fbpx

Για τη Φραγκοσυριανή η ζωή δεν ήταν πάντα ρόδινη

Περιοδικό Ταχυδρόμος (2001)

Στη Σύρο ζει η μεγαλύτερη κοινότητα χριστιανών καθολικών τής Ελλάδας, περίπου ίσοι σε αριθμό με τους χριστιανούς ορθόδοξους τού νησιού. Σήμερα, οι πολλοί μεικτοί γάμοι αποδεικνύουν την ομαλή και ισότιμη συμβίωση των δύο κοινοτήτων. Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Μέχρι πριν από όχι πολλά χρόνια οι καθολικοί αντιμετωπίζονταν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας και αμφίβολης εθνικής καθαρότητας. Ο Πλάτων Ριβέλλης, από πέρυσι μόνιμος κάτοικος τής Σύρου, μεταφέρει τις εντυπώσεις του γύρω από το κακό παρελθόν και το ελπιδοφόρο παρόν.

Οι καθολικοί, ελάχιστη μειονότητα στο σύνολο τής χώρας, αποτελούν μια σχεδόν ισάριθμη (αν και όχι απολύτως ισότιμη) θρησκευτική κοινότητα με αυτήν των ορθοδόξων στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων. «Όλοι αγαπιόμασταν πάντα σαν αδέλφια. Άλλωστε κακοί άνθρωποι υπάρχουν πάντα και ευτυχώς είναι λίγοι». Με αυτήν τη διπλωματική δήλωση απάντησε ένας ευγενικός καθολικός ιερέας στην ερώτησή μου σχετικά με τον θρησκευτικό ρατσισμό στη Σύρο. Αρκεί όμως να σκαλίσεις λίγο τη μνήμη των συριανών καθολικών, αλλά και των καλοπροαίρετων ορθόδοξων, για να συλλέξεις πληθώρα μικρών, αλλά προσβλητικών για την καθολική μειονότητα, περιστατικών που όλοι οι άνω των τριάντα ετών έχουν ζήσει.

«Άντε ρε μπετουβίνε!». Αυτό συχνά άκουγε ένας κάτοικος των νότιων αγροτικών περιοχών τής Σύρου σαν προσφώνηση, ή, καλύτερα, σαν φιλική (;) βρισιά. Και με το επίθετο αυτό υπονοούσαν (και υπονοούν) τον άξεστο χωριάτη. Αν βέβαια σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι κάτοικοι τής αγροτικής Σύρου ήταν χριστιανοί μεν στο θρήσκευμα, αλλά καθολικοί στο δόγμα, αυτό το επίθετο σήμαινε αυτόματα και κάθε καθολικό κάτοικο. Υπήρχε όμως και το αποκλειστικό παρατσούκλι των καθολικών «φλαούνοι» ή «φλαούνια», άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης αλλά πολύ συγκεκριμένης υποτιμητικής χροιάς.

«Δεν ντρέπεσαι νάχεις Φράγκο σωφέρ!», είχε πει ο αποβιώσας ορθόδοξος δεσπότης σε κυρία τής καλής κοινωνίας τής Ερμούπολης, όπως μου μετέφερε η ίδια. «Φράγκοι» ήταν βέβαια οι καθολικοί, επίθετο με μειωτική χροιά για να τονιστεί η διαφορά από τους «καθαρόαιμους» Ρωμιούς.

«Τι είναι αυτό που θυμάσαι να σε πλήγωνε στα παιδικά σου χρόνια σε σχέση με τη θρησκεία σου;», ρώτησα μια τριαντάχρονη καθολική που μένει στην Ερμούπολη. «Το ότι με έβγαζαν έξω στο μάθημα των θρησκευτικών», μού απάντησε. Κάτι που θα χαροποιούσε κάθε παιδί, το να χάσει δηλαδή μια σχολική ώρα, εκείνη το ένοιωθε σαν προσβολή, σαν ρετσινιά.

