fbpx

Η φωτογραφία και το απαραβίαστο τού ιδιωτικού χώρου

Φωτογράφος-Καθημερινή

Φεβρουάριος 2008

Η φωτογραφία είναι το κατ’ εξοχήν μέσο παραβίασης τού ιδιωτικού χώρου. Η διαπίστωση αυτή καθίσταται ακόμα απειλητικότερη, αν αναλογιστεί κανείς ότι η διάδοση και η απλούστευση των φωτογραφικών μηχανών έφερε στα χέρια κάθε ανθρώπου ένα όπλο που κάποτε ήταν προνόμιο ολίγων εξειδικευμένων ατόμων. Είναι κατά συνέπεια δικαιολογημένη η δυσπιστία τού μέσου ανθρώπου απέναντι σε οποιαδήποτε απόπειρα φωτογραφικής καταγραφής τού προσώπου του. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος τής παραδοσιακής φωτογραφίας αποτελείται από λήψεις ανυποψίαστων ανθρώπων, που προφανώς δεν είχαν συγκατατεθεί στην αποτύπωση τού προσώπου τους, δεν συνηγορεί κατ’ ανάγκη υπέρ τής αθωότητας τού μέσου ή των αγαθών προθέσεων των φωτογράφων γενικώς. Πρέπει όμως εν προκειμένω να σημειωθεί, και η σημείωση αυτή να χρησιμεύσει σαν αφετηρία προβληματισμού, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των διάσημων φωτογραφιών δρόμου τού φωτογραφικά αθώου παρελθόντος απεικόνιζε πρόσωπα χαμηλής κοινωνικής τάξης και εξίσου χαμηλών εισοδημάτων, ή πρόσωπα που λόγω θέσης και προέλευσης δεν θα ήταν εύκολο είτε να δουν τις φωτογραφίες τους σε μια έκθεση είτε να διαμαρτυρηθούν και να εγείρουν αξιώσεις. Αν μάλιστα κάποτε η φωτογραφία αποτελούσε παιγνιώδη καινοτομία, σήμερα έχει συνδυασθεί με πιο σκοτεινά εμπορικά, δημοσιογραφικά ή πολιτικά κίνητρα, τα οποία συνήθως δεν συμβαδίζουν με την αρχική αθωότητα τού φωτογραφικού μέσου. Στην αρχέγονη φοβία που προκαλούσε ο διάλογος θανάτου και φωτογραφικής απαθανάτισης, ήρθε να προστεθεί και η κοινωνική φοβία απέναντι στις πολλαπλές φωτογραφικές εφαρμογές και στρεβλώσεις. Είναι βέβαια γεγονός ότι στις περισσότερες φωτογραφίες, παλαιές και σύγχρονες, που περιλαμβάνουν απεικονίσεις ανυποψίαστων ανθρώπων, τα κίνητρα είναι ευγενή, ενίοτε ανθρωπιστικά και μάλλον τις περισσότερες φορές αισθητικά. Εντούτοις, ακόμα και μια αθώα ή έστω και κολακευτική αποτύπωση, συνιστά ένα είδος βιασμού τής προσωπικότητας και τού ατομικού χώρου, έστω και εξαιτίας τής αίσθησης που έχει ο φωτογραφιζόμενος ότι αυτή τη σύλληψη μιας ανέμελης και ανυποψίαστης στιγμής του θα την αντικρίσουν πολυάριθμοι άγνωστοι σε αυτόν θεατές και μάλιστα χωρίς τη θέλησή του. Η ακούσια έκθεση δηλαδή τού προσώπου του συνιστά από μόνη της μία παραβίαση, έστω και αν η χρήση μιας συγκεκριμένης φωτογραφίας και η φωτογραφική της προσέγγιση δεν συνιστούν από μόνες τους ποινικά αδικήματα, όπως θα μπορούσε να είναι η συκοφαντική δυσφήμιση, η έργω εξύβριση, ή η προσβολή τής προσωπικότητας. Μέρος τού ψυχικού φορτίου που επιβαρύνει τον φωτογραφιζόμενο πηγάζει από την εικόνα που ο καθένας έχει για τον εαυτό του, την οποία πολύ συχνά η φωτογραφία έχει τη δύναμη να ανατρέπει και να διαψεύδει. Κάτι που δεν αναιρείται με την αμερόληπτη και πιστή καταγραφή, αφού δεν είναι καθόλου απίθανο ο φωτογραφιζόμενος να αποστρέφεται ακριβώς αυτή την ίδια την πιστότητα τής αποτύπωσης. Ένας απρόσκλητος καθρέφτης, ο οποίος μάλιστα εκπέμπει την αντανάκλασή του όχι στο πλαίσιο τού ιδιωτικού αλλά σε εκείνο τού δημόσιου χώρου, μπορεί πολύ εύκολα να τραυματίσει την προσωπικότητά μας. Άσχετα επομένως από νόμους και αποζημιώσεις η φωτογράφιση ανυποψίαστων προσώπων, χωρίς δηλαδή τη ρητή ή έστω έμμεση συγκατάθεσή τους, πρέπει να υπακούει πριν από όλα στις μείζονες αρχές τού σεβασμού και τής ευγένειας, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχει καμία επαγγελματική ή καλλιτεχνική δικαιολογία που να μας επιτρέπει να φέρνουμε τον άλλον σε αμηχανία ή να τού προκαλούμε δυσαρέσκεια. Από κει και πέρα η ευαισθησία και η συνείδηση τού φωτογράφου αρκούν για να του δείξουν την ιδανική μέση οδό, η οποία και τη φωτογραφία θα υπηρετήσει και το δικαίωμα τής ατομικότητας θα σεβαστεί.

