fbpx

Οι πιο συνηθισμένες ερωτήσεις-απορίες γύρω από το καλλιτεχνικό γεγονός (1999)

Ο Μηχανισμός των ερωτήσεων

Μετά από είκοσι περίπου χρόνια διδασκαλίας της καλλιτεχνικής φωτογραφίας μπορώ να πω ότι γνωρίζω πλέον τον μηχανισμό των ερωτήσεων και αποριών, καθώς και το περιεχόμενό τους. Ερωτήσεις που ακούω, στη διάρκεια ενός μαθήματος ή μιας διάλεξης, να επαναλαμβάνονται σχεδόν με σταθερούς ρυθμούς και σε προβλεπόμενες στιγμές. Μερικές φορές θέλω να τις προλάβω, άλλοτε πάλι με διασκεδάζει να τις περιμένω. Οι ερωτήσεις αυτές λιγότερο έχουν να κάνουν με την ίδια τη φύση και τη γλώσσα τοy φωτογραφικού μέσου, και περισσότερο με την τέχνη γενικότερα, τον ρόλο της και τη λειτουργία της σε σχέση με το άτομο και την κοινωνία.

Η σταθερή αυτή επανάληψη θα κινδύνευε να μετατρέψει το μάθημα σε ρουτίνα, αν δεν είχα συνειδητοποιήσει τη γοητευτική μοναδικότητα της προσπάθειας του δασκάλου, να μεταφέρει σε νέο κάθε φορά δέκτη αυτό που έχει ο ίδιος κατακτήσει. Έτσι, η ερώτηση που ακούω για χιλιοστή φορά, φαντάζει καινούργια για μένα, μια και προέρχεται από έναν νέο μαθητή και είναι προϊόν της δικής του αποκλειστικά περιέργειας και αθωότητας. Για λόγους που δεν μπορώ απόλυτα να εξηγήσω δεν αισθάνομαι την ίδια ανοχή και υπομονή, όταν αυτές οι ερωτήσεις τεθούν στο πλαίσιο μιας συζήτησης σαλονιού. Πιθανόν επειδή στην περίπτωση αυτή, όσοι θέτουν τις ερωτήσεις, μου δίνουν την εντύπωση ότι δεν εμπιστεύονται την περιέργεια και την αθωότητά τους, αλλά ότι παρακινούνται περισσότερο από αλαζονεία και προκλητικότητα απέναντι σε κάτι που τους ξεφεύγει και δεν εντάσσεται στα οικεία ερμηνευτικά τους σχήματα. Ίσως πάλι τους μαθητές να τους εξαγνίζει στα μάτια μου το γεγονός ότι η παρουσία τους σε ένα μάθημα είναι από μόνη της απόδειξη του ενδιαφέροντος και της ταπεινότητας με την οποία αντιμετωπίζουν έναν άγνωστό τους χώρο.

Έτσι κι αλλιώς όμως η πρώτη διαπίστωση στην οποία καταλήγει κανείς μπροστά σ’ αυτές τις ερωτήσεις είναι η πασίγνωστη απουσία κάθε καλλιτεχνικής διδασκαλίας (και του απορρέοντος προβληματισμού) στο πλαίσιο της βασικής παιδείας των νεοελλήνων. Οι περισσότερες από αυτές τις ερωτήσεις θα έπρεπε να έχουν απαντηθεί, ή τουλάχιστον τεθεί, σε ηλικίες πολύ πιο πρώιμες από αυτές των πάσης φύσεως συνομιλητών μου. Και αυτό όχι για να έχει επέλθει μια (σπάνια και δύσκολη) ταύτιση απόψεων, αλλά για να μπορούμε να προχωρήσουμε σε πιο ουσιαστικά θέματα προβληματισμού γύρω από την τέχνη και τη σχέση της με την συγκεκριμένη εν προκειμένω φωτογραφική της εκδοχή.

Το χειρότερο είναι πως το πλέγμα αυτών των ερωτήσεων δεν προέρχεται συνήθως από μια γνήσια πρωτογενή απορία ενός ανθρώπου που για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με το καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά συνήθως είναι αποτέλεσμα κοινών (και μάλλον εσφαλμένων) τόπων, που όλοι οι ημιμαθείς των σαλονιών αναμασούν με αυταρέσκεια. Αν σ’ αυτό προστεθεί το γεγονός ότι ουδείς αποδέχεται την άγνοιά του, ειδικά σε μη επιστημονικά θέματα, τότε δεν είναι παράξενο ότι βομβαρδιζόμαστε από παρατηρήσεις του τύπου: ο καλλιτέχνης εκφράζεται, ο καλλιτέχνης υπηρετεί, η τέχνη πρέπει να έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα, η τέχνη είναι επικοινωνία, τα κριτήρια είναι υποκειμενικά, ό,τι μου αρέσει είναι τέχνη, το γούστο μου είναι το κριτήριο, ό,τι είναι ωραίο είναι τέχνη, η τέχνη πρέπει να είναι για όλους, η τέχνη πρέπει να είναι δημοκρατική και όχι ελιτίστικη και άλλα πολλά, που έχουν ως φαίνεται αποτελέσει έναν κοινό κώδικα περί τέχνης. Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να ανασκευάσω μερικούς από τους ακλόνητους αυτούς τόπους των «καυτών» περί την τέχνη θεμάτων.

Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ένα από τα πιο βασικά και συνηθισμένα ερωτήματα είναι αυτό που έχει σχέση με τη χρησιμότητα της τέχνης και με τους λόγους που προκαλούν τη γέννησή της. Η ενασχόλησή μου με τη διδασκαλία άρχισε ευτυχώς μετά την αρχή της χρεωκοπίας της μαρξιστικής παντοδυναμίας. Γιατί αλλιώς θα σκόνταφτα συνέχεια στην (τυφλά αποδεκτή από την μεγαλύτερη μερίδα του στρατευμένου αριστερού κόσμου) άμεση σχέση της τέχνης με το κοινωνικό της αποτέλεσμα και την κοινωνικοοικονομική της προέλευση. Σήμερα πια έχει γίνει μάλλον ευρέως αντιληπτό, ότι ο μαρξισμός, παρά τις αναμφισβήτητα ενδιαφέρουσες απόψεις του προς την κατεύθυνση της οικονομικής ανάλυσης, δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά με την προσέγγιση του καλλιτεχνικού φαινομένου. Το αίτιο και το αιτιατό δεν αποδείχτηκαν ικανά εργαλεία για την ερμηνεία της ιδιοφυίας. Αλλά και οι πολιτικοκοινωνικοί στόχοι, ακόμα και όταν είχαν ευγενή ελατήρια, δεν αποδείχτηκαν αποτελεσματικά καλλιτεχνικά κίνητρα.

