fbpx

Τα διαφορετικά είδη των φωτογραφικών μηχανών και η σχέση τους με την καλλιτεχνική φωτογραφία

Περιοδικό Είδωλο

Οι εξωτερικοί περιορισμοί για τους καλλιτέχνες είναι τόσο απαραίτητοι, ώστε, αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να εφευρεθούν. Η δίωρη διάρκεια τής κινηματογραφικής ταινίας αφαιρεί ένα ερωτηματικό από τον σκηνοθέτη, μια και τού θέτει το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να κινηθεί. Οι διαστάσεις μιας θεατρικής σκηνής δεν μπορεί να αμφισβητηθούν από τον σκηνογράφο κι έτσι από αυτές θα ξεκινήσει κάθε καλλιτεχνικό «στήσιμο». Το μέγεθος και το σχήμα τής οροφής μιας εκκλησίας θα καθορίσει τη σύνθεση τής οροφογραφίας.

Εξ αντιδιαστολής επομένως προκύπτει ότι η απόλυτη ελευθερία για τον καλλιτέχνη, αν και αναγκαία, αποτελεί ταυτόχρονα ένα βάρος, αφού πολλαπλασιάζει την ανάγκη επιλογών. Αν αυτές οι επιλογές, τουλάχιστον στα βασικά πρώτα βήματα, περιοριστούν, τότε ο δημιουργός θα μπορέσει να εστιάσει το ενδιαφέρον του στον πυρήνα τής καλλιτεχνικής του ιδέας, η οποία, νεφελώδης πάντοτε, θα έχει τουλάχιστον τα πρώτα όρια μέσα στα οποία πρέπει να αναπτυχθεί.

Στη φωτογραφία, ένα κατ’εξοχήν μηχανικό εκφραστικό μέσον, οι περισσότεροι τεχνικοί περιορισμοί για την παραγωγή τού έργου τίθενται από τεχνικούς, δηλαδή ανθρώπους ξένους προς την καλλιτεχνική παραγωγή. Οι τεχνικοί αυτοί προαποφασίζουν για πάρα πολλά δεδομένα που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε όταν ξεκινούμε το φωτογραφικό μας έργο. Η εξέλιξη τής τεχνολογίας, αλλά και οι νόμοι τής αγοράς, τροποποιούν τα δεδομένα, όχι πάντοτε προς το καλύτερο, και ο δημιουργός είναι υποχρεωμένος να προσαρμόσει σε αυτά την καλλιτεχνική του ιδέα και πορεία.

Αν το φιλμ, τα χημικά, τα χαρτιά, η ποιότητα των φακών και άλλα πολλά οφείλονται στην εξέλιξη τής τεχνολογίας, υπάρχουν παράμετροι που, τουλάχιστον στα μάτια μας, φαίνονται σαν μάλλον τυχαίες ή και αυθαίρετες επιλογές. Οι διαστάσεις τού μικρού φορμά, τα 24 επί 36 χιλιοστά, που καθορίζουν επί σχεδόν ένα αιώνα τα φωτογραφικά μας έργα, σε μια τέτοια τυχαία επιλογή οφείλονται. Αλλά και όλα τα υπόλοιπα μεγέθη φιλμ θα μπορούσαν να είναι και λίγο διαφορετικά. Το ίδιο διαφορετικές θα μπορούσαν να είναι και οι εστιακές αποστάσεις των κλασικών φακών. Γιατί να μας ορίζει το βλέμμα για χρόνια τώρα ένας 28άρης ή ένας 35άρης και όχι ένας 25άρης και ένας 38άρης; Εν τούτοις εμείς προσαρμοζόμαστε σ’αυτές τις παραμέτρους, που αν και τυχαίες έχουν μεγάλη σημασία για την αισθητική απόδοση τής δουλειάς μας.

Ίσως όμως η πιο καθοριστική από τις παραμέτρους των τεχνικών επιλογών μας να είναι αυτή που αφορά τα είδη και τα μεγέθη των μηχανών, αφού άλλωστε αυτές είναι υπεύθυνες για όλες τις μετέπειτα τεχνικές κατευθύνσεις. Τα είδη των μηχανών αναπτύχθηκαν και αυτά μέσα από αναγκαίες τεχνικές λύσεις, από εμπορικά κελεύσματα και από αυθαίρετες προτιμήσεις. Οι βασικές διακρίσεις είναι μία που κινείται προς το μέγιστο δυνατό μέγεθος και κατά συνέπεια προς την μεγαλύτερη δυνατή ποιότητα και μία άλλη που τείνει προς το ελάχιστο μέγεθος και την μεγαλύτερη ευχρηστία. Ανάμεσα σ’αυτές αναπτύσσονται διάφορες συμβιβαστικές λύσεις.

