο, στον στίβο της δημιουργίας. Κι αυτό είναι μια αίσθηση που προκαλεί τρόμο και μέθη. Μπορεί ο καθένας να δημιουργήσει. Σήμερα. Τώρα.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η ευκολία μπορεί να μετατραπεί σε γλιστερή παγίδα. Η μέθη να απορροφήσει τον τρόμο. Και ο νέος δημιουργός να εκλάβει την ευχέρεια παραγωγής έργου σαν διαβατήριο ασυδοσίας, που του ανοίγει διάπλατα όλες τις πόρτες της δημιουργίας. Ο φωτογράφος δεν έχει να περάσει από αιματηρή και κοπιώδη διαδικασία κατάκτησης εργαλείων και γλώσσας. Του αρκούν οι οδηγίες χρήσεως και ένα λεξικό. Αυτή όμως η αιματηρή διαδικασία εισάγει κάθε καλλιτέχνη στον χώρο του σεβασμού και της πειθαρχίας, διαστάσεις που πρέπει ο φωτογράφος να ανακαλύψει μόνος του μέσα από την οξύτητα της αυτοκριτικής του. Γιατί αν δεν το πράξει, το έργο του δεν θα αποκτήσει γλώσσα και ύφος, αλλά θα παραμείνει άκομψο, ακριβώς όπως οι φράσεις που συντάσσονται με τη βοήθεια λεξικού.

Θα ήταν παράλογο να μεταμορφώσει κανείς μια εύκολη τεχνική (και που με τα χρόνια γίνεται ευκολότερη) σε δύσκολη, μόνο και μόνο για προσδώσει σοβαρότητα στο έργο και στη διαδικασία. Πρέπει όμως να αντιληφθεί ότι πάντα υπάρχει δυσκολία και πάντα χρειάζεται κάτι να κατακτήσει. Μόνο που στη φωτογραφία (όπως άλλωστε και στην ποίηση)αυτό δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένες ασκήσεις λόγου ή εικόνας. Στη φωτογραφία ασκείται το μάτι μας, που αποτελεί εν προκειμένω και το κατ’ εξοχήν εργαλείο της δημιουργίας. Κι αυτό απαιτεί χρόνο, υπομονή, γνώση και κυρίως αυστηρότητα. Αν, παρασυρόμενοι από την ευκολία, θεωρήσουμε τα στάδια αυτής της διαδικασίας μάθησης, σαν ολοκληρωμένα φωτογραφικά έργα, τότε θα έχουμε χαϊδέψει τον εαυτό μας και αποκοιμίσει τον θεατή. Αν πάλι από τον φόβο τής ευκολίας οδηγηθούμε στο άλλο άκρο αρνούμενοι να αναγνωρίσουμε τις πρώτες μας καλλιτεχνικές προτάσεις, τότε θα παραμείνουμε στείροι από περίσσευμα αρετής.

Η τεχνική αρτιότητα έχει τα όρια που επιβάλλει το ίδιο το έργο. Η υπερβολή προς την κατεύθυνση της τεχνικής ακροβασίας θάβει το έργο κάτω από βουνά υπεροψίας, φιλαυτίας και υποκρισίας. Το περιεχόμενο εξαφανίζεται προς όφελος μιας καταναλώσιμης επιφάνειας, που μετατρέπει την φωτογραφία σε πολύτιμο αντικείμενο. Στο έργο που χαρακτηρίζεται από ισορροπία και καθαρότητα - χαρακτηριστικά που πρέπει να απαντώνται τόσο στο τελικό καλλιτέχνημα όσο και στις προθέσεις - η τεχνική αρτιότητα έχει υπηρετήσει το έργο με την εξαφάνισή της κάτω από την εικόνα.