Στο μυαλό όμως πολλών ανθρώπων έμεινε ριζωμένη η αντίληψη του κοινωνικού ρόλου της τέχνης, ο οποίος την δικαιώνει στα μάτια τους. Οι άνθρωποι αυτοί, σκεπτικιστές απέναντι στο καλλιτεχνικό γεγονός, εφαρμόζουν και στην τέχνη το χρηστικό επιχείρημα, που διέπει όλη την σύγχρονη καθημερινότητα. Η τέχνη επομένως κατ’ αυτή την αντίληψη πρέπει να τείνει είτε προς τη διασκέδαση, είτε προς τη διακόσμηση και πάντοτε με παιδαγωγικά αποτελέσματα απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Η τέχνη βέβαια αυτή πρέπει να εκφράζει έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, που θα αγκαλιάζει τον μέγιστο αριθμό πολιτών.

Η άποψη αυτή αγνοεί ή περιφρονεί την προνομιούχο σχέση του δημιουργού με το καλλιτεχνικό έργο. Μέσα σ’ αυτήν τη σχέση το έργο είναι ο καθρέφτης του δημιουργού του. Ο θεατής θα χρησιμοποιήσει τον καθρέφτη σαν παράθυρο στον κόσμο, μόνον όμως μέσα από το παραμορφωτικό προσωπικό φίλτρο που έχει παρεμβάλει ο καλλιτέχνης. Κατά συνέπεια η σχέση του θεατή με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα είναι πάντοτε εξίσου μοναδική με αυτήν του δημιουργού. Ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής δεν θα είναι ποτέ εφικτός, μια και θα έπρεπε οι μοναδικές αυτές σχέσεις να υποταχθούν σε ένα όμοιο και κοινό πλαίσιο. Τότε η παρουσία του προσωπικού φίλτρου του δημιουργού θα εξαφανιζόταν ως εμπόδιο.

Η ύπαρξη της τέχνης «καθ’ εαυτήν», δηλαδή με μόνο αιτιολογικό της την ίδια της την γέννηση, δεν αναιρεί τις πιθανές και ευκταίες άλλες επιπτώσεις της, αλλά παραπέμπει στην εξίσου άγνωστη, αν όχι παράλογη, παρουσία του κόσμου και του ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν. Ο καλλιτέχνης ανακαλύπτει ότι η τέχνη είναι μία (και όχι ίσως η μοναδική) απάντησή του στην αδικαιολόγητη παρουσία του στον κόσμο. Για τον λόγο αυτόν ο «θρησκευτικός» καλλιτέχνης παράγει τέχνη ad majorem Dei gloriam – προς μεγίστην του Θεού δόξαν – μια και η τέχνη εκφράζει τη σχέση του με την ύπαρξή του, όπως η θρησκευτική του συνείδηση του επιβάλλει. Μόνο που ούτε αυτή η πρόθεση αποτελεί χρηστική αιτία της παρουσίας της τέχνης, η οποία δεν δικαιολογείται από την εμβέλεια του αποτελέσματός της, αλλά από τη σύνδεση του δημιουργού της με τον κόσμο και ενδεχομένως τον Δημιουργό του.

ΕΓΩΣΙΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι προηγούμενες σκέψεις οδηγούν σχεδόν με βεβαιότητα στο ερώτημα περί του εγωισμού και του ελιτισμού του καλλιτέχνη, μια και το έργο του δεν έχει ως στόχο του την κοινωνία και δη το μεγαλύτερο ποσοστό της. Ο καλλιτέχνης ενεργεί πρωτίστως ωθούμενος από μια προσωπική ανάγκη και επιθυμία. Κίνητρα τόσο ασαφή και για τον ίδιο, ώστε η ενασχόλησή του με την τέχνη είναι ταυτόχρονα και η προσπάθειά του να τα αποσαφηνίσει. Η απόπειρα για την ικανοποίηση αυτής της επιθυμίας και των κινήτρων της οδηγεί στο καλλιτεχνικό έργο, η λειτουργία και ο ρόλος του οποίου μέσα στην κοινωνία αλλάζουν από εποχή σε εποχή. Ο καλλιτέχνης παρακολουθεί την τύχη του έργου του, εύχεται διακαώς την κοινωνική του αποδοχή και ένταξη, αλλά ποτέ δεν της δίνει, ούτε πρέπει να της δίνει, την πρώτη σημασία. Αυτή δεν παύει να είναι η δική του ανάγκη και επιθυμία. Και μόνον αν παραμείνει καλλιτεχνικά εγωιστής έχει την πιθανότητα να είναι και καλλιτεχνικά ειλικρινής, άρα και δημιουργικά ενδιαφέρων. Η αλλαγή της ιεράρχησης των στόχων θα νόθευε το αποτέλεσμα.

Ο εγωισμός αυτός δεν βλάπτει τον πλησίον του και την κοινωνία, δεδομένου ότι η τέχνη δεν αποτελεί (και ευτυχώς) απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση και την ευτυχία του συνόλου των ανθρώπων. Η τέχνη είναι μια τραγική πολυτέλεια που χρειάζονται ορισμένοι άνθρωποι και που δεν πρέπει να επιβάλλεται σε όλους. Όποιος την επιθυμεί θα την αναζητήσει, είτε ως δημιουργός είτε ως δέκτης. Το μόνο χρέος της Πολιτείας είναι να υποδείξει στα μέλη της τους δρόμους που οδηγούν σ’ αυτήν, ώστε όποιος την χρειάζεται να την αναζητήσει.

