fbpx

Η γοητεία τής Polaroid

Φωτογράφος-Καθημερινή

Μάρτιος 2008

Τώρα που η Polaroid μάς άφησε χρόνους ήρθε η ώρα να ζυγίσουμε τη σημασία της και τη γοητεία της. Η στιγμιαία εμφάνιση, αυτό δηλαδή που πράγματι έκανε η Polaroid, ήταν μια από τις πιο αντιφωτογραφικές συλλήψεις. Η στιγμιαία φωτογράφιση, αυτό δηλαδή που η Polaroid διαφήμιζε ότι έκανε, ήταν, αντίθετα, και παραμένει μια απολύτως φωτογραφική ευχή. Όλοι λόγου χάριν θα ήθελαν να κάνουν μια φωτογραφία ανοιγοκλείνοντας απλώς τα μάτια τους. Δεν υπάρχει όμως κανένας - τουλάχιστον καλλιτεχνικός - λόγος, που να μας προτρέπει να αντικρύσουμε τη φωτογραφία την ώρα που είμαστε ακόμα μπροστά στο θέμα τής φωτογράφισης. Κάτι τέτοιο αφαιρεί τη μαγεία τής έκπληξης και την ηδονή τής αγωνίας που συνοδεύουν τη φωτογραφική πράξη, ενώ παράλληλα σκοτώνει τον διάλογο πραγματικότητας και ονείρου, εμπειρίας και ανάμνησης, δηλαδή εν τέλει φωτογραφίας και ζωής. Η στιγμιαία εμφάνιση ήταν αποτέλεσμα των ρυθμών τής μεταπολεμικής εποχής και τής ανυπομονησίας σαν τρόπου ζωής. Φυσικά, η παρατήρηση αυτή δεν έχει καμία σχέση με την απόλυτα εύλογη επιθυμία και δικαιολογημένη ανάγκη των επαγγελματιών φωτογράφων τής μόδας και τής διαφήμισης να δουν το αποτέλεσμα τής δουλειάς τους, όσο ακόμα έχουν τη δυνατότητα να το διορθώσουν. Στην τέχνη όμως τής φωτογραφίας δεν υπάρχει διόρθωση, αλλά πάντα μια νέα φωτογραφία εξίσου γοητευτικά αβέβαιη με την προηγούμενη. Η άλλη καινοτομία τής Polaroid ήταν ένα κλείσιμο τού ματιού σε εκείνους τους φωτογράφους που ποτέ δεν είδαν με καλό μάτι τη δυνατότητα απεριόριστης αναπαραγωγής που πρόσφερε το κλασικό αρνητικό. Ο εικαστικός φωτογραφικός χώρος τής το ανταπέδωσε πλουσιοπάροχα υιοθετώντας για καμιά εικοσαετία σε συντριπτικό ποσοστό τα φιλμ Polaroid. Ακόμα περισσότερο επειδή μπορούσαν την ήδη μοναδική Polaroid να την κάνουν ανεπανάληπτη επεμβαίνοντας πάνω στο σώμα της, πάνω δηλαδή στο χαρτί την ώρα που εμφανιζόταν. Βέβαια, αυτή την τελευταία πράξη επέμβασης μπορούσε κανείς να την ασκήσει πάνω στο σώμα οποιασδήποτε φωτογραφίας στην προσπάθειά του να μετατρέψει τη φωτογραφία σε αντικείμενο μοναδικό. Μάλιστα, ένα περιοδικό είχε ταξινομήσει τους τρόπους αυτών των επεμβάσεων σε τέσσερις κατηγορίες, τις οποίες συνόδευε με οπτικά παραδείγματα. Με φυσική παραμόρφωση (τσαλάκωμα, σκίσιμο), με αιχμηρό αντικείμενο (ψαλίδι, καρφί), με χρωστικές ουσίες (νερομπογιές, σκόνες), ή με πηγή θερμότητας (ατμό, φωτιά). Η ψηφιακή φωτογραφία, ανάμεσα στα άλλα πολλά καλά που μας έφερε, διέψευσε τους διάφορους μύθους γύρω από τις δήθεν φωτογραφικές ανατροπές, κάνοντας απολύτως εφικτά, προσιτά, εύκολα και ανέξοδα όλα εκείνα που κάποτε φαίνονταν καινοτομίες. Τώρα όμως που όλα είναι δυνατά, ο κάθε «κατεργάρης» πρέπει να επιλέξει συνειδητά και μετά από ώριμη σκέψη σε ποιο «πάγκο» θα καθήσει. Δηλαδή, αν, και σε ποιο βαθμό, θα αλλοιώσει την εικόνα, τι είδους επέμβαση θα κάνει και μέσα σε ποια όρια και αν θα βλέπει το αποτέλεσμα τής δουλειάς του αμέσως μετά τη λήψη ή όχι. Με λίγα λόγια οι «εξυπνάδες» πήραν αναγκαστικά ένα τέλος, αφού έγινε συνείδηση ότι όλα πλέον είναι δυνατά. Η τεχνολογία ξεπέρασε την ίδια της τη γοητεία. Τα ερωτήματα επομένως έφυγαν από το πεδίο των ευρηματικών πρωτοτυπιών και επανήλθαν εκεί που πρέπει να δίνουν τη μάχη τους, δηλαδή στον χώρο τής προσωπικής δημιουργίας και των καλλιτεχνικών επιλογών.