fbpx

Το ελληνικό φωτογραφικό τοπίο ("Επίλογος", 2007)

Περιοδικό Επίλογος, 2007

Μια αρνητική θεώρηση με θετικό προσανατολισμό

Α. Κατεύθυνση αρνητικής κριτικής

Συνήθως οι απολογισμοί έχουν έναν χαρακτήρα θριαμβολογίας. Και είναι γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια όλοι μιλούν, και δίκιο έχουν, για την άνθηση τής ελληνικής φωτογραφίας. Σε έναν μικρό βαθμό έχω και ο ίδιος συμβάλει σε αυτήν και θα μπορούσα κατά συνέπεια να αντλήσω μια προσωπική ικανοποίηση επαναλαμβάνοντας μερικούς από τους σχετικούς διθυράμβους. Εντούτοις υπάρχει ένας ουσιαστικός λόγος που θέλω να κάνω το αντίθετο, και αυτός - προλαμβάνω εκείνους που θα έσπευδαν να αναφερθούν στο πνεύμα αντιλογίας που συχνά με χαρακτηρίζει - είναι η επιθυμία μου να βοηθήσω κρίνοντας. Σαν δάσκαλος γνωρίζω ότι ο έπαινος απλώς ενισχύει την αυτοπεποίθηση, η οποία έτσι κι αλλιώς κυκλοφορεί τελευταία σε μεγάλες δόσεις, αλλά δεν οδηγεί σε καμία βελτίωση. Η αρνητική κριτική είναι, αντιθέτως, εκείνη που μπορεί εποικοδομητικά να συμβουλεύσει και να οδηγήσει σε αλλαγές, αρκεί να μην προκαλέσει συμπλεγματικά αμυντικά σύνδρομα.

Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι τηρώ λεπτομερή στοιχεία για όλες τις κατ' έτος δραστηριότητες που αφορούν τη φωτογραφία. Πιθανόν μάλιστα να είμαι ο πλέον ακατάλληλος για τη συμπλήρωση μιας αναδρομικής φωτογραφικής ατζέντας, αφού η σχεδόν μόνιμη διαμονή μου σε νησί των Κυκλάδων δεν επιτρέπει την παρουσία μου σε όλες τις φωτογραφικές εκδηλώσεις. Από την άλλη όμως μεριά η εξ αποστάσεως θεώρηση των διαφόρων εκδηλώσεων, σε συνδυασμό με την πείρα που μου έχει χαρίσει η επί τριακονταετία ενασχόληση με τη φωτογραφία σε πολλές από τις εκδοχές της, συμβάλλουν ώστε να μπορώ να διαμορφώσω μια πιο συνθετική άποψη για την γενικότερη κατάστασή της στη χώρα μας. Το περιεχόμενο επομένως αυτού τού επιλογικού (ή απολογητικού) σημειώματος θα είναι οι αρνητικές πλευρές τής ήδη οπωσδήποτε ανθηρής ελληνικής φωτογραφίας, όπως εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που είναι το έτος 2007. Και δεν βλάπτει βέβαια να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή ουδέποτε παρατηρούνται μόνον αρνητικά συμπτώματα χωρίς παράλληλα και θετικά, και μάλιστα τις περισσότερες φορές σαν την άλλη πλευρά τού ίδιου νομίσματος, μόνο που εκ προοιμίου βάλαμε σαν προϋπόθεση να ασχοληθούμε με εκείνα που θέλουμε να αποφύγουμε και όχι με όσα περηφανευόμαστε δίκαια ότι κατακτήσαμε.

1. Οι εκθέσεις:

α) Οι λεγόμενες «περιθωριακές» εκθέσεις σε «εναλλακτικούς» χώρους φαίνεται να έχουν οπισθοχωρήσει. Ακόμα και οι παραπάνω, εντός εισαγωγικών, επαναστατικοί όροι, που κάποτε προκαλούσαν από μόνοι τους τον ενθουσιασμό, έχουν τουλάχιστον ξεθωριάσει, όταν δεν έχουν ξεκάθαρα χρεωκοπήσει.