Ο δημιουργικός και θετικός εγωισμός του καλλιτέχνη ερμηνεύεται από πολλούς ως ελιτισμός. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται τις περισσότερες φορές με αρνητική χροιά, σα να φοβάται ο κόσμος την ύπαρξη και την αποδοχή της γνώμης των βέλτιστων. Αν δεχτούμε πάντως για τις ανάγκες του συλλογισμού μας αυτή την αρνητική προσέγγιση, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο (κακός) ελιτισμός αρχίζει να δείχνει το πρόσωπό του από τη στιγμή που περιφρονεί και θεωρεί κατώτερες όλες τις λοιπές γνώμες και προσεγγίσεις.

Ο καλλιτέχνης όμως, που ασχολείται με την αναζήτηση των δρόμων της δημιουργίας και που το κάνει από χαρά και αγωνία, δεν τοποθετεί τον εαυτό του υπεράνω των άλλων. Απλώς έχει την ανάγκη (και το δικαίωμα) να προστατεύει και να θωρακίζει τον εαυτό του τοποθετώντας τον σε έναν ατομικό (και όχι πάντοτε κοινωνικό) χώρο. Οι υποχρεώσεις του απέναντι στην κοινωνία περιορίζονται στο ελάχιστο των αναγκαστικά κοινών εκδηλώσεων. Συνήθως μάλιστα τα θέματα στα οποία ο κάθε άνθρωπος αποδίδει τη μέγιστη σημασία είναι μάλλον αυτά που έχουν σχέση με τον κύκλο της προσωπικότητάς του και τη σχέση της με τον κόσμο.

Οι απόψεις εκείνες που υποστηρίζουν ότι η κοινωνία και όχι το άτομο έχει την πρωτοκαθεδρία, νομιμοποιούνται να τοποθετούν το άτομο και την τέχνη του σε δεύτερη μοίρα υποταγμένη σε ένα κοινωνικό «καλό», ανεξάρτητο και υπέρτερο της ατομικής ύπαρξης. Οι υπέρμαχοι τέτοιων αντιλήψεων δικαιούνται να κρίνουν τον εγωισμό του καλλιτέχνη ως «άχρηστο» και «ανώφελο» (βλαπτικός δεν μπορεί πάντως να γίνει). Το ζήτημα επομένως ανάγεται σε βασικότατη διαφορά φιλοσοφικών αντιλήψεων και όχι τόσο σε καλλιτεχνικό προβληματισμό.

Ο ασχολούμενος με την τέχνη πρέπει να προστατεύσει τον εγωισμό του, όχι για να τον ασκήσει σε βάρος των τρίτων, αλλά για να τον χρησιμοποιήσει ως ασπίδα απέναντι σε αυτούς που επιδιώκουν να προσαρμόσουν τον ίδιο σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, διαλύοντας την ειλικρίνειά του και αρνούμενοι τη διαφορά του. Ο μεγάλος Αμερικανός φωτογράφος Walker Evans δικαίως έλεγε ότι τον καλλιτέχνη απασχολούν σκέψεις, στις οποίες ο ίδιος δίνει μεγάλη σημασία, ενώ αυτές είναι αδιάφορες για την πλειοψηφία.

Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η αίσθηση της διαφοράς από την πλειοψηφία γεννάει στον καλλιτέχνη την αίσθηση μιας μοναξιάς και αποξένωσης. Το συναίσθημα αυτό, οδυνηρό εξ ορισμού, γίνεται ολοένα οδυνηρότερο όσον αυξάνει το βάθος του καλλιτεχνικού προβληματισμού και της αναζήτησης. Δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να μην επιθυμεί την αποδοχή του από το κοινωνικό σύνολο, αλλά και δεν υπάρχει χειρότερος τρόπος να καλλιεργήσεις την τέχνη σου από την επιδίωξη αυτής της αποδοχής. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης δεν επιθυμεί την επικοινωνία με τους συνανθρώπους του. Όσοι όμως νομίζουν ότι η τέχνη είναι πριν από όλα μια μορφή επικοινωνίας διαπράττουν το σφάλμα να αναγορεύουν ως πρωτεύοντα έναν ενδεχόμενο στόχο. Το έργο τέχνης έχει ως κύρια αφετηρία και κύριο προορισμό τον δημιουργό του. Η πορεία του από εκεί και πέρα μοιάζει με το μπουκάλι στη θάλασσα που πετάει ένας ναυαγός. Ελπίζει, περιμένει και δεν γνωρίζει. Μήπως όμως αυτό δεν συμβαίνει και με όλες τις σημαντικές πράξεις μας; Η ζωή μας είναι γεμάτη από ενέργειες που πιστεύουμε ότι οφείλουμε ή ότι έχουμε ανάγκη να κάνουμε, οι ευτυχείς ή δυστυχείς συνέπειες των οποίων μας επηρεάζουν, χωρίς όμως να καθοδηγούν τη συμπεριφορά μας. Ο καλλιτέχνης ελπίζει να βρει υποστηρικτές, θα ήθελε να ζει από την εκμετάλλευση των έργων του, θα επιθυμούσε πάνω από όλα να κερδίζει τον θαυμασμό των αγαπημένων του προσώπων, θα θεωρούσε μεγάλη τιμή και χαρά το έργο του να τέρπει και ακόμα καλύτερα να παιδαγωγεί τους συνανθρώπους του, όλα όμως αυτά είναι ενδεχόμενα και ανεξέλεγκτα αποτελέσματα της μόνης και κυρίαρχης επιθυμίας του για δημιουργία. Αν κάποιος τον διαβεβαίωνε πως τίποτα από όλα αυτά δεν θα πετύχαινε, ο γνήσιος καλλιτέχνης δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει τη δημιουργία του.