Ο καλός φωτογράφος οφείλει να γνωρίζει την τεχνική, για να μπορεί να την εξαφανίζει πίσω από την φωτογραφία. Ο κακός φωτογράφος προβάλλει την λίγη τεχνική που κατέχει, για να εξαφανίσει την καλλιτεχνική του αδυναμία. Ο ευφυής θεατής διαισθάνεται την αρτιότητα της τεχνικής πίσω από το έργο που τον συγκινεί. Ο αφελής θεατής υποκύπτει και αυτός μαζί με τον φωτογράφο στους ακισμούς της τεχνικής ταχυδακτυλουργίας.

ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΑΓΝΟΗΣΕΤΕ

Η παρουσία ή απουσία ταλέντου έχει βασανίσει σχεδόν όλους τους καλλιτέχνες. Κι αυτό είναι λάθος. Πρώτον, γιατί ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει ταλέντο, θα ήταν κρίμα να εγκαταλείψει κάτι που του δίνει χαρά και πληροί μια ανάγκη του. Δεύτερον, γιατί ακόμα κι αν κάποιος έχει ταλέντο, δεν είναι λογικό και αποτελεσματικό να ασχολείται με κάτι που δεν του δίνει χαρά. Τρίτον, γιατί υπάρχουν πολύ καλά έργα, που έγιναν από ανθρώπους χωρίς ταλέντο, ενώ πάλι χρειάζεται ταλέντο για να γίνει κάτι πολύ κακό. Και τέταρτον, γιατί κανείς ποτέ δεν θα είναι ικανοποιημένος από το ταλέντο του, αφού θα έχει πάντοτε λιγότερο από αυτό που θα επιθυμούσε.

Είναι γεγονός ότι πίσω από κάθε σημαντικό έργο τέχνης κρύβεται ένας άνθρωπος με ταλέντο. Μόνο που κανείς δεν μπορεί να καθορίσει το ποσοστό ικανότητας που διαθέτει κατά τρόπον επίκτητο και αυτό που κατακτά με την επιμονή του. Συχνά όμως η αίσθηση της ευκολίας και της ταχύτερης και ευρύτερης αντίληψης, που το ταλέντο εξασφαλίζει στον φωτογράφο-δημιουργό, τον απομακρύνει από την εργατικότητα και την επιμονή, που ένας άλλος επενδύει στο έργο του, με την υποψία ότι διαθέτει πολύ λιγότερο από το θείο δώρο του ταλέντου. Μπορεί μάλιστα να διακρίνει κανείς σε καλλιτέχνες με έντονο ταλέντο τάσεις αυτοκαταστροφικές, σαν να μη μπορούν να αντέξουν κάτι που διαπιστώνουν πως διαθέτουν χωρίς να έχουν κάνει τίποτα γι αυτό.

Το ταλέντο μαζί με την ευφυία και την έμπνευση αποτελούν παραμέτρους για τις οποίες ο καλλιτέχνης οφείλει να αδιαφορεί. Η μεν ευφυία (απαραίτητη για κάθε σημαντικό έργο) δεν θα τον ταλαιπωρήσει ποτέ, αφού δεν θα μπορεί παρά να αντιληφθεί μέχρι του ποσού της ευφυίας που διαθέτει. Την δε έμπνευση και το ταλέντο θα τα αναζητήσει στο τελειωμένο έργο και πάντοτε με τη συνοδεία μιας αμφιβολίας, αφού η παρουσία τους τον κάνει να αποζητά μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που ο ίδιος διακρίνει. Και, πάντως, καμιά από αυτές τις παραμέτρους δεν αποτελεί κίνητρο δημιουργίας, ενώ συχνά συνιστούν τροχοπέδη.

Η δημιουργία δεν είναι σωστό να εξυπηρετεί την αμφιβολία του ανθρώπου για την ύπαρξη, ή μη, ειδικών ικανοτήτων στο πρόσωπό του. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να έχει σκοπό την κάλυψη της ανασφάλειας του δημιουργού. Μια τέτοια λειτουργία της τέχνης μετατρέπει την καλλιτεχνική διαδικασία σε ψυχοθεραπευτική αγωγή, το παραγόμενο έργο σε αποδεικτικό στοιχείο και τον δέκτη από πόλο επικοινωνίας σε κριτή.