Ένας νέος φωτογράφος έχει λοιπόν να αντιμετωπίσει το πρώτο και βασικό ερώτημα επιλογής τής μηχανής. Για τον επαγγελματία το ερώτημα λύνεται αυτομάτως μια και οι στόχοι του είναι εξαρχής καθαροί και ομολογημένοι. Θα επιλέξει εκείνη τη μηχανή που ταιριάζει στο είδος τής δουλειάς που τού έχουν αναθέσει, εκείνη που εκτελεί δηλαδή με ταχύτητα και ακρίβεια τις απαιτήσεις τού πελάτη, υπό τον όρον βέβαια ότι ο τελευταίος θα έχει να πληρώσει το αντίτιμο τής ποιότητας που απαιτεί. Αν λόγου χάριν ο διαθέσιμος χρόνος λήψεως είναι άφθονος, όσο και τα χρήματα τής αμοιβής, δεν υπάρχει λόγος να μην χρησιμοποιηθεί μια μεγάλη μηχανή στούντιο με την ποιότητα που προσφέρει το μεγάλο αρνητικό και οι δυνατότητες διόρθωσης προοπτικής. Αν πάλι οι συνθήκες λήψεως δεν είναι άνετες και υπερτερούν λόγοι οικονομίας και ταχύτητας, τότε θα προτιμηθεί η ευκολία τής μικρής μηχανής. Οι ενδιάμεσες λύσεις θα είναι, όπως συνήθως συμβαίνει, απόλυτα θεμιτές λύσεις συμβιβασμού.

Σε περίπτωση όμως που στόχος μας είναι η καλλιτεχνική δημιουργία, τότε κάθε τεχνική επιλογή έχει ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Επειδή ο φωτογράφος-δημιουργός δεν έχει καθαρό και ομολογημένο αλλά μόνον ενδεχόμενο στόχο, οι επιλογές αυτές μπορεί να είναι αποτέλεσμα υπολογισμών αλλά και αυθαιρεσίας και να οδηγούν σε συνέπειες προβλεπόμενες ή απρόσμενες. Ακόμα περισσότερο, η κάθε μηχανή δεν χρησιμοποιείται μόνον για όσα είναι ικανή να κάνει καλύτερα από μια άλλη, αλλά ακόμα και για όσα δεν έχει προβλεφθεί να κάνει.

Είναι σαφές ότι το εργαλείο καθορίζει εν μέρει και το έργο. Αν όμως ο καλλιτέχνης έχει άποψη για το μέσον τής φωτογραφίας γενικώς και για το περιεχόμενο τής δουλειάς του ειδικώς, τότε το εργαλείο μπορεί να χρησιμεύσει σαν πλαίσιο και στοιχείο έμπνευσης. Στην αντίθετη περίπτωση οι ιδιότητες τού εργαλείου θα υποκαταστήσουν τη δημιουργική παρουσία τού φωτογράφου. Αν λόγου χάριν επιλέξει ένας καλλιτέχνης τη μηχανή στούντιο μόνον για την τεχνική τελειότητα που τού εξασφαλίζει το μεγάλο αρνητικό, τότε κακώς φωτογραφίζει. Σε καμία τέχνη η τεχνική τελειότητα δεν είναι αυτοσκοπός. Αν πάλι την επιλέξει διότι έτσι εξασφαλίζει μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στην αμερικανική καλλιτεχνική αγορά είναι ένας απλός απατεώνας, ένας δηλαδή που παρουσιάζει τα ψέματα σαν αλήθειες. Αν όμως επιλέξει τη μεγάλη μηχανή γιατί πιστεύει ότι είτε θα τον βοηθήσει να ανανεώσει την περιέργειά του (απαραίτητη προϋπόθεση για έναν καλλιτέχνη), είτε γιατί αισθάνεται ότι θα τού επιβάλλει ρυθμούς που ταιριάζουν στο έργο του, τότε μπορεί η επιλογή του αυτή να αποδειχθεί ευεργετική για τη δημιουργία του.

Πράγματι αυτό που κυρίως πετυχαίνει κάθε μηχανή είναι να βάζει τη σφραγίδα της στη διαδικασία τής φωτογράφησης. Η μεγάλη μηχανή σε εξαναγκάζει να βλέπεις διαφορετικά, αφού η συχνότητα με την οποία αλλάζεις πλάκα, άρα λήψη, είναι εξαιρετικά αργή. Έχεις την ψευδαίσθηση ότι είδες τη φωτογραφία προτού την τραβήξεις. Αυτό όμως θα μπορούσε να είναι και η παγίδα της. Η φωτογραφία έτσι κι αλλιώς αποκαλύπτει την αξία της μόνον όταν υπάρξει. Μέχρι τότε αποτελεί ερωτηματικό και γι’ αυτόν που την τράβηξε. Η μικρή πάλι μηχανή επιβάλλει κινητικότητα. Γίνεται ευκολότερα η προέκταση τού ματιού. Εδώ όμως ο κίνδυνος, η παγίδα, είναι η πιθανή φλυαρία. Σε αντίθεση δηλαδή με τη μεγάλη μηχανή ο φωτογράφος μπορεί να θεωρήσει ότι κατά κάποιο τρόπο πολυβολεί με κλειστά μάτια και έτσι κι αλλιώς η φωτογραφία θα τού αποκαλυφθεί μετά, αρνούμενος να καταλάβει ότι υπάρχει και ένα απαραίτητο κομμάτι «προαπόφασης».