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ

Η ημιμάθεια, σε συνδυασμό με τον συμπλεγματισμό, και με την άρνηση κάθε αυτογνωσίας και αυτοκριτικής συνιστούν ένα μείγμα εκρηκτικής προκλητικότητας. Έχω συναντήσει πολύ συχνά αυτό το θράσος της ημιμάθειας και σχεδόν πάντοτε μου έχει προκαλέσει περισσότερη λύπη από οργή. Και τούτο διότι αισθάνομαι ότι κρύβει περισσότερο φόβο από κακία ή βλακεία. Ο σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί την άγνοιά του. Τα μέσα επικοινωνίας και ο τρόπος της ανατροφής του έχουν δώσει μια ψευδή αυτοπεποίθηση και μιαν αμυντική θρασύτητα ανάλογη με αυτήν που επιχειρούν μερικοί ψυχολόγοι να μεταφυτεύσουν τεχνηέντως στους ασθενείς τους.

Η τέχνη, και κάθε τέχνη, έχει τη δική της γλώσσα, τη δική της πειθαρχία, τους δικούς της νόμους. Και ο καθένας μας έχει πάντοτε πολλά να μάθει, όσα κι αν ξέρει ήδη. Άλλωστε η περιπέτεια της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και μια περιπέτεια στον κόσμο της γνώσης. Η τέχνη μάλιστα ξεφεύγει από τη λογική διάσταση της καθιερωμένης γνώσης, και απαιτεί και διαφορετικά εργαλεία για να την εκπορθήσεις. Ο δέκτης της τέχνης δεν μπορεί παρά να είναι δέκτης ενεργητικός. Και αυτό απαιτεί γνώση, σκέψη και κόπο. Ο μέσος άνθρωπος στην εποχή μας δεν έχει μάθει να επενδύει για τις απολαύσεις του ούτε γνώση, ούτε σκέψη και κυρίως καθόλου κόπο. Θεωρεί κατά συνέπεια ότι κάτι που δεν απολαμβάνει είναι κακό. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, ότι είναι γι’ αυτόν κακό. Και οχυρώνεται πίσω από τα τείχη του υποκειμενισμού. Αυτό τον απαλλάσσει από κάθε καταβολή προσπάθειας, αλλά και από κάθε μελλοντική πιθανότητα να το θεωρήσει καλό. Μια και η γνώμη του δεν στηρίζεται σε γνώση και σκέψη, η μόνη άλλη βάση δεν μπορεί παρά να είναι το «γούστο» του. Το «γούστο» όμως δεν είναι παρά το τελευταίο (και όχι βέβαια ασήμαντο) στάδιο των επιλογών μας. Και μάλιστα είναι λιγότερο αυθαίρετο από όσο φαίνεται. Στηρίζεται σε πολλές παραμέτρους που είτε μάς επιβάλλονται εν αγνοία μας, είτε (σχήμα οξύμωρο αλλά βάσιμο) εν αγνοία μας επιλέγουμε. Το «γούστο» δηλαδή διαμορφώνεται. Στη διαμόρφωσή του η γνώση και η πνευματική προσπάθεια παίζουν σημαντικό ρόλο

Επομένως τα κριτήρια στον χώρο της τέχνης μπορεί να μην είναι λογικώς περιγράψιμα, δεν παύουν όμως να στηρίζονται σε μια βάση αντικειμενικότητας, που συνιστά η γνώση και δη η γνώση του παρελθόντος. Ιδίως όταν δεχτούμε ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης είναι η γραμμική της (ευθεία ή κυκλική) πορεία μέσα στον χρόνο και η αδιάκοπη σύνδεσή της με το ίδιο της το παρελθόν. Η κρίση γι’ αυτήν είναι πάντοτε συγκριτική. Το αριστούργημα δεν θα νοητό χωρίς το τερατούργημα. Ούτε το σημερινό αριστούργημα χωρίς το αντίστοιχό του του

παρελθόντος. Η γνώση αυτής της πορείας και της σχέσης καθορίζει την κρίση μας απέναντι στο έργο τέχνης, αλλά - ακόμα σημαντικότερο - την απόλαυσή μας.

Κατ’ ακολουθίαν ουδείς προσπαθεί να αποκλείσει τις προσωπικές επιλογές και προτιμήσεις του κάθε ανθρώπου απέναντι στην τέχνη. Μόνο που πρέπει να δεχτεί και να καταλάβει ότι αυτές είναι λιγότερο υποκειμενικές και περισσότερο αντικειμενικές από όσο νομίζει. Το δικαίωμα στον υποκειμενισμό θα του το δώσει η αντικειμενική γνώση. Και όσο αυτή μεγαλώνει θα διαπιστώνει ότι ο υποκειμενισμός του υφίσταται σοβαρά πλήγματα προς όφελος της τεκμηριωμένης κρίσης. Χωρίς όμως ποτέ η αντικειμενική γνώση να εξαφανίσει την προσωπικότητα του δημιουργικού δέκτη. Άλλωστε σ’ αυτό ακριβώς οφείλεται και η διαφορά ανάμεσα στον μέτριο και στον ιδιοφυή δημιουργό ή δέκτη.

ΕΝΑ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΟ ΜΕΣΟΝ

Πριν ακόμα και από τη μόδα της επικοινωνίας η τέχνη εύρισκε αναγνώριση στα μάτια των πολλών σαν μέσο με το οποίο ο άνθρωπος «εκφράζεται». Αν όμως με την επικοινωνία αναγκάστηκα να πάρω τις αποστάσεις που προανέφερα, ακόμα μεγαλύτερες θα πάρω από την μονομερή εκμετάλλευση της «έκφρασης» από την τέχνη. Και τούτο διότι δεν μου επιτρέπεται να αρνηθώ σε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα την εκφραστική της δυνατότητα. Ο άνθρωπος ζει και εκφράζεται συνεχώς.