Όλοι οι καλλιτέχνες έχουν την τάση να υπερτιμούν τον εαυτό τους, αλλά και ταυτοχρόνως να τον υποτιμούν. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης, όταν είναι ολοκληρωτική, δεν επιτρέπει στον καλλιτέχνη να δημιουργήσει. Η παρουσία πάλι μιας άκρατης αλαζονείας δεν τον αφήνει να ανιχνεύσει και μέσα από αυτοαμφισβήτηση να προχωρήσει. Ακόμα και η τόσο συμπαθητική σεμνότητα δεν κρύβει συχνά τίποτε άλλο από αλαζονεία, ή, καλύτερα, εξαιρετικά υψηλούς στόχους, τέτοιους, που ξεπερνούν τελικά την αντοχή του καλλιτέχνη και τον οδηγούν στην μη δημιουργία.

ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΗΣ ΕΥΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΚΑΙ ΥΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Η φροντίδα της λεπτομέρειας, αυτή που στη ζωή κάνει να ξεχωρίζει ο ευσυνείδητος και υπεύθυνος από τον τσαπατσούλη και προχειρολόγο, είναι απαραίτητος σύντροφος του δημιουργού, για να υπογραμμίζει την σοβαρότητα με την οποίαν αντιμετωπίζει την τέχνη του, αλλά και τον θεατή. Ειδικά στη φωτογραφία, η βαριά σκιά της εύκολης και συνάμα μηχανιστικής παραγωγής της, που ξεφεύγει από την προσωπική ευθύνη και μαστοριά του καλλιτέχνη, γεννάει τη λεπτολόγο τελειομανία, με σκοπό να αναπληρωθεί το σύμπλεγμα που προκαλείται από ένα προϊόν παραγόμενο σε βιομηχανικούς ρυθμούς από οποιονδήποτε διαθέτει στοιχειώδεις γνώσεις. Παρατηρούμε έτσι το φαινόμενο νεόκοπων φωτογράφων, που σε βαθμό υστερίας προσδίδουν τεράστια σημασία στην άμεμπτη και αψεγάδιαστη παρουσίαση των φωτογραφικών εικόνων τους, σε βαθμό που η παρουσίαση αυτή να υποκαθιστά ή να εξαφανίζει την αλήθεια του έργου τους, ακριβώς όπως η επίδειξη δεξιοτεχνίας σε άλλες τέχνες μαρτυράει την απουσία περιεχομένου.

Η αντίδραση αυτή έχει σχέση και με το βασικό για τη φωτογραφία σύμπλεγμα απέναντι στη ζωγραφική, της οποίας ή αξία (καλλιτεχνική και οικονομική) συνδυάζεται και με την υλική παρουσία του εικαστικού έργου. Όσο επομένως μεγαλύτερη σημασία δίνουμε στην μέθοδο παρουσίασης του φωτογραφικού έργου, τόσο πλησιέστερα αισθανόμαστε προς τον αναγνωρισμένο ήδη από αιώνες εικαστικό δημιουργό. Αλλά ταυτοχρόνως όλο και περισσότερο απομακρυνόμαστε από την γνησιότητα της φωτογραφικής μας έκφρασης, αφού θα καταλήξει κάποια στιγμή το δέντρο να καλύψει το δάσος και εμείς να ικανοποιούμαστε από την, δίκην κοσμήματος, λάμψη της φωτογραφίας μας και από τον έκθαμβο θαυμασμό του συνήθως αδαούς κοινού μπροστά στην επίδειξη δεινότητας, που η επιφάνεια, και όχι το βάθος του έργου μας, θα έχει προκαλέσει.

ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ

Ο φωτογράφος, στην καλλιτεχνική του πορεία θέτει στον εαυτόν του ερωτηματικά σχετικά με την ιδιότητά του ως φωτογράφου. Πότε δηλαδή δικαιούται να την επικαλείται. Η ευκολία της τεχνικής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η φωτογραφία ως πρακτική ασκείται πλέον από τον καθένα, γεννάει αμφιβολίες για το στοιχείο εκείνο, που θα συμβάλει στο να θεωρηθεί κάποιος από την κοινωνία ως φωτογράφος, αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό του, αφού συνήθως η εικόνα που η κοινωνία έχει για μας προηγείται της εικόνας που εμείς έχουμε για τον εαυτό μας.