β) Οι εκθέσεις «καταξιωμένων» φωτογράφων σε «καταξιωμένες» αίθουσες τέχνης (εν προκειμένω οι εντός εισαγωγικών όροι ουδέποτε προκαλούσαν ενθουσιασμό και ακόμα λιγότερο επαναστατικά ρίγη) είναι αμφίβολο αν πολλαπλασιάστηκαν ή αν απλώς συντηρήθηκαν. Έτσι κι αλλιώς όμως τις περισσότερες φορές δεν είναι σίγουρο ότι ωφέλησαν τη φωτογραφία, όσο ελάχιστους φωτογράφους, οι οποίοι ακολουθώντας συμβουλές αιθουσαρχών κοστολόγησαν αρκετά υψηλά τα έργα τους (τα οποία οι ίδιοι αποφεύγουν να τα χαρακτηρίζουν σαν απλές φωτογραφίες).

γ) Οι πωλήσεις «καλλιτεχνικών» φωτογραφιών (όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο απαραίτητα είναι τα εισαγωγικά όταν μιλούμε περί φωτογραφίας) δεν φαίνεται να έχουν πάρει μια σταθερή ανιούσα. Οι επενδυτές εικαστικών έργων στην Ελλάδα επενδύουν ενίοτε και σε φωτογραφίες, αλλά σε ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα, και κυρίως χωρίς πεποίθηση και χωρίς γνώσεις. Αν το ποσοστό των φιλότεχνων επενδυτών είναι γενικά μικρό, εκείνο των φιλότεχνων αγοραστών φωτογραφίας είναι σχεδόν μηδενικό. Οι τυχόν αγορές πραγματοποιούνται συνήθως με την προτροπή τού γκαλερίστα-συμβούλου, με την ελπίδα μιας καλής επενδυτικής κίνησης, με τη διάθεση διακοσμητικής πινελιάς για τα γραφεία ή τα σπίτια και πάντοτε με μια βαθιά επιφύλαξη απέναντι στο μέσο. Αντίθετα, δεν φαίνεται να έχει δημιουργηθεί ένα νέο κοινό που να επενδύει σε κλασική φωτογραφία (παλιά ή σύγχρονη) σε λογικές τιμές και λογικά μεγέθη, όπως φαίνεται να έχει διαμορφωθεί στο εξωτερικό, όπου έχουν αναδυθεί ακόμα και εξειδικευμένες γκαλερί, κάτι που για την Ελλάδα ούτε στον μακρινό ορίζοντα δεν μοιάζει εφικτό.

δ) Οι εκθέσεις διάσημων φωτογράφων τού εξωτερικού, που θα συνέβαλαν στη διαμόρφωση και καλλιέργεια ενός εξειδικευμένου φωτογραφικού κοινού, γίνονται όλο και πιο δύσκολες, δεδομένου ότι οι φωτογράφοι και οι γκαλερί που τους εκπροσωπούν διατυπώνουν όλο και πιο προκλητικές οικονομικές απαιτήσεις, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτη η έκθεση τού έργου τους, έστω και από ιδρύματα που προβάλλουν επίσημα τον πολιτισμό τής χώρας των εκάστοτε φωτογράφων. Αλλά ακόμα και όταν οι απαιτήσεις των φωτογράφων κινούνται σε λογικά πλαίσια, όπως ευτυχώς συμβαίνει μερικές φορές, αν προσθέσει κανείς τη δαπάνη ενός καταλόγου και τής πρόσκλησης και φιλοξενίας τού ίδιου τού φωτογράφου, το συνολικό κόστος τής έκθεσης ανεβαίνει σε ύψη που καθιστούν απαγορευτική την πραγματοποίησή της. Εκτός των άλλων πρέπει να σημειωθεί ότι οι απαραίτητοι ιδιώτες χορηγοί, που συνήθως δεν είναι άλλοι από τράπεζες και εισαγωγείς οινοπνευματωδών, δεν φαίνεται να συγκινούνται από τη φωτογραφία γενικώς, την οποία (εσφαλμένα) θεωρούν μη αποδοτική από πλευράς προσέλευσης και προβολής, επιβεβαιώνοντας έτσι τη γενικότερη καχυποψία και επιφύλαξη απέναντί της, καχυποψία που παρά την αναμφισβήτητη καθιέρωση τής φωτογραφίας δεν έχει ξεπεραστεί.