Οι περιδεείς «μειονοτικοί», ανήμποροι να αποδεχθούν και να διεκδικήσουν την πολιτισμική και θρησκευτική τους διαφορά κατέφευγαν (και καταφεύγουν ακόμη) σε αστεία και εσφαλμένα επιχειρήματα ομοιότητας, τού τύπου «και εμείς τρία δάχτυλα ακουμπάμε στο μέτωπο όταν κάνουμε το σταυρό μας» ή «το Πιστεύω λέει να πιστεύουμε σε μία αγία καθολική και αποστολική εκκλησία!». Αυτό απάντησε μια «μπετουβίνα» καθολική σε μια συγκάτοικο στον θάλαμο τού νοσοκομείου, όταν τής είπε «κάτω τα χέρια από την Αγία Γραφή». Με απλοϊκή πονηρία διευκρίνησε: «Αυτό το είπα για να την μπερδέψω. Το ξέρω πως δεν σημαίνει αυτό που εννοούσα». Αλλά και ο πετροπόλεμος που έπαιζαν οι μικροί (ορθόδοξοι) τής Ερμούπολης με τους (καθολικούς) πιτσιρικάδες τής Άνω Σύρας ήταν αθώος, ήταν κάτι σαν κλέφτες κι αστυνόμοι ή Παναθηναϊκοί και Ολυμπιακοί. Εν τούτοις η διάκριση δεν έπαυε να είναι Καθολικοί-Ορθόδοξοι.

Δεν γνωρίζω αν υπήρχαν ποτέ ειδικές διατάξεις, αλλά δεν φαίνεται να ήταν εύκολο για έναν έλληνα καθολικό να γίνει αξιωματικός ή δάσκαλος, ή, πολύ λιγότερο, φοιτητής θεολογίας. Οι ρατσισμοί βέβαια δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε ειδικό ελληνικό φαινόμενο. Άλλωστε κάθε διαφορά οδηγεί σε διακρίσεις. Ακόμα και οι γείτονες Ναξιώτες αντιμετωπίζονται από τους Συριανούς σαν ξένοι, με ό,τι αρνητικό φέρει αυτή η λέξη. Η διαφορά όμως με τον θρησκευτικό ρατσισμό είναι ότι αυτός στηρίζεται στην εδραιωμένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ένταξη στο ορθόδοξο ποίμνιο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στο ελληνικό έθνος. Στο «πας μη Έλλην βάρβαρος» προστέθηκε με τα χρόνια και το «πας μη ορθόδοξος μη Έλλην».

«Έχετε δίκιο. Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι στη Σύρο συμβιώνουν Έλληνες με Καθολικούς!», μου είπε ανώτερος υπάλληλος Υπουργείου επιφορτισμένος μάλιστα με την επικοινωνία με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες για κοινά προγράμματα. Γλωσσικό παραστράτημα; Πιθανόν. Αλλά κάτι δείχνει.

Η Αθήνα μάλλον δεν έμαθε ποτέ τις θρησκευτικές διακρίσεις που ίσχυαν στις Κυκλάδες. Ούτε οι λίγοι Καθολικοί τής πρωτεύουσας (στους οποίους λόγω οικογενείας ανήκω) έζησαν άλλωστε τέτοιες διακρίσεις. Θυμάμαι μάλιστα ότι ο φίλος Κώστας Ζουράρις με αποκαλούσε (αστειευόμενος) στα νεανικά μας χρόνια (αρχές-αρχές τού ΄60) «Λατίνο εραστή», προφανώς τονίζοντας το Λατίνος σε βάρος τού Εραστή. Ή ακόμα με έλεγε και Αντίχριστο. Εν τούτοις ουδέποτε το εισέπραξα σαν μειωτική διάκριση. Ούτε ένοιωσα άλλη διάκριση είτε στο σχολείο είτε στην κοινωνική ζωή. Ίσως γιατί οι ρατσισμοί ευδοκιμούν καλύτερα και μοιάζουν σκληρότεροι στις μικρές κοινότητες. Ή εκεί όπου συνδυάζονται με τις ταξικές διαφορές, όπως συνέβη στη Σύρο. Χρειάστηκε να μεγαλώσω για να ακούσω από το στόμα αγαπημένης μου μαθήτριας (και θεολόγου στο επάγγελμα) ότι δεν μπορεί να χωρέσει στο μυαλό της ότι είμαι καθολικός. Χρειάστηκε να μεγαλώσω για να ακούσω από το στόμα γνωστού έλληνα διανοούμενου ότι οι απόψεις μου περί φωτογραφίας και τέχνης δικαιολογούνται από το δόγμα στο οποίο από καταγωγής ανήκω. Χρειάστηκε να μεγαλώσω για να σκεφτώ ότι μερικοί συμπατριώτες μου σε μικρά μέρη ένοιωσαν από μικροί μειωτικές διακρίσεις.