Η σοβαρότητα και το πάθος που επενδύει ο φωτογράφος στην φωτογραφική διαδικασία δεν είναι από μόνα τους αρκετά για να τον πείσουν ότι μπορεί να θεωρεί τον εαυτόν του φωτογράφο και να περιμένει από τους τρίτους να κάνουν το ίδιο. Παράλληλα, επιθυμεί να επικοινωνήσει με αυτούς τους άλλους, ώστε να αναμετρηθεί με το έργο του μέσα από τα μάτια τους.

Αυτές οι επιθυμίες τον οδηγούν δικαιολογημένα στην προβολή του έργου του μέσω εκθέσεων και δημοσιεύσεων, όπως άλλωστε είναι και οι μόνοι ενδεδειγμένοι τρόποι να δημοσιοποιείται η καλλιτεχνική δουλειά ενός φωτογράφου. Στο σημείο όμως αυτό συχνά η άμαξα τοποθετείται μπρός από τα βόδια, και αντί η έκθεση να είναι απαραίτητη για να προβληθεί μια δουλειά, γεννιέται η δουλειά για να γίνει μια έκθεση. Η διαφορά είναι πολύ σημαντική, αν αναλογιστούμε ότι μπορεί να φθάσουμε μέχρι του σημείου να μην υπάρξει δουλειά, αν δεν υπάρξει έκθεση.

Αλλά όπως ακριβώς συμβαίνει και με την λεπτολόγο τελειομανία, ο τρόπος της προβολής (έκθεσης ή δημοσίευσης) υπογραμμίζει και την τιμιότητα της στάσης του φωτογράφου απέναντι στη δουλειά του. Υπάρχει ένα μέτρο, μια ισορροπία, που συνδέει το είδος και το επίπεδο της δουλειάς με τον τρόπο παρουσίασης της. Αλλιώς δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να χρησιμοποιούμε τις διαδεδομένες μεθόδους διαφημιστικής προβολής για να προωθήσουμε ένα έργο, που έχει τόσο μεγαλύτερη ανάγκη προφανούς υποστήριξης, όσο πιο αδύνατο και ρηχό είναι. Τα φύκια και οι μεταξωτές κορδέλες δεν θα απέχουν τότε πολύ.

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ

Η φλύαρη αναζήτηση φωτογραφικών εικόνων και το παιχνίδι της ένταξης όλου του ορατού κόσμου μέσα σ’ αυτές συνοδεύουν την πρώιμη εποχή κάθε φωτογράφου, πράγμα όχι μόνον φυσικό, αλλά και ευεργετικό για την καλλιέργεια της ματιάς του και την ανίχνευση των ευαισθησιών και προτιμήσεών του. Με τον καιρό όμως διαμορφώνονται τα πρώτα δείγματα των θεματικών ή μορφικών εμμονών του, που βέβαια δεν παραμένουν αμετακίνητες, αλλά στην πορεία εξελίσσονται, διασταυρώνονται και συμπληρώνονται. Η επιλογή συγκεκριμένων κατευθύνσεων φωτογραφικής δημιουργίας, είτε με τη μορφή περιορισμένων θεμάτων είτε με την επιλογή συνθετικής ιδιομορφίας, είναι κάτι που προωθεί την καλλιτεχνική δημιουργία σε βάθος, αφού προφυλάσσει τον φωτογράφο από άσκοπες και χρονοβόρες περιπλανήσεις σε επιφανειακές ποικιλίες.

