fbpx

Όσα έμαθα διδάσκοντας φωτογραφία

Ψηφιακό περιοδικό Andro (2013)

Ο Πλάτων Ριβέλλης -φωτογράφος, δάσκαλος, συγγραφέας βιβλίων για τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο και πρόεδρος τού σωματείου «Φωτογραφικός Κύκλος»- διατρέχει την ιστορία του ως δασκάλου φωτογραφίας και περιγράφει το πλαίσιο των σεμιναρίων του.

Πάνε 32 χρόνια που ξεκίνησα να διδάσκω την τέχνη (και όχι το επάγγελμα) τής φωτογραφίας. Μια και μέχρι τότε ήμουν μοναχά ένας δικηγόρος, ό,τι είχα μάθει για αυτήν το είχα μάθει μόνος μου. Εκείνες τις εποχές άλλωστε αυτό που μας ενδιέφερε το μαθαίναμε μόνοι μας (και καλύτερα) και αυτό που βαριόμασταν το μαθαίναμε στο πανεπιστήμιο (και χειρότερα).

Ξεκίνησα, λοιπόν να διδάσκω μεταφέροντας με πολύ πάθος και κέφι τις λίγες γνώσεις μου (που τότε τις νόμιζα πολλές) σε ποικίλης προέλευσης μαθητές. Στα χρόνια που ακολούθησαν δίδαξα το πιο ετερόκλητο κοινό. Από μαθητές αμερικανικού πανεπιστημίου τής Κηφισιάς μέχρι αμερικανούς πεζοναύτες τής Νέας Μάκρης, από μέλη λεσβιακού σωματείου μέχρι εφήβους ελληνικών ιδιωτικών λυκείων, από φοιτητές τής Παντείου μέχρι μαθητές σχολών φωτογραφίας, από δασκάλους των απανταχού τής Ελλάδος τμημάτων Λαϊκής Επιμόρφωσης μέχρι μεταπτυχιακούς σπουδαστές τής Καλών Τεχνών, με λίγα λόγια ανθρώπους κάθε τάξης, ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου.

Τα συμπεράσματα πoυ αποκόμισα θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα εξής:

α) Όποιο και αν είναι το κοινό, πρέπει να απευθύνεσαι σε αυτό με τον ίδιο τρόπο. Να μην προσαρμόζεσαι σε αυτό, αλλά με ειλικρίνεια να περιμένεις από το κοινό να προσαρμοστεί σε σένα, σε αυτό που είσαι και σε αυτό που πιστεύεις. Το αντίθετο δεν είναι παρά κολακεία και λαϊκισμός, που θα υπονομεύσουν ταχέως κάθε προσπάθεια.

β) Όσο περνούσαν τα χρόνια και αύξαναν οι καλλιτεχνικές και φωτογραφικές μου γνώσεις, τόσο δυσκολευόμουν να τις μεταφέρω. Όσο δηλαδή βελτιωνόμουν, τόσο αύξανε η αίσθηση ότι αυτά που λέω είναι δυσπρόσιτα. Εντούτοις, ο σεβασμός τής αρχής που αναφέρω στην προηγούμενη παράγραφο, έκανε τους μαθητές μου να με δέχονται και ως εκ τούτου να αποδέχονται τη δυσκολία, αλλά και να εμπιστεύονται τη διάρκεια και τα αποτελέσματα τής πνευματικής καλλιέργειας που τους βοηθούσα να αναπτύξουν.

γ) Διαπίστωσα με λύπη ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών, ασχέτως ηλικίας και προέλευσης, είχαν απελπιστικά κενά στον τομέα τής γενικότερης καλλιτεχνικής παιδείας. Το καλλιτεχνικό γεγονός ήταν απόν από τα περισσότερα σπίτια και από όλα τα σχολεία. Αυτό με υποχρέωνε (και με υποχρεώνει) να αφιερώνω σημαντικό μέρος των μαθημάτων μου στη γνωριμία με άλλες τέχνες, τουλάχιστον με εκείνες που γνωρίζω λίγο καλύτερα.

δ) Διαπίστωσα, επίσης, ότι το θεωρητικό μάθημα (είτε λίγων είτε περισσότερων ωρών) έφερνε το κοινό σε επαφή με μια φωτογραφία που αγνοούσαν και δεν κατανοούσαν, αλλά αυτό γινόταν με έναν αναπόφευκτα απότομο τρόπο. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν (και είναι) να σταματούν τη φωτογράφιση. Θεώρησα επομένως ότι σαν αναγκαία συνέχεια τού βασικού, και τρόπον τινά εισαγωγικού, σεμιναρίου μου, έπρεπε να προβλεφθεί ένα σεμινάριο πιο προχωρημένο ή, όπως σωστότερα το ονόμασα, «Φωτογράφισης και Κριτικής». Στη διάρκεια αυτού του σεμιναρίου οι συμμετέχοντες φωτογραφίζουν καθημερινά, υφίστανται καθημερινή κριτική των φωτογραφιών τους, ενώ παράλληλα θίγονται και αναλύονται ποικίλα καλλιτεχνικά θέματα μέσω προβολών και ακροάσεων. Οι νέες τεχνολογίες στάθηκαν μεγάλη βοήθεια στην προσπάθεια αυτή.