Αν πάλι με αυτόν τον κοινό τόπο, που αναμασούν όλοι με ευκολία, υπονοείται ότι η τέχνη είναι ο μόνος τρόπος να εκφράζει κανείς με «αυθορμητισμό» τον ψυχισμό του, η πλάνη είναι ακόμα πιο οικτρή. Παραγνωρίζεται έτσι ότι η τέχνη δεν είναι αυθορμητισμός, αλλά χώρος άσκησης, πειθαρχίας, μαθητείας και σκληρής δουλειάς. Ότι η τέχνη υπάγεται σε κανόνες και ότι ο αυθορμητισμός παίζει πολύ μικρό ρόλο στη δημιουργία. Εκτός και αν η τέχνη συγχέεται στο μυαλό των περισσοτέρων με τις ευκαιριακές εκδηλώσεις τραγουδιού, χορού και παιχνιδιού που συνοδεύουν συχνά τη ζωή μας σαν μια προέκταση της παιδικής μας ηλικίας. Εκδηλώσεις εκτονωτικές και αναγκαίες, που δεν σχετίζονται με την δημιουργία καλλιτεχνικού έργου. Θα ήταν άλλωστε τελείως αυθαίρετο και εγωιστικό να μονοπωλήσουμε αυταρχικά την εκφραστική ανάγκη και δυνατότητα, κτήμα του κάθε ανθρώπου, περικλείοντας την μόνον στον χώρο της καλλιτεχνίας, χώρο επιλογής και άσκησης.

ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Όσο ισχυρές είναι στην κοινή αντίληψη οι βάσεις της σχέσης τέχνης και έκφρασης, άλλο τόσο βαθιές είναι οι ρίζες που θέλουν τον καλλιτέχνη υπηρέτη της τέχνης του. Η αντίληψη αυτή σφάλλει πολλαπλώς. Και πριν από όλα διότι προσδίδει στην τέχνη μια αξία πέραν του ανθρώπου, αξία πιθανόν θεϊκή ή θεόσταλτη, την οποία ο άνθρωπος, ως νέος ιερεύς, καλείται να υπηρετήσει. Από την άλλη πάλι πλευρά απαλλάσσει τον άνθρωπο από την δική του ευθύνη. Δεν είναι πλέον ο κυρίαρχος και υπεύθυνος του παιχνιδιού, αλλά το όργανο που σχεδόν θέλοντας και μη υπηρετεί μια υπέρτερη δύναμη. Γίνεται ο εργάτης που βάζει λιθαράκια σε ένα οικοδόμημα, κατά το διαδεδομένο σχήμα κάθε παιδαγωγικής καταπίεσης.

Αντιθέτως όμως η τέχνη υπάρχει μόνον επειδή υπάρχουν οι καλλιτέχνες. Και η ιστορία της δεν είναι παρά η ιστορία των καλλιτεχνών. Και η σημασία των καλλιτεχνών είναι διαφορετική ανάλογα με την ποιότητα της προσφοράς τους, αλλά και ίση εκ του γεγονότος και μόνον ότι δημιουργούν. Το οικοδόμημα δεν είναι το σύνολο των «λιθαρακίων», αλλά το σύνολο πολλών μικρών ανεξάρτητων και αυτοτελών ατομικών κατασκευών.

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΡΟΛΟΓΙΑ

Η μορφή της μεταξύ μας επικοινωνίας και ο τρόπος οργάνωσης των γνώσεων μας ευνοούν τη διατύπωση ορισμών και απαιτούν τον προσδιορισμό των όρων. Όταν αναφερόμαστε στην τέχνη, είναι καλό να δεχόμαστε αυτούς τους περιορισμούς αλλά και απαραίτητο να τους επιτρέπουμε πλατιά περιθώρια κινήσεων. Η τέχνη, όπως και όλες οι περιοχές της πνευματικής δραστηριότητας του ανθρώπου, κινούνται σε χώρους όπου κυριαρχεί η μεταφυσική και η αφαίρεση. Για τούτο και κάθε απόπειρα ορισμού αφήνει πάντοτε απέξω κάτι πολύ σημαντικό, ενδεχομένως μάλιστα και το πιο σημαντικό. Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να μας αποτρέψει να διατυπώνουμε ορισμούς, αλλά πρέπει να μας κάνει ταυτόχρονα να συμπληρώνουμε κάθε ορισμό με ένα μόνιμο ερωτηματικό. Ο ορισμός να αποτελεί αφετηρία σκέψης και εργασίας και ποτέ αφοριστική κατάληξη.

Ακόμα όμως μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για προσδιορισμό της περιμέτρου των λέξεων. Διότι παρόλη την αφηρημένη και μεταφυσική διάσταση των καλλιτεχνικών πραγμάτων η επικοινωνία μας σε σχέση με αυτά γίνεται κυρίως μέσω του αναμφισβήτητα ανεπαρκούς και περιοριστικού λόγου. Χρειάζεται επομένως η οροθέτηση των λέξεων, ώστε να είναι εφικτή η συνεννόησή μας στην Βαβέλ της τέχνης, ακόμα κι αν όλοι αποδεχόμαστε και συνεχώς επαναφέρουμε στη συνείδησή μας το γεγονός ότι κανένα όριο δεν είναι απόλυτο και απαραβίαστο.

Η ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ

Σύμφωνα με τα παραπάνω ένας ορισμός της τέχνης θα διευκόλυνε πολλές περιπτώσεις αμφιλεγόμενων αντιπαραθέσεων. Ένας ορισμός θα επέτρεπε τον αποκλεισμό περιοχών που διαθέτουν πολλά εξωτερικά χαρακτηριστικά με τον κόσμο της τέχνης, όχι όμως και την καθοριστική ειδοποιό διαφορά. Η ειδοποιός διαφορά, το στοιχείο εκείνο δηλαδή που θα μας έκανε να προσδώσουμε σε ένα έργο, άσχετα από την ποιότητά του, τον χαρακτηρισμό του έργου τέχνης, είναι αυτό που γεννάει και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις από μέρους του κοινού. Και τούτο διότι αφενός τα όρια είναι δυσδιάκριτα και αφετέρου το περιεχόμενο της διαφοράς αφηρημένο. Το περιεχόμενο αυτό γίνεται, μέσα από τη γνώση και την εξοικείωση, πολύ πιο ξεκάθαρα ορατό, χωρίς όμως να μπορέσει ποτέ να περιβληθεί τον τύπο ενός ορισμού.