Αυτή όμως η συγκεκριμένη επιλογή γεννάει ταυτοχρόνως και μια ασφάλεια, ίσως και έναν εφησυχασμό, τόσον ως προς τη διαδικασία της δημιουργίας, όσο και ως προς την υποδοχή του έργου από το κοινό. Η θεματική λόγου χάριν ενότητα μπορεί να δικαιώσει και εικόνες με αμφίβολη καλλιτεχνική αξία μόνο και μόνο επειδή τις συνδέει με τις όμοιες τους, ενώ παράλληλα μπορεί να τις επιβάλλει και στα μάτια των θεατών μια και το σύνολο θα καλύψει τις τυχόν αδυναμίες τους. Συχνά άλλωστε έχει παρατηρηθεί το ίδιο το θέμα να αποτελεί και το οριστικό ενδιαφέρον και περιεχόμενο της φωτογραφικής δουλειάς υποκαθιστώντας κι αυτές τις ίδιες τις φωτογραφίες, των οποίων η καλλιτεχνική αξία φαίνεται να μην ενδιαφέρει πλέον κανέναν. Κάτι τέτοιο παρατηρήθηκε συχνά την περασμένη δεκαετία και μάλιστα πολλές φορές γεννήθηκε η εντύπωση ότι ο καλλιτέχνης περιορίστηκε στο εύρημα της θεματικής πρωτοτυπίας και ότι η εκτέλεση δεν αποτελούσε πλέον παρά δευτερεύουσας σημασίας γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να είχε εγκαταλειφθεί στα χέρια κάποιου απλού οργάνου.

Έτσι, κάτι που ξεκινάει σαν πηγή της δημιουργικής διαδικασίας και ξεκαθαρίζει τον χώρο μέσα στον οποίο αυτή θα κινηθεί, καταλήγει να την υποκαθιστά και να την εξαφανίζει. Φθάνουμε τελικά στο σημείο το ενιαίο και συγκεκριμένο θέμα από διεγερτικό να μετατρέπεται σε υπνωτικό του φωτογράφου.

ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ

Μέρος της καλλιτεχνικής διαδικασίας αποτελεί και το στοχαστικό της στοιχείο, αφού στην τέχνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποκλεισθεί η διανοητική συνεισφορά και να θεοποιηθεί το επίσης απαραίτητο ένστικτο. Η σκέψη επομένως, που προηγείται και έπεται της φωτογραφικής πράξεως ωφελεί, γιατί κατευθύνει τον καλλιτέχνη και του ορίζει περιοχές που τον ενδιαφέρουν και μέσα στις οποίες θα κινηθεί.

Η διατύπωση αυτών των σκέψεων σαν συνοδεία του καλλιτεχνικού έργου συνιστά ένα διαφορετικό πρόβλημα. Διότι τότε ή γίνεται ερμηνευτικό δεκανίκι προς χρήσιν τού θεατή, ή αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο της εικόνας, το οποίο τις περισσότερες φορές λειτουργεί με τρόπο πολύ χλωμό, αφού μια σημαντική για την φωτογραφική διαδικασία σκέψη δεν μπορεί να αποτελεί και αυτόνομης αξίας ποιητική ή φιλοσοφική διάσταση.

Στις περιπτώσεις αυτές η θεωρητική συνοδεία, ή και υποστήριξη, της φωτογραφίας προσπαθεί να προσδώσει αξία σε μια κατά τα άλλα ασήμαντη εικόνα. Άλλοτε πάλι η σοβαροφάνεια του γραπτού λόγου εξασφαλίζει την σοβαρή αντιμετώπιση στην οποίαν προσβλέπει και η φωτογραφία. Πάντοτε όμως βοηθάει τον θεατή με το να τού προσφέρει λογικές και κατανοητές προσεγγίσεις, εκεί όπου η καλλιτεχνική αφαίρεση τον μπερδεύει. Πρόκειται όμως για μια βοήθεια παραπλανητική, διότι στην ουσία αποκλείει τη δημιουργική αυτενέργεια του θεατή μπροστά στο σύνθετο αισθητικό-πραγματικό γεγονός που συνιστά η φωτογραφική εικόνα.

