fbpx

Έκθεση και προβολή

Φωτογράφος-Καθημερινή

Απρίλιος 2008

Η πρόσφατη έκθεση τού «Φωτογραφικού Κύκλου» στο Μουσείο Μπενάκη, η οποία λήγει στα τέλη τού Απριλίου, είναι λογικό να συνιστά για τον θεατή μια έκπληξη, δεδομένου ότι δεν ακολουθεί τον καθιερωμένο τρόπο τής ανάρτησης πλαισιωμένων φωτογραφιών σε τοίχους. Η έκθεση μέσω προβολής, και μάλιστα σε οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών, προσκρούει κατά μία έννοια στην αντίληψη ότι η φωτογραφία σαν δισδιάστατη αναπαράσταση δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από του να μιμηθεί τη συμπεριφορά τής θεωρούμενης (εσφαλμένα) σαν μεγαλύτερης αδελφής της, δηλαδή τής ζωγραφικής. Χωρίς βέβαια να υπάρχει ο οποιοσδήποτε λόγος να αποκλειστεί η μέχρι σήμερα συνήθεια τής ανάρτησης κάδρων, αξίζει να σκεφτεί κανείς τη λειτουργία και τον τρόπο προβολής τής φωτογραφίας μέσα από την αναμφισβήτητα πολυδιάστατη και περίπλοκη ιδιαιτερότητά της. Όσο και αν προσπαθήσουμε να θεωρήσουμε τη φωτογραφία σαν ένα αντικείμενο και όσο και αν επιχειρήσουμε να κάνουμε το αντικείμενο αυτό πιο πολύτιμο, μεγαλώνοντας το μέγεθός του, αυξάνοντας την τιμή του και περιορίζοντας τα αντίτυπά του, η φωτογραφία δεν παύει να αποτελεί πριν από όλα μια σχεδόν άυλη εικόνα και μάλιστα με άπειρες δυνατότητες αναπαραγωγής. Είναι ίσως ενδιαφέρον να προσθέσει κανείς και την παρατήρηση ότι στη γλώσσα μας δεν υπάρχει λέξη που να ορίζει αυτό το αντικείμενο, άλλη από αυτή που ορίζει το ίδιο το μέσο. Το μέσο δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο και το τελικό «αντικείμενο». Οι νέες τεχνολογίες πολλαπλασίασαν τις δυνατότητες παραγωγής και διάδοσης τής φωτογραφίας, ενώ παράλληλα προσέδωσαν στην τηλεοπτική οθόνη μια ιδιότυπη ιερότητα επιβάλλοντας την παρουσία της σε όλα τα επίπεδα και τους χώρους τής προσωπικής και επαγγελματικής ζωής μας. Δεν είναι επομένως παράλογο να χρησιμοποιήσει κανείς αυτή την οθόνη και σε χώρους πιο επίσημους και τελετουργικούς, όπως είναι οι εκθεσιακοί χώροι τής φωτογραφίας. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν σκεφτεί κανείς ότι η φωτογραφία είναι γέννημα τής τεχνολογικής επανάστασης και ακολουθεί συνεχώς τα βήματα και τις εξελίξεις της. Η έκθεση μέσω προβολής χαρακτηρίζεται από μερικές ιδιαιτερότητες που υπογραμμίζουν την πολυπλοκότητα τής ταυτότητας αυτού τού κατ’ αρχήν «φτωχού» μέσου που είναι η φωτογραφία. Υπάρχουν προφανώς τα αυτονόητα πλεονεκτήματα τής εκθεσιακής προβολής, όπως είναι το πιο προσιτό κόστος παραγωγής και παρουσίασης, ο εν δυνάμει απεριόριστος αριθμός των εκτιθέμενων εικόνων, η ανάγκη για πολύ μικρότερο εκθεσιακό χώρο, η απουσία προβλημάτων γύρω από την αποθήκευση των έργων και άλλα πολλά. Και ήδη αυτά κάνουν αυτή την εκθεσιακή μέθοδο μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική πρόταση απέναντι στην πάντοτε προσφιλή και απαραίτητη επιτοίχια ανάρτηση. Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν και δύο άλλες ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την έκθεση μέσω προβολής. Και πριν από όλα κάτι που έχει σχέση με την ατμόσφαιρα τού εκθεσιακού χώρου. Τεχνικές ανάγκες επιβάλλουν έναν χαμηλό φωτισμό ο οποίος προσδίδει υποβλητικότητα στον χώρο και ταυτόχρονα προκαλεί τη διακριτικότητα και τον σεβασμό τού θεατή. Και αυτό είναι κάτι που έρχεται σε ειρωνική αντίθεση με τη συνήθη αντιμετώπιση μιας τηλεοπτικής οθόνης. Η υποβλητικότητα αυτή τονίζεται ακόμα περισσότερο από τις έντονες και μοναδικές φωτιστικές πηγές που είναι οι ίδιες οι εκτιθέμενες (προβαλλόμενες;) εικόνες (φωτογραφίες;). Ο φωτισμός πλέον δεν είναι εξωτερικός αλλά εσωτερικός. Ακόμα όμως περισσότερο υποβλητικός είναι ο ρυθμός τής προβολής. Σε μια παραδοσιακή επιτοίχια έκθεση ο θεατής μπορεί να συγκεντρωθεί μπροστά σε μια φωτογραφία για αρκετά δευτερόλεπτα (το ένα ολόκληρο λεπτό είναι ήδη αφόρητος χρόνος για τη φωτογραφία, η οποία από τη φύση της δεν αντέχει σε τόσο επίμονες θεωρήσεις), αλλά καταλήγει πάντοτε να αποστρέφει αυτοβούλως το βλέμμα του από τη συγκεκριμένη φωτογραφία για να μεταβεί σε μια άλλη αποφορτίζοντας έτσι την ενδεχόμενη συγκίνησή του. Στη διάρκεια όμως μιας εκθεσιακής προβολής οι φωτογραφίες επιβάλλονται και ανθίστανται στον θεατή, μέσα από τον δικό τους χρόνο, αυξάνοντας την ένταση και επιμηκύνοντας τη συγκίνηση.

Πλάτων Ριβέλλης