ε) Κατάλαβα, τέλος, ότι για να πετύχει ένα μάθημα σαν το δικό μου, ένα μάθημα που ας μου επιτραπεί να το χαρακτηρίσω "άχρηστο", δηλαδή μη άμεσα ωφέλιμο και προφανώς μη επιστημονικό, πρέπει ο μαθητής να επιλέγει και να μην υφίσταται τον δάσκαλο. Αποτέλεσμα αυτής τής διαπίστωσης ήταν να περιοριστώ στα μαθήματα που διοργάνωνα ο ίδιος και όχι σχολές ή πανεπιστήμια όπου οι μαθητές ήταν υποχρεωμένοι να με ακούν.

Στα χρόνια όμως αυτά άλλαξε σε κάποιο βαθμό και το περιεχόμενο τής διδασκαλίας μου. Όχι βέβαια οι γενικές της γραμμές, διότι αυτό θα σήμαινε ότι θα είχε αλλάξει και η κοσμοθεωρία μου, αλλά οι βασικές της κατευθύνσεις. Οι λόγοι ήταν πολλοί.

Ο πρώτος και κυριότερος είναι πως ένα τέτοιο μάθημα δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται με ακρίβεια διότι δεν βασίζεται σε βασική και αναγκαία ύλη. Δεν έχει, στην ουσία, αρχή και τέλος. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη απειλή από την ανία που πιθανόν να νιώσει ο ομιλητής. Οι αλλαγές λοιπόν ακολουθούν την ανάγκη για αφύπνιση, όχι μόνον των συμμετεχόντων αλλά και τού διδάσκοντος.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι ίδιες απορίες και οι ίδιες απαντήσεις παίρνουν εντελώς διαφορετική χροιά ανάλογα με την προσωπικότητα των μαθητών. Και αυτές οι διαφορετικές προσωπικότητες μετατρέπουν ένα τέτοιο μάθημα από (αναπόφευκτο εν μέρει) μονόλογο σε συναρπαστικό διάλογο. Έναν διάλογο που δεν στηρίζεται στον αντίλογο, αλλά στη συνειδητή παρουσία, στη συμμετοχή και στον σεβασμό.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι πριν από τριάντα χρόνια σχεδόν κανένας μεγάλος φωτογράφος δεν ήταν γνωστός στο ευρύ κοινό. Η γνωριμία επομένως με το παρελθόν τής φωτογραφίας ήταν αναγκαία και αρκετά χρονοβόρα. Σήμερα, το διαδίκτυο αλλά και η διαδεδομένη πλέον φωτογραφική παιδεία έχουν εξασφαλίσει τη γνωριμία αυτή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Ακριβώς όπως οι πάσης φύσεως πληροφορίες είναι πλέον προσβάσιμες στο διαδίκτυο από όλους. Γεννιέται όμως μια νέα επιτακτική ανάγκη, τόσο στο πεδίο τής φωτογραφίας όσο και σε κάθε άλλο, τής διαμόρφωσης δηλαδή κριτηρίων με στόχο τις ορθότερες επιλογές. Τώρα πλέον το πρόβλημα δεν είναι να γνωρίζουμε τον τάδε ή τον δείνα φωτογράφο-δημιουργό, αλλά να είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε και να κρίνουμε την καλλιτεχνική του πρόταση. Γι' αυτό και τα σεμινάρια πλέον έχουν σημειώσει μια στροφή προς την καλλιτεχνική σκέψη που προηγείται ή ακολουθεί τη φωτογραφική πράξη.

Παράλληλα με τα φωτογραφικά σεμινάρια και μέσα από αυτά (κυρίως όμως από το «Σεμινάριο Φωτογράφισης και Κριτικής») αναπτύχθηκε η ανάγκη και δημιουργήθηκε η ζήτηση για ένα σεμινάριο με περιεχόμενο τον κινηματογράφο. Εδώ φάνηκε πιο καθαρά και η νέα στροφή των φωτογραφικών σεμιναρίων, ή μπορεί κιόλας να είναι τα κινηματογραφικά σεμινάρια που επηρέασαν την αλλαγή κατεύθυνσης των φωτογραφικών.

Είναι μάλλον σαφές ότι ένας που παρακολουθεί ένα σεμινάριο-αφιέρωμα σε έναν μεγάλο σκηνοθέτη, δεν το κάνει (συνήθως τουλάχιστον) για να κάνει μια δική του ταινία, αλλά για να μπορέσει να απολαύσει τα σπουδαία έργα των άλλων. Με λίγα λόγια επιχειρεί με τη βοήθειά μου να μάθει να βλέπει καλύτερα και βαθύτερα. Κάτι βέβαια που εξοργίζει πολλούς, δεδομένου ότι αδυνατούν να δεχτούν ότι δεν πρέπει να πιστεύουν ούτε τα μάτια τους, αν πρώτα δεν σκεφτούν αυτά που βλέπου. Το ίδιο όμως θα έλεγα και για τα μαθήματά μου τής φωτογραφίας. Όλοι τραβούν φωτογραφίες και όλοι βλέπουν φωτογραφίες (και με το παραπάνω θα έλεγα). Ελάχιστοι όμως βλέπουν πραγματικά. Δηλαδή, ελάχιστοι βλέπουν πέρα από τα εικονιζόμενα. Όταν εκπαιδευτεί κανείς να βλέπει μια φωτογραφία πέρα από αυτό που απεικονίζει, τότε αυξάνει η ελπίδα να δει κατά τη φωτογράφιση κάτι πέρα από αυτό που απλώς υπάρχει.