ε) Οι μεγάλες φωτογραφικές εκθέσεις σε μουσειακούς χώρους είναι άκρως περιορισμένες και συνήθως αφορούν την παρουσίαση ελάχιστων παλαιών Ελλήνων φωτογράφων, είτε των ολίγων γνωστών, είτε μερικών νεοανακαλυφθέντων. Τα χρήματα για τις εκθέσεις αυτές προέρχονται από είτε από κρατικές επιχορηγήσεις είτε, σπανιότερα, από τη γενναιοδωρία μερικών μουσείων.

στ) Τα λίγα επίσημα κρατικά ιδρύματα, όπως και οι ελάχιστοι επιδοτούμενοι θεσμοί, συνεχίζουν τις κατ' έτος ή ανά διετία καθιερωμένες εκδηλώσεις τους, από τις οποίες όμως μοιάζει να λείπει ο ενθουσιασμός. Ο ενθουσιασμός των διοργανωτών, τού κοινού, τού τύπου, των συναδέλφων. Με λίγες λέξεις όλα γίνονται επειδή έχει επικρατήσει να γίνονται και επειδή το δημόσιο συνεχίζει να πληρώνει. Και αυτό όμως το τελευταίο, το κάνει χωρίς ενθουσιασμό.

2. Οι εκδόσεις

α) Ως προς τα λευκώματα-μονογραφίες είναι ελάχιστες οι ηρωικές προσπάθειες μεμονωμένων φωτογράφων, που εκδίδουν τα βιβλία τους με δικά τους έξοδα, δεδομένου ότι σπάνια ένας εκδότης επενδύει σε φωτογραφικά λευκώματα, και ίσως αυτή τη φορά δικαίως, δεδομένου ότι σπάνια οι συμπατριώτες μας τα αγοράζουν. Τα μόνα που εξακολουθούν να εκδίδονται και να πωλούνται είναι αυτά που δεν αφορούν την καλλιτεχνική ή, γενικότερα, δημιουργική φωτογραφία, αλλά άλλα θέματα τουριστικά, οικολογικά και λοιπά, οπόταν δεν πωλούνται με την ιδιότητα των φωτογραφικών λευκωμάτων, ούτε χάριν τού ονόματος τού φωτογράφου.

β) Οι ανερχόμενοι εικαστικοί φωτογράφοι αποφεύγουν να μιμούνται τους πετυχημένους ζωγράφους και να εκδίδουν λευκώματα με φωτογραφίες τους, ίσως γιατί φοβούνται μήπως τοποθετηθούν και πάλι στην κατηγορία τής απλής (και όχι εικαστικής) φωτογραφίας, μια και επιμένουν ότι τα έργα τους σε μικρότερα μεγέθη και μακριά από τον χώρο τους δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να εκτιμηθούν σωστά.

3. Η παιδεία

α) Έχω την αίσθηση ότι όλοι οι χώροι ιδιωτικής και δημόσιας φωτογραφικής παιδείας έχουν χάσει κάποια από την αρχική αίγλη τους. Τα ΤΕΙ είχαν ταράξει κάποτε τα νερά τού φωτογραφικού χώρου και, παρά τις διαφωνίες που θα μπορούσε κάποιος να έχει, προσφέρανε μια φωτογραφική παιδεία που υπερέβαινε τον τεχνικό τους ρόλο. Η κατάσταση δεν μοιάζει ίδια σήμερα.

