fbpx

Robert Mapplethorpe

Περιοδικό Αθηνόραμα (2011)

Όταν το ταλέντο υπακούει στους νόμους τής αγοράς

Ο Robert Mapplethorpe υπήρξε κατά τη δεκαετία τού 1980 ένα χαρακτηριστικό δείγμα τού αμερικανικού μάρκετινγκ και τής νέας (για κείνα τα χρόνια) εμπορευματοποίησης στον χώρο τής τέχνης. Είχε όλα τα εφόδια για να πετύχει. Ήταν πραγματικά ταλαντούχος, ζούσε στον νεοϋορκέζικο χώρο των πετυχημένων και διασήμων, ήταν ομοφυλόφιλος και διατεθειμένος να εκμεταλλευτεί την ιδιότητα αυτή την περίοδο που η αστική τάξη ήταν από τη μεριά της έτοιμη να την αποδεχτεί.

Η στρατηγική που ακολούθησε ήταν υποδειγματική. Παρουσίαζε φωτογραφίες άψογης τεχνικής με προφανή, εύπεπτη και αφελή θεματολογία. Η θεματολογία αυτή εκινείτο σε τρία επίπεδα. Το πρώτο αφορούσε τα ανδρικά γυμνά, τα οποία φρόντιζε να μας πληροφορήσει ότι ανήκαν σε προσωπικούς του φίλους, γυμνά με έμφαση στα υπερμεγέθη πέη και με σκηνοθεσία που άγγιζε τα όρια τού μικροαστικού κιτς. Το δεύτερο αφορούσε παραδοσιακά θέματα τής ζωγραφικής νεκρής φύσης, άνθη, λαχανικά, ακόμα και φασιανούς ή νεκροκεφαλές. Η σκηνοθεσία πρωτόλεια και ανώδυνη παρέπεμπε στην αφελή ζωγραφική τού ακαδημαϊσμού τού 19ου αιώνα, αλλά, παράλληλα, στηριζόταν και σε υπονοούμενα που συνδέονταν με τα ανδρικά γυμνά του. Μελιτζάνες "τσακώνικες", κρίνα και μίσχοι λουλουδιών ή κεφαλές τού Ερμή. Κατά την πρώτη τουλάχιστον περίοδο τής εισβολής του στον καλλιτεχνικό χώρο φρόντιζε οι φωτογραφικές του εκθέσεις να είναι παράλληλες, έτσι ώστε οι εκθέσεις των δήθεν τολμηρών θεμάτων (σε πιο αβανγκαρντίστικες γειτονιές) να προωθούν τις πωλήσεις των πιο συμβατικών εκθέσεων νεκρής φύσης σε γειτονιές πιο συμβατικές αλλά και πιο εύπορες. Η τακτική αυτή οδήγησε στο τρίτο φωτογραφικό επίπεδο, αυτό τής αμιγώς εμπορικής δουλειάς του, το οποίο στηρίχτηκε στη φήμη που είχε αποκτήσει από την υπόλοιπη, αλλά και στη θεματολογία της. Έτσι, στις διαφημίσεις ενδυμάτων και υποδημάτων συμμετείχαν οι φίλοι του από τις πιο σκανδαλοθηρικές φωτογραφίες του, ενώ διάσημοι και εύποροι παράγγελναν σε αυτόν τα απολύτως συμβατικά πορτρέτα τους, με την ικανοποίηση ότι τα συνόδευε η πασίγνωστη αλλά και τολμηρή υπογραφή του. Η στενή σχέση του με πολυεκατομμυριούχο και μεγάλο συλλέκτη φωτογραφιών προφανώς βοήθησε την άνοδό του, ενώ ο πρόωρος θάνατος και των δύο τους από AIDS συνέβαλε στην ολοκλήρωση μιας πορείας που είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός μύθου μετατρέποντας το έργο του και τον ίδιο σε αυτό που έχει επικρατήσει να λέγεται cult.

Ο ίδιος ο Mapplethorpe από πολύ νωρίς, ίσως για να αποφύγει την κριτική των ανθρώπων τής φωτογραφίας, έλεγε ότι δεν είναι φωτογράφος (παρόλο που οι φωτογραφίες του στο μέσον μιας εποχής με φωτο-εικαστικές τάσεις ήταν ως προς τη μορφή αμιγώς φωτογραφικές) και ότι απλώς με το έργο του έκανε μία δήλωση, ένα statement. Αν το statement αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, όπως είχε δηλώσει νεαρός αμερικανός θαυμαστής του, να μπορέσουν οι νέοι ομοφυλόφιλοι να ομολογήσουν τις προτιμήσεις τους ανοιχτά, τότε πράγματι υπήρξε ωφέλιμο. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να αφορά την τέχνη, όπως δεν αφορά την βυζαντινή αγιογραφία ο αριθμός των θαυμάτων που αποδίδονται σε μια συγκεκριμένη εικόνα.

Αυτό όμως που προκαλεί τη μεγαλύτερη θλίψη ήταν όταν, μετά από τα πρώτα χρόνια τής επιτυχίας του, δημοσιεύτηκαν αρκετές φωτογραφίες του τής νεανικής του περιόδου, όπου το αναμφισβήτητο ταλέντο του, ανεπηρέαστο από τις επιταγές τής αγοράς, έδινε το μέτρο τού πάθους και τού πόνου που μόνο η ειλικρίνεια μπορεί να αποδώσει. Τα αυτοπορτρέτα τής νεανικής του ηλικίας προκαλούν πολύ μεγαλύτερη συγκίνηση και ταραχή από οποιοδήποτε πέος, μαστίγιο, ή μελιτζάνα και δεν θα μπορούσαν ούτε από μακριά να έχουν σχέση με την εμπορική διαφήμιση. Ο σκοτεινός εσωτερικός κόσμος τού Robert Mapplethorpe, αυτός που θα μπορούσε να τον ανεβάσει ψηλά στο πάνθεον τής τέχνης τής φωτογραφίας, υποχώρησε μπροστά στην εύκολη και ανώδυνη, ακόμα και για το συμβατικό αστικό κοινό, συνθηματολογία ενός απλοϊκού statement. Για άλλη μια φορά η αγορά κέρδισε στη μάχη με τη δημιουργία.