Η ηρεμία τής μεγάλης μηχανής και η νευρικότητα τής μικρής μπορούν, πέρα από τη συμπεριφορά κατά τη στιγμή τής φωτογράφησης, να επηρεάσουν και όλη την τοποθέτηση τού φωτογράφου απέναντι στο θέμα του. Οι φόρμες που θα προκύψουν θα είναι απόρροια τής τοποθέτησης αυτής. Διότι πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι κατ’αρχήν όλες οι μηχανές είναι σε θέση να κάνουν όλες τις δουλειές. Ευκολότερα ή δυσκολότερα. Εκείνο που θα καθορίσει την ποιότητα τής καλλιτεχνικής γλώσσας είναι η επίδραση τού τρόπου τής φωτογράφησης, άρα τής διαδικασίας, πάνω στη φόρμα και στη σχέση τού φωτογράφου με το θέμα. Η μια διαδικασία μπορεί να τείνει προς την αποστασιοποίηση, την ώρα που η άλλη μπορεί να ευνοεί τη συμμετοχή και την ταύτιση. Το σημαντικό είναι να αντιληφθεί κανείς ότι τίποτα δεν είναι άσχετο με την προσωπικότητα τού κάθε φωτογράφου. Είναι πιθανόν η νευρικότητα τής τριανταπεντάρας τηλεμετρικής μηχανής να είναι για έναν φωτογράφο αιτία εμπλοκής του στο φωτογραφικό γεγονός, ενώ για έναν άλλον να είναι αιτία απόστασης από τα διαδραματιζόμενα.

Δεν πρέπει επίσης να παραβλεφθεί η ανάγκη τού κάθε δημιουργού για αλλαγή κατεύθυνσης. Αυτό συνήθως παίρνει τη μορφή ενός αδιεξόδου από το οποίο ο καλλιτέχνης επιχειρεί να διαφύγει. Τα αδιέξοδα αυτά είναι απαραίτητες τομές στη δημιουργική διαδικασία. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ασθένεια τής δημιουργίας. Στην προσπάθεια απεμπλοκής από το αδιέξοδο είναι πολύ συνηθισμένη η αλλαγή καθαρά εξωτερικών στοιχείων, όπως είναι οι τεχνικές επιλογές. Έτσι η αλλαγή είδους και μεγέθους μηχανής αποτελεί για τον φωτογράφο την ευκαιρία επανεξέτασης μιας καλλιτεχνικής διαδικασίας που τον οδηγεί στη μονοτονία και στην ανία. Η προσαρμογή τού φωτογράφου στις απαιτήσεις που η νέου τύπου μηχανή τού επιβάλλει, σε σχέση με την τεχνική της και τη διαδικασία της, αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για ανανέωση τής δικής του προσωπικής πορείας.

Πέρα όμως από τις συνηθισμένες διαστάσεις των ορθογώνιων γενικώς αρνητικών, υπάρχουν αρνητικά και αντίστοιχες μηχανές των οποίων οι διαστάσεις συνιστούν μια διανοητική πρόκληση από μόνες τους. Τέτοια είναι τα τετράγωνα και πανοραμικά φορμά. Η χρήση τέτοιων μηχανών βασανίζει και προκαλεί το μυαλό τού φωτογράφου, ο οποίος δεν αλλάζει μόνον διαδικασία λήψεως αλλά και τρόπο επιλογής και αποκοπής τού κόσμου. Η χρήση ενός αρνητικού 24Χ36 ή 4,5Χ6 ή 6Χ7, ή 10Χ12,5 κινείται πάντοτε στην περιοχή τής αντιπαράθεσης δύο σχετικά συγγενών διαστάσεων που βρίσκονται κοντά στα όρια τής χρυσής τομής και συγγενεύουν με το οπτικό πεδίο τής ζωντανής όρασής μας. Η χρήση όμως των δύο ίδιων διαστάσεων στην μηχανή 6Χ6 ή των δύο ακραία διαφορετικών διαστάσεων τής οποιασδήποτε πανοραμικής μηχανής απαιτεί μια νέα θεώρηση τού φωτογραφημένου κόσμου και μια νέα συνθετική επιλογή. Κάτι δηλαδή που ερεθίζει τον φωτογράφο να αναζητήσει και πάλι νέες κατευθύνσεις, πέραν από εκείνες που τού επιβάλλουν τα διαφορετικά σε όγκο μεγέθη μηχανών.

Οι περισσότεροι φωτογράφοι έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιήσει πολλά είδη μηχανών, είτε από επαγγελματική ανάγκη, είτε από καταναλωτική υστερία, είτε από καλλιτεχνική περιέργεια. Σε καμία περίπτωση οι διαφορετικές επιλογές δεν μπόρεσαν να τους κάνουν καλύτερους ή χειρότερους φωτογράφους. Είναι επίσης φανερό ότι το έργο των καλών φωτογράφων διακρίνεται από μία ενότητα ύφους και πρότασης ακόμα κι όταν έχει γίνει με πολλές διαφορετικές μηχανές. Η μηχανή, εν τέλει, δεν κάνει τον φωτογράφο.