β) Η προσθήκη τής έδρας Φωτογραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να πιστοποιήσει το ενδιαφέρον των σπουδαστών για το τεχνικό μέσο τής φωτογραφίας σαν εργαλείο των εικαστικών τους αναζητήσεων. Κάτι που θα το έκαναν και χωρίς τη νέα έδρα. Δεν φαίνεται όμως να έχουν αποκτήσει γνώσεις και ενδιαφέρον για την ίδια τη φωτογραφία.

γ) Οι ιδιωτικές σχολές φωτογραφίας είχαν ξεκινήσει πολλά υποσχόμενες και με αρκετούς καλούς δασκάλους. Μερικές καλές σχολές έκλεισαν. Απέμειναν κυρίως ΙΕΚ και τούτο γιατί δίνουν την ψευδαίσθηση μιας επισημότητας και, κυρίως, επειδή προσφέρουν απαλλαγή από τη στράτευση. Μερικοί δάσκαλοι εξακολουθούν να είναι καλοί, αλλά εκτός τού ότι αποτελούν μειοψηφία, έχουν χαθεί μέσα σε μία σύγχυση γύρω από τους στόχους των σπουδών.

δ) Τα πολυάριθμα τμήματα Δήμων, Νομαρχιών, Επιμόρφωσης κλπ, αφού, εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια, πέρασαν μια περίοδο άνθησης, είτε έσβησαν, είτε μπήκαν σήμερα σε μία μακρά περίοδο ρουτίνας. Η παρουσία τους έχασε εκείνη τη ζωντάνια που μας γέμισε κάποτε ελπίδες. Άλλωστε πολύ σπάνια εκδηλώνονται με κάποια δημόσια παρουσία.

ε) Αν στο ζήτημα τής φωτογραφικής παιδείας συμπεριλάβουμε και την έμμεση φωτογραφική παιδεία τού κοινού, τότε τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Μπορεί το κοινό να ασχολείται τώρα περισσότερο από ποτέ με τη φωτογραφία αλλά το κάνει με την αισθητική και τη λογική των εντύπων. Και αυτά δεν τού δίνουν κανένα ποιοτικό εφόδιο. Ειλικρινά δεν βλέπω κάποιο έντυπο που να υιοθετεί ουσιαστικά ποιοτική φωτογραφία. Πολύ lifestyle, πολύ εντυπωσιακές φόρμες, ολίγον ασπρόμαυρο για δυστυχία, διαφημιστικο-μοδάτες εξυπνάδες, αλλά τίποτα ουσιαστικό. Όλα σε επίπεδο κινητών τηλεφώνων.

στ) Αν στο ζήτημα τής έμμεσης παιδείας μνημονεύσουμε χωριστά την τηλεόραση, μια και η δύναμή της δεν συγκρίνεται με οποιοδήποτε άλλο μέσο, τότε θα κάνουμε για άλλη μια φορά μια θλιβερή διαπίστωση. Όπως συμβαίνει με όλους τους τομείς τού πολιτισμού και τού πνεύματος, οι επικεφαλής των καναλιών δεν δίνουν σημασία ούτε στη φωτογραφία, ούτε σε άλλες τέχνες, όχι γιατί κάποια μυστικά κέντρα τούς επιβάλλουν αυτή τη στάση, αλλά γιατί η παιδεία τους σταματάει στην Eurovision και στο Champions League. Αν αυτό δεν αληθεύει, τότε έπρεπε από καιρό να έχουν παραιτηθεί. Και είναι κρίμα, γιατί η επανάσταση στον τομέα τής παιδείας μόνο από την τηλεόραση θα μπορούσε να έρθει.

ζ) Αν στο ζήτημα τής φωτογραφικής παιδείας προσθέσουμε και την τύχη των φωτογραφικών ομίλων, τότε η απογοήτευση αυξάνει. Η επιθυμία για οτιδήποτε ομαδικό έχει γενικώς ατονήσει, όταν δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως. Μερικοί συμπαθείς γερόλυκοι ανά την Ελλάδα συνεχίζουν να καθοδηγούν μερικές λέσχες, ομίλους, σωματεία, αλλά πολύ λίγοι νέοι δείχνουν διάθεση να τους αντικαταστήσουν. Συνήθως, όταν το ενδιαφέρον των νέων για τη φωτογραφία συνεχίζει, τότε μετατρέπεται σε διάθεση για προσωπική μόνο προβολή και καριέρα.

