fbpx

Το γυμνό και η φωτογραφία

Περιοδικό Κλικ

Η φωτογραφία δεν αναπαριστά ένα γυμνό σώμα, αλλά το συγκεκριμένο σώμα που βρίσκεται μπροστά στον φωτογράφο. Η διαφορά αυτή άλλωστε είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι όλοι είμαστε πιο καχύποπτοι και επιφυλακτικοί όταν μας ζητηθεί να στηθούμε γυμνοί μπροστά στον φωτογραφικό φακό, από το να επιτρέψουμε σε κάποιον να μας ζωγραφίσει. Στην πρώτη περίπτωση ο εικονιζόμενος είμαστε εμείς οι ίδιοι, στη δεύτερη δανείσαμε απλώς το σώμα μας για μια αναπαράσταση.

Οι ζωγράφοι ασκούνται απεικονίζοντας το γυμνό σώμα. Μελετούν έτσι τις αναλογίες, την υφή και τα χρώματα. Οι φωτογράφοι δεν χρειάζεται να μελετούν τις λεπτομέρειες. Έχουν όμως μεγαλύτερη δυσκολία να συλλάβουν το σύνολο μέσα από τις λεπτομέρειες. Η φωτογραφία γυμνού βοηθάει τους φωτογράφους να μελετήσουν βαθύτερα τη λειτουργία τής φωτογραφίας και τη σχέση της με την πραγματικότητα τού θέματος. Ακριβώς επειδή σαν θέμα το γυμνό φέρει τη βαριά κληρονομιά τής ζωγραφικής και ταυτόχρονα την εξίσου βαριά παρουσία τής ηδονοβλεπτικής διάστασης τού φωτογραφικού φακού, επιβάλλεται η απόλυτα σαφής σχέση τού φωτογράφου με το θέμα. Με λίγα λόγια στη φωτογραφία είναι εξ ορισμού και εκ προοιμίου ανακόλουθο να ποζάρει ένα μοντέλο μπροστά σε μία ομάδα φωτογράφων χάριν σπουδής, όπως συμβαίνει στις σχολές των καλών τεχνών.

Όταν ο αείμνηστος Μάνος Χατζηδάκης σε ένα από τα «Καφενεία» τού Περιοδικού «Τέταρτο» μάς είχε συγκεντρώσει, μια μικρή ομάδα φωτογράφων, να μιλήσουμε για το γυμνό, έθεσε μια ερώτηση, αστεία ίσως αλλά και πολύ καίρια: «Όταν φωτογραφίζετε κάποιον γυμνό», είπε, «το κάνετε πριν ή μετά;». Και είχε δίκιο. Μια τέτοια ερώτηση δεν θα είχε θέση στη ζωγραφική.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να αποφασίσει ένας φωτογράφος είναι γιατί φωτογραφίζει κάτι. Και αυτό θα του καθορίσει εν μέρει και το πώς. Αν αυτό ισχύει για κάθε φωτογραφικό θέμα, στην περίπτωση τού γυμνού αποκτά κεφαλαιώδη σημασία. Το γυμνό τείνει να «απογυμνώσει» τον φωτογράφο, να τον αφήσει εκτεθειμένο, επειδή από μόνο του είναι ένα θέμα φορτισμένο που καταλαμβάνει ευκολότερα τον χώρο σε βάρος τής παρουσίας τού φωτογράφου.

Στη ζωή, και μην ξεχνάμε ότι η φωτογραφία τη ζωή έχει για πρώτη ύλη, η παρουσία τού γυμνού δεν είναι αυτονόητη. Συνδέεται με ορισμένες συνθήκες και υπακούει σε ορισμένους κανόνες. Η παρουσία επομένως ενός γυμνού σώματος πρέπει να δικαιολογείται και στη συνέχεια να υπερβαίνεται. Και πάλι, αν αυτό ισχύει για όλα τα θέματα, στην περίπτωση τού γυμνού είναι ακόμα πιο δύσκολο να επιτευχθεί. Σε αυτόν μάλλον τον λόγο οφείλεται και το γεγονός ότι υπάρχουν ελάχιστες περιπτώσεις μεγάλων φωτογράφων που να έχουν ασχοληθεί συστηματικά και με επιτυχία με το γυμνό. Και όσο και αν ψάξω, δύσκολα θα βρω κάποιον που να πέτυχε περισσότερο από τον Άγγλο Bill Brandt και μάλιστα όχι σε όλες τις φωτογραφίες του με γυμνά.

Για να πετύχει η φωτογράφιση γυμνού πρέπει ο φωτογράφος να ομολογήσει την αφετηρία του, π.χ. έλξη για ορισμένα σώματα, απέχθεια για άλλα, αγάπη για ένα σώμα, συμπόνια ή τρυφερότητα για άλλα, απεικόνιση τού χρόνου πάνω στα κορμιά, υπόγειος ή προφανής ερωτισμός, περιέργεια για τη διαδικασία, γοητεία απέναντι στο απροστάτευτο και το ευάλωτο που αποκαλύπτει η γύμνια, ή οτιδήποτε άλλο τον έκανε να επιλέξει την απόρριψη των ενδυμάτων. Στη συνέχεια πρέπει να επιχειρήσει την ανατροπή ή την εξισορρόπηση των κινήτρων του με μια άλλη αντίρροπη τάση. Ο Brandt, για παράδειγμα, πέτυχε κάτι τέτοιο με το να εντάξει τα γυμνά γυναικεία σώματα σε έναν χώρο καθημερινής οικειότητας, μπροστά λόγου χάριν σε ένα κρεβάτι ή σε ένα τραπέζι, ανατρέποντας όμως τη φυσικότητα τής παρουσίας τους μέσω ενός θεατρικού φωτισμού, μιας ανέκφραστης μορφής και μιας παραμορφωτικής γωνίας λήψης.

Στη φωτογραφία κανένα θέμα δεν μπορεί να είναι μια απλή πρόφαση, αλλά και κανένα δεν είναι αφ’ εαυτού αρκετό. Και όσο πιο φορτισμένο είναι ένα θέμα (και το γυμνό αναμφισβήτητα είναι) τόσο μεγαλύτερες είναι και οι απαιτήσεις του.