Η σιωπή γύρω από αυτόν τον θρησκευτικό ρατσισμό ίσως να οφειλόταν και στη σιωπή τής επίσημης Καθολικής Εκκλησίας τής Ελλάδας, η οποία είτε δεν ήθελε να τονίζει αντιθέσεις και να προκαλεί συγκρούσεις, είτε πίστευε ότι έτσι θα εξασφάλιζε την διαιώνιση τού δυναμικού της, αφού δεν θα υπήρχαν απορροφήσεις από το κυρίαρχο ορθόδοξο στοιχείο. Το πρόσφατο θέμα των ταυτοτήτων πιθανόν να ήταν η πρώτη περίπτωση που η Καθολική Εκκλησία διατύπωσε κάποιες θέσεις (όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο, ούτε με τους καλύτερους εκπροσώπους) και που πολλοί έλληνες πολίτες συνειδητοποίησαν την ύπαρξη θρησκευτικών μειονοτήτων (και ευαισθησιών) ανάμεσα στους συμπατριώτες τους. Θέματα σαν αυτό των ταυτοτήτων θα έπρεπε να τίθενται συνεχώς επί τάπητος, χωρίς αναβολές και επιφυλάξεις περί πολιτικού κόστους και άλλων ανοησιών, γιατί αυτές οι μικροσυγκρούσεις βοηθούν τις κοινωνίες να προχωρούν και να εκπαιδεύονται. Και αρκεί να προλάβουμε μια προσβολή σε βάρος έστω και ενός ανθρώπου, για να αντισταθμιστεί ηθικά οποιοδήποτε πολιτικό κόστος.

Ο συριανός κλήρος (και από τις δύο πλευρές) εγκλωβισμένος στις δογματικές διαφορές και στους εκκλησιαστικούς κανόνες συνέτεινε στην απομόνωση. Τι πράγματι να κάνει ο καθολικός ιερέας όταν ο επίσκοπός του (μέχρι το 1960) τού ζητούσε να αφορίσει τους πιστούς που έκαναν μεικτό γάμο; Και τι πράγματι να κάνει ο μέσος ορθόδοξος ιερέας, όταν η ηγεσία του θεωρούσε (και εξακολουθεί επισήμως να θεωρεί) τους καθολικούς ως αιρετικούς και τον καθολικισμό ως αίρεση, με συνέπεια να μην δέχεται τα τελούμενα από τους καθολικούς μυστήρια; Αν λόγου χάρη οι δύο σύζυγοι θέλουν να τελέσουν δύο θρησκευτικές γαμήλιες τελετές, πρέπει να γίνει πρώτα ο καθολικός γάμος και ύστερα ο ορθόδοξος, επειδή η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δέχεται την εγκυρότητα τού καθολικού μυστηρίου. Το αντίθετο δεν μπορεί να γίνει, διότι μια και η Καθολική Εκκλησία δέχεται την εγκυρότητα τού ορθόδοξου γάμου, η τέλεση νέας τελετής θα ισοδυναμούσε με διγαμία. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις παλαιότερες διατάξεις τού Αστικού Κώδικα οι δύο τελετουργίες ήταν υποχρεωτικές, κάτι που ευτυχώς δεν ισχύει πλέον σήμερα.

Είναι γεγονός επίσης ότι οι θρησκευτικές διακρίσεις ήταν πάντα εντονότερες όταν συμπληρώνονταν από τις ταξικές. Οι καθολικοί, παλαιοί κάτοικοι τού νησιού, ήταν στην συντριπτική πλειοψηφία τους αγρότες και μικροτεχνίτες, ενώ οι ορθόδοξοι, νέοι κάτοικοι από την Επανάσταση και μετά, ήταν, επίσης στη μεγάλη πλειοψηφία τους, έμποροι, βιομήχανοι και εφοπλιστές. Η πόλωση αυτή παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι και την αρχή τής δεκαετίας τού ΄60. Οι καθολικοί κατοικούσαν στον αριστερό λόφο (Άνω Σύρα) με τα φτωχικά κυκλαδίτικα σπίτια και τον καθολικό Μητροπολιτικό Ναό (Σαν Τζώρτζης) στην κορυφή, και οι ορθόδοξοι στον δεξιό λόφο με την Ερμούπολη και τα πλούσια νεοκλασικά σπίτια και τον ορθόδοξο Μητροπολιτικό Ναό (τής Ανάστασης) στην κορυφή. Μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα οι πατρίκιοι τής Ερμούπολης δεν επέτρεπαν στους πληβείους των άλλων περιοχών (ασχέτως δόγματος) να παρελαύνουν στην Κυριακάτικη «περατσάδα» περπατώντας στην ίδια περιοχή τής κεντρικής πλατείας. Η βασική διαφορά όμως είναι ότι οι ταξικές διακρίσεις μετά από δυο ή τρεις γενιές ξεπερνιούνται, χωρίς να χρειαστεί να απαρνηθεί κανείς τίποτα. Ενώ οι θρησκευτικές, όταν μάλιστα προσλάβουν και εθνικά χαρακτηριστικά, θεσμοποιούν τις διαφορές κάνοντας την υπέρβασή τους ασύγκριτα δυσκολότερη.