Εν πάση περιπτώσει, αν ένας φωτογράφος επιθυμεί, έστω για λόγους τακτικής, να συνοδεύει τις φωτογραφίες του με κείμενα και σκέψεις, που ίσως και πράγματι να κυριάρχησαν κατά τη διαδικασία παραγωγής των εικόνων, τότε καλό θα είναι να εξασφαλίσει και μέσα από αυτά τα κείμενα την αφαίρεση, που κάθε τέχνη αποζητά, και να προστατεύσει τον χώρο των φωτογραφιών του. Αλλιώς, έστω και αν φαίνεται σαν διαδικασία ωραιοποίησης, στην ουσία δεν θα απομακρύνεται από την απλή εικονογράφηση μιας σκέψης (η φωτογραφία συνήθως δεν θα αντέξει το κείμενο), ή από μια σειρά σχεδίων κόμικς, ή από μια παράλληλη σαν κολάζ συρραφή.

Δυστυχώς όμως κάτι που μόνον σαν εξαίρεση θα μπορούσε να γίνει δεκτό, έχει καταντήσει ο κανόνας. Οι οργανωτές εκθέσεων, οι δάσκαλοι, οι θεωρητικοί βρήκαν την εύκολη λύση στην παρουσία του συνοδευτικού, επεξηγηματικού, υποστηρικτικού κειμένου, μια και αυτό διευκολύνει (έτσι τουλάχιστον θεωρούν) τόσο την κριτική, όσο και την πρόσληψη του έργου. Γι αυτό και συνήθως απαιτούν την παρουσία του, και συχνά επιθυμούν και χρονικά να προτάσσεται. Η αισθητική πενία των φωτογραφιών που το συνοδεύουν δεν φαίνεται να τους προκαλεί θλίψη ή οργή, φτάνει το κείμενο να καλύπτει την επιζητούμενη σοβαροφάνεια των προθέσεων.

Θα αρκούσε βέβαια να σκεφτεί κανείς ότι ένα κείμενο που στηρίζει την γέννηση της συγκεκριμένης φωτογραφικής διαδικασίας δεν μπορεί να ανταποκρίνεται απόλυτα στο αποτέλεσμά της, μια και είναι γνωστό ότι η καλλιτεχνική αφετηρία σπανίως ταυτίζεται με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Κι αν πάλι το κείμενο αντικατοπτρίζει το αποτέλεσμα, στην ουσία αποτελεί κείμενο κριτικής. Θα έπρεπε επίσης ο φωτογράφος να εξετάσει, αν το κείμενο καλύπτει όλες τις πτυχές (και μόνον αυτές) των φωτογραφιών του. Οπόταν γιατί να το χρειάζεται. Εκτός κι αν λειτουργεί ως κώδικας αποκρυπτογράφησης, κάτι όμως που αποτελεί προσβολή για τους θεατές του και τις φωτογραφίες του. Αν πάλι το κείμενο προσθέτει ενδιαφέρουσες πτυχές στο φωτογραφικό έργο, τότε ο φωτογράφος θα έπρεπε να αναρωτηθεί γιατί δεν θέλησε (ή δεν κατάφερε) να τις εκφράσει με φωτογραφικό τρόπο. Αν τέλος το κείμενο αποτελεί καλλιτεχνικό στοιχείο του έργου, τότε θα μπορούσε να προστεθεί και μουσική και γλυπτικά αντικείμενα και ό,τι άλλο θα συνέβαλε στην multimedia πλέον λειτουργία του. Τότε όμως η κριτική του θα ξέφευγε από τους στόχους και τις δυνατότητες αυτού του άρθρου.

ΖΩΗ ‘Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Οι συνήθειες που επικράτησαν τα τελευταία χρόνια στον κόσμο της επιστήμης και της τέχνης είχαν, μεταξύ άλλων συνεπειών, και την ανάδειξη του βιογραφικού σημειώματος σε κυρίαρχη θέση, που συχνά ξεπερνάει και την ουσιαστική προσφορά τού επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου.