η) Αν τέλος, χαρούμε για την έφεση των νέων μας να σπουδάσουν φωτογραφία σε αλλοδαπά, κυρίως βρετανικά, πανεπιστήμια, η χαρά μας θα μετριαστεί αν σκεφτούμε και διαπιστώσουμε ότι αγωνία των περισσοτέρων δεν είναι η φωτογραφική τους παιδεία και η καλλιτεχνική τους δημιουργία, αλλά η απόκτηση όσο το δυνατόν υψηλότερων και περισσότερων μεταπτυχιακών τίτλων με στόχο τη διεκδίκηση μιας διδακτικής έδρας ή την ευκολότερη πρόσβαση σε εκθεσιακούς χώρους. Δηλαδή πάλι η καριέρα και όχι η τέχνη.

Β. Κατεύθυνση θετικών αλλαγών

Οι αρνητικές διαπιστώσεις θα μπορούσαν να συνεχίσουν και να συνδυαστούν με άλλα αρνητικά στοιχεία τής ελληνικής κοινωνίας. Δεν έχει όμως νόημα να σπρώχνει κανείς το καρφί ακόμα πιο βαθιά, αν κάποιος έχει ήδη αισθανθεί το αρνητικό πρόσημα, την αρνητική κατεύθυνση. Δεν υπάρχει φερειπείν λόγος να αντιτάξει κάποιος στα παραπάνω μερικά θετικά παραδείγματα. Αυτά αναμφισβήτητα υπάρχουν. Αυτό που μετράει είναι η γενική εικόνα και η κυρίαρχη τάση. Αν αντίθετα κάποιος δεν βλέπει το αρνητικό πρόσημα, τότε είναι ευτυχής και δεν χρειάζεται ούτε να αγωνιά ούτε να αλλάξει απολύτως τίποτα. Είναι βέβαια γεγονός ότι σε μια κοινωνία όλα συνδέονται και αλλάζουν ομαδικά προς το καλό ή το κακό. Άρα, θα λέγαμε, ότι αν η παιδεία, η ηθική και η αισθητική σε μία χώρα είναι αυτών των απαιτήσεων και αυτής τής ποιότητας, δεν υπάρχει λόγος να εξαιρείται η φωτογραφία. Υπάρχουν όμως δύο λόγοι που πρέπει, αφού δεχτούμε αυτή τη μοιρολατρική αλήθεια, να την ξεχάσουμε. Ο πρώτος είναι ότι προς στιγμήν, για πολύ λίγο, φάνηκε ότι τα πράγματα, όλα αλλά και η φωτογραφία, πήγαιναν προς το καλύτερο. Και ο δεύτερος ότι ο καθένας μας πρέπει να ξεκινήσει από τον χώρο που γνωρίζει καλύτερα.

Δεν υπάρχουν συνταγές βελτίωσης, αλλά θα μπορούσαν να διατυπωθούν μερικές γενικές αρχές και κατευθύνσεις. Και πριν από όλα να ξεκαθαρίσει ο καθένας τούς στόχους του. Αν οι στόχοι είναι πιο καθαροί, τότε όλοι μπορεί να αποδώσουν πιο σωστά και ποιοτικά αποτελέσματα. Ακόμα και οι στόχοι που αφορούν τον πλουτισμό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των φωτογράφων είναι η ταυτόχρονη προσπάθεια κάλυψης πολλών μετώπων. Ακριβώς επειδή η πολυσχιδής ταυτότητα τής φωτογραφίας τούς το επιτρέπει. Όταν όμως επιχειρείται η ικανοποίηση πολλών στόχων, κερδίζει πάντα ο ευτελέστερος. Όταν αντιθέτως επιχειρείται τιμίως και ευθέως η ικανοποίηση τού ευτελέστερου, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να αναβαθμίσει ακόμα και αυτόν.

