fbpx

Ηθικές βάσεις και καλλιτεχνικοί στόχοι

Φωτογράφος-Καθημερινή

Δεκέμβριος 2010

Μια από τις πικρίες ενός δασκάλου που ασχολείται με την τέχνη είναι να βλέπει καλούς μαθητές του, μαθητές με αυξημένες ικανότητες αντίληψης και δημιουργίας, να παίρνουν στην εξέλιξή τους δρόμους αντίθετους με όλα όσα οι ικανότητές τους προδικάζανε. Αν οι δρόμοι αυτοί αφορούν διαφορετικές καλλιτεχνικές κατευθύνσεις ή αισθητικές απόψεις, τότε η αλλαγή αυτή μόνον ευχαρίστηση μπορεί να προκαλέσει, αφού θα είναι και θεμιτή και ευκταία. Συνήθως όμως πρόκειται για διαφορά ηθικής κατεύθυνσης και στόχων. Και δεν πρέπει κανείς να παραβλέπει ότι αυτά τα δύο αποτελούν πάντοτε συστατικά στοιχεία τού πυρήνα κάθε καλλιτεχνικού έργου.

Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να αναρωτιέται κανείς σχετικά με τους λόγους και τα κίνητρα που τον προτρέπουν (ή και τον αναγκάζουν) να ασχοληθεί με την τέχνη, με κάτι δηλαδή που δεν είναι αυτονόητα αναγκαίο. Γενικεύοντας, και ελαφρά αυθαιρετώντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πίσω από κάθε γνήσιο και ειλικρινή δημιουργό διαπιστώνουμε συνήθως την ύπαρξη μιας αρχικής συγκίνησης που του προκαλούν τα έργα των μεγάλων καλλιτεχνών. Αυτή η καλλιτεχνική συγκίνηση δεν είναι μόνον η αφετηρία, αλλά είναι και πρέπει να είναι (και να παραμένει) η βάση και η δικαίωση όλων εκείνων που ασχολούνται με την τέχνη. Όταν αυτή δείχνει να ξεθωριάζει ή, ακόμα χειρότερα να χάνεται, ο δημιουργός είναι λογικό να θορυβείται ή και να πανικοβάλλεται, διότι του αφαιρείται η βασική νομιμοποίηση τής παράλογης ή και, για το ευρύ κοινό, άχρηστης ενασχόλησης με την «πολυτέλεια» τής τέχνης. Άλλωστε αυτή είναι που έκανε τον μεγάλο ζωγράφο (και θρησκευόμενο) Paul Cézanne να πει ότι αν ο Θεός τού έλεγε ότι δεν είναι καλός ζωγράφος, θα Τον πίστευε. Αλλά αν του έλεγε πως η ζωγραφική δεν έχει αξία, θα Τον έπαιρνε από το χέρι και θα Τον πήγαινε στο Λούβρο.

Το δεύτερο κίνητρο που πρέπει να ωθεί τον καλλιτέχνη είναι η ανάγκη και η επιθυμία να αποδώσει μια πνευματική και ποιητική εκδοχή τής εντύπωσης τού υλικού κόσμου και ταυτόχρονα να καταγράψει και να αποδώσει το κομμάτι αυτής τής εντύπωσης που εκτείνεται μέσα στον ίδιον. Η προσπάθεια αυτή συνιστά μια διεργασία επίπονη, γεμάτη ερωτηματικά, εμπόδια και απογοητεύσεις. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι φυγομαχούν και καταφεύγουν στην εύκολη και γενικώς πιο δημοφιλή λύση που είναι η ενασχόληση με την υλική εικόνα τού κόσμου και με το κομμάτι τής εντύπωσης που δεν επικεντρώνεται στην εσωτερικότητα. Ο Marcel Proust με απαράμιλλη ακρίβεια αναφέρεται σε αυτή την εντύπωση που είναι «...διπλή, μισοχωμένη στο αντικείμενο, με το άλλο μισό να συνεχίζει μέσα μας, το οποίο μόνον εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε, (αλλά) βιαζόμαστε να παραμελήσουμε αυτό το δεύτερο, το μόνο στο οποίο θα ’πρεπε να προσκολληθούμε, και δεν υπολογίζουμε παρά το άλλο μισό, το οποίο επειδή δεν μπορεί να ερευνηθεί σε βάθος, αφού είναι εξωτερικό, δεν θα ’ναι για μας αιτία καμιάς κόπωσης…».

Στη σημερινή εποχή οι έννοιες τού «παρελθόντος», τής «πνευματικότητας» και τής «εσωτερικότητας» μοιάζουν όλο και πιο δυσνόητες. Άρα ο καλλιτέχνης έχει αυξημένες δυσκολίες, αλλά και ευθύνες, απέναντί τους. Και αυτό δεν έχει φυσικά καμία σχέση με τις καλλιτεχνικές και αισθητικές κατευθύνσεις. Αν ο καλλιτέχνης γυρίσει την πλάτη του σε αυτές, αν δηλαδή αδιαφορήσει για την τέχνη, απόγονος τής οποίας είναι και ο ίδιος ακόμα και όταν με το έργο του επιχειρεί να την ανατρέψει, ή αν ασχοληθεί μόνον ή κυρίως με το κομμάτι τής εντύπωσης που βρίσκεται έξω από αυτόν, τότε δεν διαφοροποιείται αισθητικά, αλλά ηθικά. Και βέβαια κάτι τέτοιο εξακολουθεί να είναι (δημοκρατικά) θεμιτό, αλλά δεν είναι, τουλάχιστον όχι για όλους, (καλλιτεχνικά) ευκταίο.

Οι καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν τις ικανότητές τους για την επίτευξη διαφορετικών από τους παραπάνω στόχους έχουν δύο λόγους να το κάνουν. Είτε συνειδητά επειδή, με ιδιοτέλεια ή ανιδιοτέλεια, τους έκριναν πιο σημαντικούς και πρωτεύοντες, είτε ασυνείδητα επειδή δεν σκέφτηκαν τη σημασία των ηθικών κινήτρων και παρασύρθηκαν από τις ίδιες τις ευκολίες τους. Και στις δύο περιπτώσεις το σίγουρο είναι πως η πονηρία ή η αφέλειά τους βλάπτει και την τέχνη στο σύνολό της και το ίδιο το έργο τους σε προσωπικό επίπεδο.