Η φωτογραφία και το απαραβίαστο τού ιδιωτικού χώρου (συνέχεια)

Στο ομότιτλο άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο τεύχος τού «Φωτογράφου» τού περασμένου μήνα (Φεβρουάριος 2008) έθιξα ένα ακανθώδες για τους φωτογράφους θέμα, αυτό τής ατομικότητας και τού ιδιωτικού χώρου. Επειδή το άρθρο αυτό προκάλεσε πολλές απορίες ανάμεσα σε φίλους και μαθητές μου και επειδή αναγνωρίζω ότι ο περιορισμένος χώρος αυτής τής στήλης με εξαναγκάζει πολλές φορές να γίνομαι υπερβολικά περιεκτικός, ακόμα και δυσνόητος, ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για τόσο πολύπλοκα και λεπτά θέματα, αποφάσισα σήμερα να επανέλθω και να προσθέσω μερικές διευκρινήσεις. Ελπίζω να αποτελέσουν αφετηρία για προβληματισμό και όχι για δογματικές αντικρούσεις.

α) Για πολλά χρόνια πίστευα ότι η μόνη υποχρέωση τού φωτογράφου απέναντι στον εν αγνοία του φωτογραφιζόμενο ήταν να κάνει κόσμια χρήση τής φωτογραφίας. Σήμερα πια πιστεύω ότι το ζήτημα είναι πολύ πιο πολύπλοκο και απαιτεί μια πιο σύνθετη αντιμετώπιση.

β) Σαν αρχή πρέπει κανείς να αντιληφθεί ότι κάθε δημοσιοποίηση - μέσω έκθεσης, προβολής, ή δημοσίευσης - τής εικόνας ενός ανθρώπου χωρίς τη συγκατάθεσή του συνιστά εκ των πραγμάτων παραβίαση τής ατομικότητας.

γ) Η ανάπτυξη τής τεχνολογίας έχει αλλάξει την ιεράρχηση των αξιών. Έτσι, η κοινωνία, από υπέρτερο αγαθό που ήταν, αρχίζει να εμφανίζεται σαν πιθανή απειλή, με συνέπεια η ατομικότητα τού ανθρώπου να τείνει (και να πρέπει) να αναχθεί σε ύψιστο και προστατευόμενο αγαθό.