Σιγά-σιγά όμως οι ίδιοι οι πολίτες, η νέα κυρίως γενιά, έκανε αυτές τις διακρίσεις να φαίνονται από ανεφάρμοστες έως γελοίες. Σ’ αυτό συνέτειναν και οι ταξικές προσεγγίσεις. Τα τελευταία είκοσι χρόνια οι άλλοτε φτωχοί καθολικοί πλούτισαν με τον τουρισμό (τα παραθαλάσσια οικόπεδά τους απέκτησαν αξία), αλλά και με την οικονομική αναβάθμιση των τεχνικών επαγγελμάτων (οι περισσότεροι τεχνίτες οικοδομικών επαγγελμάτων είναι καθολικοί). Τώρα πολλοί κατοικούν στην Ερμούπολη και έγιναν πετυχημένοι έμποροι ή επιστήμονες. Η ταξική εξομοίωση και οι προσμίξεις τού πληθυσμού οδήγησαν αναπόφευκτα στη σύναψη όλο και περισσότερων μεικτών γάμων ανάμεσα σε καθολικούς και ορθόδοξους. Τα παιδιά τους συνήθως βαπτίζονται στο θρήσκευμα τού πατέρα, ακόμα και αν η μητέρα είναι εκείνη που έχει τη μεγαλύτερη σχέση με τη θρησκεία. Αυτό όμως μάλλον οφείλεται σε έναν άλλου είδους ρατσισμό με πολύ βαθύτερες ρίζες, εκείνον δηλαδή που δίνει την πρωτοκαθεδρία στον άντρα και στα σχόλια τής κοινωνίας. Κι αυτού όμως τού ρατσισμού φαίνεται πως έχει αρχίσει να σημαίνει η ώρα.

Οι Εκκλησίες αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν. Η Καθολική είχε και την επίσημη βούλα, αφού η Σύνοδος τού Βατικανού στις αρχές τού ’60 έλυσε τα χέρια των φιλελεύθερων ιερέων και επισκόπων, ώστε να εφαρμόζουν «κατ’ οικονομία» πολλές διατάξεις τού Κανονικού Δικαίου, ενώ πολλές από αυτές τις κατάργησε ή τις τροποποίησε. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά ένα γενικότερο κλίμα ανοχής άρχισε σταδιακά να επικρατεί, κυρίως βέβαια μετά την ενθρόνιση τού νέου και άξιου Μητροπολίτη Δωρόθεου, που δεν φαίνεται να τρέφει τις ίδιες αντιλήψεις τού προκατόχου του και έχει κερδίσει την έξωθεν καλή μαρτυρία τού ποιμνίου και των δύο δογμάτων.