Το δημόσιο πρέπει να ακολουθεί και να συμπληρώνει τις επιθυμίες των ιδιωτών, όχι να τις προκαλεί και να τις γεννάει. Αν ένας όμιλος, λόγου χάριν δεν υπάρχει από μόνος του στηριζόμενος στην ανάγκη των μελών του, αν μία εκδήλωση δεν έχει ήδη προγραμματιστεί, δεν είναι σωστό να στηρίζεται αποκλειστικά στην αρωγή τού δημοσίου ταμείου. Η τέχνη είναι ανάγκη των ατόμων, όχι τού κράτους. Και πρέπει, επιτέλους, το δημόσιο να ενισχύσει τον πιο σημαντικό κρίκο τής φωτογραφικής παιδείας και δημιουργίας, που είναι το βιβλίο. Και πρέπει επίσης να ελέγχει την αξιοποίηση των επιχορηγήσεών του.

Η γενικευμένη σύγχυση που έχει προκληθεί από την άτακτη επικράτηση τής ψηφιακής φωτογραφίας, μπορεί να αποβεί σωτήρια. Όταν τα πράγματα έχουν χάσει τις αξίες τους, μια ανεξέλεγκτη ταραχή, μπορεί να βοηθήσει σε μια επαναθεώρησή τους. Και κυρίως σε μία νέα αξιολόγησή τους. Είναι, επομένως, ενδεχόμενο οι ψηφιακές ευκολίες να μας κάνουν να διαμορφώσουμε νέες ηθικές και αισθητικές απαιτήσεις, να αντιληφθούμε βαθύτερα τη σημασία τής όχι αποκλειστικά τεχνικής παιδείας, να διευρύνουμε την απήχηση τού μέσου και άλλα πολλά που μπορεί να έχουν σχέση με την ουσία τής φωτογραφίας, όσο και με τον τρόπο διείσδυσης και απήχησης στην κοινωνία.

Αλλά και πέρα από τις συνειδητές κατευθύνσεις υπάρχουν και διορθωτικές κινήσεις που επιβάλλονται από την ίδια τη ζωή. Όταν, λόγου χάριν, οι μεταπτυχιακοί φωτογράφοι αντιληφθούν ότι όσα κάνουν δεν τους εξασφαλίζουν παρ' όλα αυτά καριέρα, φήμη και αποδοχές, μπορεί να ξανασκεφτούν τους ουσιαστικούς λόγους που ξεκίνησαν να κάνουν φωτογραφία. Όταν οι μοναχικοί τού υπολογιστή απαυδήσουν από την ίδια τους την εικόνα, μπορεί να αναζητήσουν εκ νέου τις φωτογραφικές και άλλες παρέες. Όταν οι γκαλερίστες αντιληφθούν τα λάθη που έχουν κάνει κατά την ανάπτυξη τής φωτογραφίας και διαπιστώσουν ότι οι πελάτες των τεραστίων διαστάσεων και των αστρονομικών ποσών εξαντλούνται, ή απογοητεύονται από την επενδυτική πορεία των φωτογραφιών, ή, το πιο ενδιαφέρον, ότι καλλιεργούνται και μορφώνονται και αυτοί, μπορεί τότε να αναθεωρήσουν τη σχέση τους με τη φωτογραφία και την εκτίμησή τους προς αυτή.

Οι αρνητικές επισημάνσεις δεν αναιρούν το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει και ένα καλό κράτος, και πολλοί καλοί φωτογράφοι, και ευσυνείδητοι και καταρτισμένοι δάσκαλοι φωτογραφίας, και καλοί γκαλερίστες και πιθανόν (κάπως δυσκολότερο) και καλά περιοδικά ποικίλης ύλης, και ακόμα σπανιότερα (και αρκετά δυσκολότερα) και μερικές καλές τηλεοπτικές εκπομπές. Πρέπει να βοηθήσουμε όλοι να αξιοποιηθούν και να μην απογοητευτούν.