Τα πράγματα θολώνουν ακόμα περισσότερο στην εποχή μας, όπου κάθε δραστηριότητα, της οποίας τα εξωτερικά στοιχεία παραπέμπουν σε καλλιτεχνική εργασία, σπεύδει να αυτοπροσδιορισθεί ως τέχνη. Αυτό υποτίθεται πως την εξευγενίζει και της προσδίδει κοινωνικό κύρος. Έτσι, όποιος σχεδιάζει θεωρείται ζωγράφος, όποιος γράφει θεωρείται λογοτέχνης κοκ. Στη σύγχυση αυτή έρχεται να προστεθεί και η ασάφεια για τα χαρακτηριστικά της τέχνης. Για παράδειγμα η καλαισθησία θεωρείται από τους περισσοτέρους καλλιτεχνική διάσταση, ενώ αφενός καλαισθησία συναντάει κανείς (ευτυχώς) σε πολλά αντικείμενα και δραστηριότητες (μη καλλιτεχνικές) της καθημερινής ζωής, και αφετέρου δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τις Δεσποινίδες της Αβινιόν του Πικάσσο έναν «καλαίσθητο» πίνακα.

Εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μας ξεκαθάριζαν κάπως το τοπίο είναι και πάλι τόσο αφηρημένα, ώστε ο σχετικός ορισμός να καταλήγει πάλι σε ασάφεια. Η «πνευματικότητα», λόγου χάριν, του έργου τέχνης, ενώ είναι κάτι υπαρκτό, δεν είναι κάτι ορισμένο. Όπως επίσης αν αναφερθούμε στην απαραίτητη ένταξη του έργου τέχνης πάνω στον κορμό της ιστορίας της συγκεκριμένης μορφής τέχνης, ή στην πειθαρχία μιας καλλιτεχνικής γλώσσας, ή στη διαμόρφωση προσωπικών στοιχείων γλώσσας, και πάλι στο μυαλό ενός λογικού, αλλά μη εξοικειωμένου με το καλλιτεχνικό γεγονός, παρατηρητή όλα αυτά θα ακούγονται αυθαίρετα.

Συχνά ο σκοπός της τέχνης βοηθάει να την προσδιορίσουμε. Και τούτο διότι η τέχνη είναι στην ουσία της «άσκοπη». Κατά συνέπεια όταν ένα έργο έχει έναν κύριο σκοπό εκτός τέχνης μπορούμε να πούμε ότι τα τυχόν καλλιτεχνίζοντα στολίδια υπάρχουν για να υπηρετηθεί ο κύριος και μη καλλιτεχνικός σκοπός. Μια φωτογραφία της οποίας ο κύριος στόχος είναι η διαφήμιση ενός εμπορεύματος και η στον ευρύτερο βαθμό διάδοση και πώλησή του είναι λογικό να θέτει στην υπηρεσία αυτού του σκοπού όλα της τα εκφραστικά εφόδια. Ακόμα και η πρωτοτυπία της ή η καλαισθησία της πρέπει να υποταγούν στα κελεύσματα των βασικών προθέσεών της. Το γεγονός ότι σε οριακό επίπεδο μια τέτοια εικόνα μπορεί ενδεχομένως, αφού υπηρετήσει τον βασικό της στόχο, να υπάρξει και ως έργο τέχνης, αποτελεί τόσο μοναδική εξαίρεση, ώστε να μην τη λαμβάνουμε υπόψη. Η άποψη των τελευταίων μεταμοντέρνων κινημάτων που θεωρεί ότι όλες οι εφαρμοσμένες εκδηλώσεις της καθημερινότητάς μας, μεταξύ των οποίων και η διαφήμιση, αποτελούν μέρος της τέχνης (και με την οποία βεβαίως διαφωνώ) μπορεί να συζητηθεί, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να γίνει άλλοθι της ημιμάθειας, κάτι που ούτε οι υποστηρικτές της θα ήθελαν

.Η εξ ορισμού εμπορικότητα της διαφήμισης βοηθάει μερικούς να κρατήσουν από αυτήν τις (καλλιτεχνικές) αποστάσεις τους. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τη διασκέδαση. Συνήθως μάλιστα η πλειοψηφία του κόσμου θεωρεί την τέχνη διασκέδαση και τούμπαλιν, έτσι ώστε οι δύο αυτοί χώροι σχεδόν να ταυτίζονται. Η διασκέδαση όμως, ειδικά στην εποχή μας, υπακούει σε νόμους και κατευθύνσεις που με πολύ συγκεκριμένες προθέσεις τίθενται από ανθρώπους έξω από τον καλλιτέχνη. Αλλά και εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε πως η τέχνη δεν είναι ο ιδανικός τρόπος για διασκέδαση, αν με αυτή τη λέξη εννοούμε και μια χαλαρότητα, μια ανάπαυλα του νου, μια

ηρεμία των αισθήσεων. Η τέχνη αντιθέτως μάλλον μας κουράζει, μας προβληματίζει, απαιτεί ενεργό παρουσία (την ώρα μάλιστα που η διασκέδαση ρέπει προς την παθητική παρουσία) και αν η τέχνη τέρπει δεν το κάνει μόνο μέσω των αισθήσεων, αλλά κυρίως μέσω του πνεύματος. Ακόμα και ο σοβαρός φιλότεχνος επιθυμεί και έχει ανάγκη τη διασκέδαση στη ζωή του, και γνωρίζει ότι αυτήν δεν θα του την προσφέρει συνήθως η τέχνη. Τα όρια και πάλι είναι δυσδιάκριτα. Και χάριν της καλύτερης σαφήνειας των διαφορετικών θέσεων είναι σκόπιμο να επιλέγει κανείς παραδείγματα ακραία, ώστε οι θέσεις να γίνονται αντιληπτές και όχι παραδείγματα που να κινούνται στο όριο ανάμεσα στις δύο δραστηριότητες. Είναι ανώφελο και εν τέλει κουραστικό να επαναλαμβάνουμε μονίμως ότι όλες οι αφηρημένες διακρίσεις στη ζωή (που είναι και οι πιο σημαντικές) έχουν όρια (ευτυχώς) ασαφή. Ακόμα και η επιστήμη στις προχωρημένες της έννοιες αποφεύγει τις απόλυτες οροθετήσεις. Μόνον ο Νόμος (και όχι το Δίκαιο) οφείλει να έχει όρια σαφή και γι αυτό είναι (δυστυχώς) συχνά άδικος.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΦΑΙΡΕΣΗ

Μια από τις μεγάλες συγχύσεις που προκαλεί η τέχνη στο ευρύ κοινό βασίζεται στην πεποίθηση πως η τέχνη υπάρχει για να αναπαριστά με επιδεξιότητα την πραγματικότητα. Η διάδοση της μη αναπαραστατικής ζωγραφικής δεν στάθηκε αρκετή για να ξεριζώσει αυτήν την αντίληψη. Η σκηνή μιας κινηματογραφικής ταινίας που αναπαριστά με ρεαλισμό ένα γεγονός που ο θεατής έχει ζήσει, ανεβάζει στην εκτίμησή του τον σκηνοθέτη, ακριβώς όπως εκτιμάται ιδιαιτέρως το απολύτως ρεαλιστικό παίξιμο ενός θεατρικού ηθοποιού. Η τέχνη, κατά την εδραιωμένη αυτή άποψη, πρέπει να μιλάει για τη ζωή αντιγράφοντάς την με υψηλή πιστότητα. Ο καλλιτέχνης δεν είναι τίποτε άλλο από ένας μάστορας της αναπαράστασης. Το έργο τέχνης δεν είναι παρά ένα κουκλόσπιτο, η αληθοφάνεια της επίπλωσης του οποίου γεννάει τον θαυμασμό.

Η τέχνη όμως, κι αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει ουσιαστικά αντιληπτό, παρατηρεί τη ζωή όχι για να την αντιγράψει, αλλά για να εφεύρει «σημεία» βάσει των οποίων θα αναγάγει την παρατήρησή της σε νέο δημιούργημα. Αυτή περίπου είναι και η τόσο παρεξηγημένη έννοια της υπέρβασης. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα παραπέμπει στη ζωή. Δεν την αποδίδει. Γι αυτό κανένα έργο τέχνης δεν είναι εν τέλει ρεαλιστικό. Ακόμα κι αν υιοθετεί νατουραλιστική μορφή. Η μέθοδος για να επιτευχθεί αυτή η υπέρβαση είναι η αφαίρεση. Η αναγωγή δηλαδή της μορφής σε εκείνο το όριο, όπου τα εναπομέντα σημεία, οι λεπτομέρειες, απελευθερώνονται από τον ρόλο που κατέχουν στον πραγματικό κόσμο για να υιοθετήσουν τον νέο ρόλο που τους αποδίδει ο δημιουργός. Γι αυτό άλλωστε του αποδίδουμε και τον όρο «δημιουργός». Αλλιώς θα τον ονομάζαμε ακριβέστερα «αναπαραγωγό».

Η ΕΠΙΦΟΙΤΗΣΗ

Οι γνωστές εικονίτσες, που απεικονίζουν τους Αποστόλους με το Άγιο Πνεύμα σαν γλωσίτσα πάνω από το κεφάλι τους να τους «επιφοιτά», φαίνεται πως έχουν επηρεάσει τον πολύ κόσμο, που πιστεύει ότι κάπως έτσι εμπνέει ο «Θεός της Τέχνης» και τους καλλιτέχνες. Η αντίληψη ότι ο καλλιτέχνης περιμένει ανήμπορος την έμπνευση να τον αγγίξει προσδίδει στην τέχνη μια γοητευτική μεταφυσική διάσταση, αλλά απέχει πολύ από την αλήθεια.

Ο καλλιτέχνης παράγει έργο συνδυάζοντας τον νου, τις αισθήσεις και τον ψυχισμό του. Απαιτείται η επιμέρους καλλιέργεια αυτών των τριών στοιχείων, αλλά και ο συντονισμός τους, για να παραχθεί έργο. Η καλλιέργεια των τεχνικών μέσων, η σκέψη πάνω στη φύση του καλλιτεχνικού μέσου και πάνω στον κόσμο, η απελευθέρωση και ο σεβασμός του ψυχισμού λειτουργούν μόνο μέσα στην καλλιτεχνική πράξη. Η έμπνευση είναι προϊόν της καλλιτεχνικής πράξης. Διαπιστώνεται δηλαδή το φαινόμενο να ανακαλύπτει κανείς αυτό που επιθυμεί μέσα και όχι έξω από την καλλιτεχνική διαδικασία. Ούτε πριν, ούτε μετά, ούτε παράλληλα με αυτήν.

Η έμπνευση επομένως, η ύπαρξη της οποίας διαπιστώνεται αναμφισβήτητα εκ του αποτελέσματος, δεν πρέπει να απασχολεί τον καλλιτέχνη. Η καλλιτεχνική δουλειά θα του την αποκαλύψει. Έξω από αυτήν δεν υπάρχει. Η άσκηση του μέσου είναι ταυτόχρονα μέρος της έμπνευσης. Ο καλλιτέχνης θέτει δηλαδή τον εαυτό του σε συνθήκες έμπνευσης, που δεν είναι τίποτε άλλο από συνθήκες δουλειάς.

ΘΕΜΑ-ΜΟΡΦΗ-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Το κοινό απέναντι στη φωτογραφία είναι πλήρως δέσμιο της αληθοφάνειάς της και του εικονιζόμενου θέματος. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ειδικά η φωτογραφία (πολύ περισσότερο από τον κινηματογράφο, το θέατρο ή τη λογοτεχνία) δεν είναι παρά ένα ίχνος (με την έννοια του σημείου) πραγματικότητας, μέσα από ένα ίχνος (με την έννοια του ελάχιστου) αλήθειας.

Ο πρώτος τρόπος να αρχίσει κάποιος να προσεγγίζει την ιδιαιτερότητα του φωτογραφικού αποτυπώματος είναι να αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη σημασία των μορφολογικών στοιχείων που συνθέτουν μια φωτογραφική εικόνα. Να καταλάβει δηλαδή ότι μια φωτογραφία, για να υπάρξει και πέρα από τη διάσταση ενός αποτυπώματος, πρέπει να συντίθεται («σύνθεση») από στοιχεία μορφής («φόρμα») που να προσδίδουν βάρος στην επιλογή και στην απόρριψη των στοιχείων της. Να αντιληφθεί τη σημασία των τεσσάρων πλευρών, της γωνίας λήψεως, της επιλογής του συγκεκριμένου φακού, του βάθους πεδίου, του βαθμού αντιθέσεων («κοντράστ»), της διάταξης και αντιπαράθεσης των όγκων κλπ.