Αυτή όμως η μικρή ρατσιστική περιπέτεια στην ιστορία τού συριανού λαού έκανε και άλλο ένα θαύμα πέρα από τους μεικτούς γάμους. Μετά από τόσα χρόνια συνύπαρξης, ενδεχομένως και τόσα χρόνια προσβολών, αμυντικών ανακλαστικών και συγκρούσεων, μπορεί κανείς να πει ότι οι ορθόδοξοι τής Σύρου είναι οι πιο ανοιχτόμυαλοι ορθόδοξοι τής Ελλάδας. Ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούν. Και αυτό συμβαίνει γιατί έμαθαν να ζουν για πολύ καιρό με το «διαφορετικό» πλάι-πλάι, έτσι που το «διαφορετικό» τούς έγινε οικείο. Και δεν είναι απίθανο η ευγένεια, η πνευματική καλλιέργεια και η πολιτιστική ευαισθησία που φαίνεται ότι διακρίνουν τον συριανό λαό (σύμφωνα τουλάχιστον με διαπιστώσεις των επισκεπτών τού νησιού), να οφείλονται εν μέρει στο γεγονός ότι, μια και το κάθε δόγμα φέρει τα δικά του πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όλοι κέρδισαν συμβιώνοντας με έναν άλλον πολιτισμό. Στη Σύρο η Ανατολή συνάντησε εμπράκτως τη Δύση. Τα λίγα κατάλοιπα διαφορών θα απαλειφθούν προτού αλλάξουμε γενιά. Πολύ σύντομα οι ιερείς και των δύο δογμάτων πιστεύω ότι θα μπορούν να συλλειτουργούν και οι νεκροί θα επιτρέπεται να θάβονται στα ίδια νεκροταφεία. Αφού λύθηκε το πρόβλημα τής συγκατοίκησης εν ζωή, γιατί να είναι δύσκολο να λυθεί και μετά θάνατον;

Οι μεικτοί γάμοι, που κάποτε ήταν δακτυλοδεικτούμενοι, είναι πλέον συνηθισμένη πρακτική στη Σύρο, κάτι μάλιστα που κανείς δεν νοιάζεται να σχολιάσει. Είναι φαινόμενο άξιο σχολιασμού και υπογράμμισης μόνον για τους εκτός Σύρου. Λέγεται πάντως ότι όπου υπάρχουν μεικτοί γάμοι ο ρατσισμός και οι διακρίσεις έχουν λήξει. Η ένταξη έχει επιτευχθεί. Βεβαίως έχουν προηγηθεί άλλα σημαντικά βήματα, όπως η πολιτική και οικονομική ένταξη και αναβάθμιση, αλλά το χαριστικό πλήγμα κατά τής διάκρισης δύο κοινοτήτων είναι πάντοτε η τέλεση και η αποδοχή μεικτών γάμων. Άλλωστε οι διαφορές δεν εκλείπουν έτσι κι αλλιώς. Όταν ρώτησα μια καθολική γυναίκα, αν και ο άντρας της είναι καθολικός, μου απάντησε: «Ναι», προσθέτοντας: «Είναι το μόνο κοινό που έχουμε!».

Τα μεικτά ζευγάρια δεν ξεχωρίζουν από τα μη μεικτά. Κανείς δεν θίγει το γεγονός ότι ανήκουν σε διαφορετικά δόγματα. Αν δεν βρισκόμουνα στη Σύρο, και αν δεν μ’ ενδιέφερε το πρόβλημα των διακρίσεων και τής απουσίας ανοχής, δεν θα σκεφτόμουνα καν να τους ρωτήσω. Το μόνο που μερικές φορές μαρτυράει μια πιθανή πολιτισμική διαφορά είναι ενδεχομένως τα ονόματά τους. Αλλά και αυτό είναι πλούτος για μια γλώσσα και για έναν τόπο. Η Φραντζέσκα, η Σπεράντζα, ο Λεονάρδος ή Λινάρδος ή Λιλής, ο Μπενουά(ς), ο Αλοϊσιος ή Λούης μαζί με άλλα πολλά ονόματα και τοπωνύμια μαρτυρούν και αποδεικνύουν ότι αυτό ο τόπος ήταν πολυπολιτισμικός πολύ προτού το επιδιώξουν και οι άλλοι. Δεν χρειάζεται άλλωστε κάθε «Ντελαγράτσια» να γίνει «Ποσειδωνία». Γιατί σε λίγο κανείς δεν θα καταλαβαίνει τον (καθολικό) Βαμβακάρη.

Όσο για μένα δεν μπορώ παρά να χαρώ για τις εξελίξεις, αφού ο συνονόματος Κερκυραίος παππούς μου (πρωτοπόρος τής ισότητας και τής ανοχής), όταν διορίστηκε διευθυντής τού αγγλικού τηλεγράφου στην Ερμούπολη στα τέλη τού περασμένου αιώνα, παντρεύτηκε την ορθόδοξη Συριανή γιαγιά μου. Αυτός με το υπερδογματικό όνομα Πλάτων κι αυτή με το διαδογματικό οναματεπώνυμο Σπεράντζα Καλούδη.