Η ταυτότητα μας εξισώνεται με την κατ’ έτος παράθεση των δραστηριοτήτων μας. Και οι δραστηριότητες αυτές περιορίζονται στην απλή εκφώνησή τους. Και τελικά η ζωή μας μοιάζει ανολοκλήρωτη, αν η διαδοχή των δραστηριοτήτων αυτών στο πολυθρύλητο CV (Curriculum Vitae) δεν είναι συνεχής. Ίσως να αναρωτηθούμε μήπως δεν ζήσαμε μια χρονιά, αν δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε επιγραμματικά ποια δραστηριότητα την χαρακτήρισε.

Είμαστε, φαίνεται, τόσο καλοί, όσο το βιογραφικό μας αποδεικνύει. Από την διαπίστωση αυτή, μέχρι του σημείου να μετατρέπεται η ζωή μας σε διαδικασία πλήρωσης του βιογραφικού μας σημειώματος, δεν απέχει πολύς δρόμος. Και για τον καλλιτέχνη η συνείδηση αυτής της λειτουργίας του βιογραφικού σημειώματος είναι άκρως επικίνδυνη, γιατί τον κάνει να λοξοδρομεί προς την πλευρά των κοινωνικών δεικτών παραβλέποντας τις αξίες που αυτός θέτει στον εαυτόν του.

Ενώ λοιπόν ο δημιουργός πρέπει να έχει την επιθυμία να γεμίζει τη ζωή του με δράση και εμπειρίες, ακόμα και με αποτυχίες, αφού κι αυτές αποτελούν γονιμότατο στοιχείο για τη δημιουργία, καταλήγει να θεωρεί χρήσιμες μόνον εκείνες τις ενέργειες που θα του προσέθεταν μια γραμμή στο βιογραφικό του και μάλιστα γραμμή με περιεχόμενο κοινωνικά αποδεκτό.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΕΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΕΣ

Στη δύσκολη πορεία της καλλιτεχνικής αναζήτησης ο δρόμος είναι γεμάτος αδιέξοδα, τα οποία ο φωτογράφος πρέπει να ξεπεράσει, αφού η οπισθοδρόμηση ισοδυναμεί με παραίτηση. Δεν είναι ασυνήθιστη στις περιπτώσεις αυτές η υιοθέτηση καθαρά εξωτερικών καινοτομιών, που έχουν σχέση με τα εργαλεία παραγωγής έργου ή με τον τρόπο παρουσίασης του αποτελέσματος. Η αλλαγή μηχανής, τρόπου τυπωμάτων, είδους φιλμ ή ακόμα μεγέθους εκτυπώσεων, είδους καδραρίσματος ή διαδικασίας προβολής του έργου, είναι ευρήματα ικανά να δώσουν νέα εκκίνηση σε μια δημιουργική μηχανή που έχει πρόσκαιρα βραχυκυκλώσει.

Είναι όμως εύκολο, και δυστυχώς αρκετά συνηθισμένο, το εύρημα, από σπινθήρας που είναι, να θεωρηθεί και η οριστική φωτιά. Άλλωστε, η σύγχρονη τεχνοκριτική χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιείκεια, οσάκις το έργο παρουσιάζει προφανείς καινοτομίες, τις οποίες ο οποιοσδήποτε κριτικός μπορεί να αναγνωρίσει, σε αντίθεση με τις καινοτομίες που έχουν σχέση με πιο ουσιαστικές, και συνεπώς πιο ερμητικές, περιοχές του έργου. Έτσι ο φωτογράφος δεν διστάζει να παίρνει τις επιθυμίες του για πραγματικότητα και να βιάζεται να θεωρήσει την αφορμή για συμπέρασμα.

Οι εξωτερικές καινοτομίες μπορούν να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο κεφάλαιο παγίδων για τον φωτογράφο, το οποίο συνιστούν οι κάθε λογής πρωτοτυπίες. Είναι γεγονός ότι το καινούργιο αποτελεί ελκυστικό δέλεαρ για τον θεατή και για τον δημιουργό. Το δέλεαρ αυτό έχει καθοριστική σημασία στην εποχή μας, τώρα που η γενικευμένη επικοινωνία και πληροφόρηση καθιστά το άτομο όλο και περισσότερο τμήμα μιας τεράστιας κοινωνίας, όπου η ομοιομορφία τείνει να εξαφανίσει την προσωπικότητά του.