Η συνειδητοποίηση αυτών των στοιχείων είναι μια τόσο σημαντική αποκάλυψη για τον θεατή, ώστε να κατευθύνει πλέον το ενδιαφέρον του, σχεδόν αποκλειστικά, στην περιοχή της φόρμας, με τάση εκμηδένισης της σημασίας του θέματος. Η τάση αυτή (αναγκαία κατά την πορεία) είναι εξίσου εσφαλμένη και άδικη με την προηγούμενη που αγνοούσε τη μορφή. Η σύνδεση θέματος και μορφής πρέπει αναγκαστικά να καταλήγει στο περιεχόμενο, που λογικά είναι και ο πυρήνας του έργου. Η κατανόηση της έννοιας «περιεχόμενο» στην τέχνη προκαλεί και τις μεγαλύτερες δυσκολίες στο κοινό. Η πρώτη και εύκολη διέξοδός του είναι να καταφύγει στον συμβολισμό. Μετά τη μορφή αυτός είναι το πρώτο που αντιλαμβάνεται και αγκαλιάζει ο μέσος θεατής. Εν τούτοις ο συμβολισμός συνήθως παραμένει στο επίπεδο του μηνύματος. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αντιλαμβάνεται το κοινό. Και ένας τέτοιος συμβολισμός δεν έχει κανένα ενδιαφέρον μετά την αποκρυπτογράφησή του.

Η κατανόηση της ουσίας και της σημασία του «περιεχομένου» ανήκει στον χώρο των «μυστηρίων» του καλλιτεχνικού γεγονότος. Διότι αν το περιεχόμενο μπορούσε να ορισθεί και να περιγραφεί, τότε το έργο τέχνης δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Δεν θα ήταν παρά η εικονογράφηση μιας ιδέας ή μιας φράσης. Ο συγκεκριμένος κάθε φορά συνδυασμός θέματος και μορφής αποδίδει ένα περιεχόμενο, το οποίο (και ας μου συγχωρεθεί η ιεροσυλία) «εκπορεύεται» πότε περισσότερο εκ του θέματος, πότε περισσότερο εκ της μορφής και πότε αδιακρίτως εκ των δύο. Και είναι πάντοτε (τουλάχιστον στα σημαντικά έργα) πολύσημο και αφηρημένο.

ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ-ΠΙΚΤΟΡΙΑΛΙΣΜΟΣ-ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΑ ΚΛΠ.

Η μεγάλη, αν και γοητευτική, δυσκολία να γίνουν αντιληπτά τα περί του περιεχομένου της τέχνης και ειδικά της «πτωχής» και «νεοφερμένης» φωτογραφίας, οδήγησε τόσο τους αδαείς όσο και τους μυημένους σε παρακαμπτήριους δρόμους ευκολίας. Οι απόψεις κατά τις οποίες η τέχνη αποτυπώνει μόνον σημάδια της εποχής της και δεν συνδέεται με τον δημιουργό της, ή ότι η τέχνη αποτελεί εικονογράφηση εννοιών που υπάρχουν πριν από την κατασκευή του έργου, ως πρόθεση, και μετά, ως αποτέλεσμα, καθώς και ότι η φωτογραφία δεν είναι παρά ένας ακόμα τεχνικός νεολογισμός της ζωγραφικής επανέρχονται από καιρό σε καιρό, γίνονται μόδα και εναλλάσσονται με άλλα παρόμοια σε μια γενική τάση παράδοσης στη γοητεία του προφανούς και του επιφανειακού. Οι τάσεις αυτές μπορούν με μεγάλη ευκολία να απαντήσουν στα διάφορα περί τέχνης ερωτήματα και να καθησυχάσουν την αγωνία των ερωτώντων, που δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι στα σημαντικά πράγματα της ζωής (και η τέχνη για μερικούς είναι ένα από αυτά) δεν υπάρχουν πάντα, τουλάχιστον εύκολες και σαφείς, απαντήσεις. Άλλωστε, σε όλα αυτά τα σημαντικά όσο περισσότερο ακριβείς και συγκεκριμένοι επιχειρούμε να γίνουμε, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την αλήθεια τους.

ΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ

Αν και όλες οι παραπάνω ερωτήσεις-απορίες, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, υποβάλλονται σε κάθε μάθημά μου και μολονότι η απάντησή τους οδήγησε ενίοτε και σε διχογνωμίες τόσο οξείες, που μόνον αυτά τα σημαντικά ζητήματα της ζωής, εκείνα που ξεφεύγουν από τη λογική, μπορούν να προκαλέσουν, σπάνιες φορές βρέθηκε κάποιος να μου υποβάλει την παρακάτω ερώτηση.

Για ποιο λόγο άραγε πρέπει να ασχολούμαστε με την τέχνη; Είτε σαν δέκτες είτε σαν δημιουργοί; Γιατί να βυθιζόμαστε σε κάτι που μας αποξενώνει από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή του κόσμου, που μας περιορίζει την επικοινωνία με τον ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, που απαιτεί πνευματική βάσανο και συνεχείς απορίες, που μας γεμίζει συχνότερα με απογοητεύσεις παρά με ικανοποιήσεις, που μας προβληματίζει χωρίς πάντα, να μας διασκεδάζει;

Η απάντηση είναι μία και απλή. Ουδόλως πρέπει. Αν όμως έχει κάποιος γευτεί την ανείπωτη χαρά και απόλαυση, όταν γεμίζει το μυαλό και την ψυχή του με ένα σπουδαίο έργο ή όταν βγάζει από το δικό του μυαλό και τη δική του ψυχή το πιο μικρό δείγμα δημιουργίας, τότε θέλει να ξαναζήσει αυτή τη βαθιά και διαρκή χαρά όσους κόπους, απορίες και ερωτήματα κι αν κρύβει.