δ) Η έννοια τής προστασίας τής ατομικότητας υπερβαίνει τη διάσταση τής πρόκλησης ζημίας ή βλάβης. Η ατομικότητα είναι ο ιδιωτικός χώρος κάθε προσωπικότητας, σαν το σπίτι τής χελώνας που τη συνοδεύει και στις δημόσιες μετακινήσεις της. Τα τελευταία χρόνια έγινε συνείδηση ότι πρέπει και αυτός ο ιδιωτικός χώρος τής ατομικότητας να προστατεύεται, όπως μια ιδιωτική κατοικία.

ε) Ατομικότητα μεταξύ άλλων σημαίνει να μην μπορεί να αμφισβητηθούν οι προτεραιότητες, οι πεποιθήσεις, οι επιθυμίες και οι αξίες που θέτει ο καθένας για τον εαυτό του. Ο φωτογράφος επομένως δεν μπορεί να ενεργήσει με βάση τις δικές του επιθυμίες και αξίες αγνοώντας (ή εικάζοντας) αυτές τού φωτογραφιζόμενου, ούτε να στηριχτεί σε ένα κατ’ αυτόν υπέρτερο από την ατομικότητα αγαθό (κοινωνικό ή καλλιτεχνικό), αφού το μοναδικό όριο τής ατομικότητας είναι οι διατάξεις των νόμων και η ατομικότητα των άλλων.

στ) Ο πολλαπλασιασμός των φωτογράφων λόγω τής εξάπλωσης τής ψηφιακής τεχνολογίας και των κινητών τηλεφώνων όξυνε την ευαισθησία απέναντι στο πρόβλημα. Εντούτοις η ηθική βάση τού σεβασμού τής ατομικότητας δεν έχει σχέση με το μέγεθος τής απειλής ή την πιθανότητα τής προσβολής.

ζ) Μόνον ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συναινέσει, εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων, αναιρώντας και θεραπεύοντας την «προσβολή».τής ατομικότητάς του. Ο φωτογράφος οφείλει - με τον δικό του, συχνά έμμεσο, τρόπο - να εξασφαλίσει αυτή τη – συχνά έμμεση και σιωπηρή - συναίνεση.

η) Αν η έννοια τής ατομικότητας και τού σεβασμού ξενίζει ακόμα σήμερα μερικούς από εμάς, ας σκεφτούμε πόσα αυτονόητα σήμερα δικαιώματα (λόγου χάριν η διατήρηση τού επωνύμου τής γυναίκας, ή η μη αναγραφή τού θρησκεύματος στις ταυτότητες) θα ξένιζαν λίγα χρόνια πιο πριν τους μεγαλύτερους μας.

θ) Μια μελέτη τού έργου των πολύ μεγάλων φωτογράφων δείχνει (και αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον) ότι οι περισσότεροι είχαν από ένστικτο σεβαστεί την ατομικότητα των μοντέλων τους, ακόμα και όταν αυτά τελούσαν εν αγνοία τής φωτογράφισης. Και αυτό έχει επιτευχτεί με τον τρόπο τής προσέγγισης και με το περιεχόμενο τής φωτογραφίας.

ι) Αν, όταν πρόκειται για μια φωτογραφία ακούσιου πορτρέτου, νιώθουμε αναστολή (και όχι βεβαίως για νομικούς λόγους) να τη χρησιμοποιήσουμε σε μια αφίσα ή σε ένα εξώφυλλο λευκώματος, αυτό είναι μία ένδειξη ότι η ατομικότητα τού φωτογραφιζόμενου δεν προστατεύεται.

ια) Οι παραπάνω παρατηρήσεις σκοπό έχουν, όχι βέβαια να αποκλείσουν τη φωτογράφιση ανθρώπων σε δημόσιους χώρους, αλλά να ωθήσουν τους φωτογράφους σε σκέψεις γύρω από το πρόβλημα και σε εξατομικευμένες κατά περίπτωση λύσεις που θα καταλήγουν σε μια φωτογραφία που θα έχει σεβαστεί το στοιχείο τής ατομικότητας.