Η συνείδηση της μοναδικότητας του καλλιτέχνη που εκφράζεται μέσα από την μοναδικότητα του έργου, του εξασφαλίζει μια ταυτότητα. Μόνο που και πάλι αυτήν την ταυτότητα δεν την επιζητεί από καλλιτεχνική ανάγκη, αλλά (ενδόμυχα ή ομολογημένα) για κοινωνικούς λόγους. Αν επομένως η πρωτοτυπία προέκυπτε σαν ανάγκη για διατύπωση καλλιτεχνικής πρότασης ή γλώσσας, τότε δεν θα κινδύνευε ποτέ να είναι ψεύτικη. Όταν όμως ο (συνήθως νέος) καλλιτέχνης αναζητεί πρωτοτυπία, το κάνει κυρίως γιατί φοβάται την ισοπέδωση που το έργο του μπορεί να υποστεί μέσα από την πληθώρα των καλλιτεχνικών προτάσεων της ιστορίας. Τότε είναι αναπόφευκτο η πρωτοτυπία να αφορά σε εμφανείς επιφανειακές επιλογές, που, με την διαφημιστική αμεσότητα που χαρακτηρίζει την εποχή μας, θα εξασφαλίσουν στον καλλιτέχνη μια μοναδικότητα εξίσου επιφανειακή.

Υπάρχει όμως μια παρηγοριά, που οι νέοι δημιουργοί, με την αγωνιώδη επιθυμία για κατάκτηση του παρόντος που τους διακατέχει, δεν φαίνεται να αναγνωρίζουν. Πρόκειται για τη διαπίστωση πως όλα έχουν ξαναγίνει. Μια διαπίστωση, που θα αρκούσε από μόνη της να τους απαλλάξει από το άγχος του καινούργιου. Μετά από αυτήν δεν απομένει παρά η ενασχόληση με το καλλιτεχνικό αντικείμενο, με απλώς ενδεχόμενο αποτέλεσμα την ανακάλυψη μιας ελαφρώς νέας ματιάς πάνω σε κάτι ήδη γνωστό. Κι αυτό θα ήταν αρκετή ικανοποίηση για έναν δημιουργό. Ίσως όμως όχι αρκετή για να τον εκτινάξει στη σφαίρα της προβολής, στην οποία η κοινωνία της διαφήμισης τον έχει συνηθίσει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αν κάποιος αναλογισθεί τις ολισθηρές διαδρομές της καλλιτεχνικής διαδικασίας, τα σκοτεινά αδιέξοδα, τις παραπλανητικές σειρήνες, τις απειλητικές παγίδες και τις μόνιμες απογοητεύσεις, ίσως να σταματήσει το ταξίδι προτού καν το ξεκινήσει. Είναι γι’ αυτό καλύτερα να κρατάει τη γεύση τής περιπέτειας, της έκπληξης, του παιχνιδιού και της πρόκλησης. Έτσι το ταξίδι υπόσχεται και γοητεύει.

Στην πορεία όμως, για να δυναμώσει και να αντιμετωπίσει όσα δύσκολα και αντίξοα θα συναντήσει, θα πρέπει να έχει οπλιστεί με την πυξίδα των απόψεών του. Αυτού του κώδικα συμπεριφοράς, που αναπτύσσει κανείς μέσα στα χρόνια και που βασίζεται σε προσωπικές αξίες, που συγκεντρώνει ο καθένας μας μέσα από διδασκαλίες σεβαστές, πείρα πολύτιμη και πρόσωπα αγαπητά. Δεν υπάρχει λόγος η τέχνη να εξαιρεθεί από τον έλεγχο αυτών των αξιών, τοσούτω μάλλον που έτσι θα έχουμε μια αυτόματη και προσωπική απάντηση στις δύσκολες καμπές της καλλιτεχνικής μας πορείας.