fbpx

Οι τιμές των φωτογραφιών και η τιμή τής φωτογραφίας

Φωτογράφος-Καθημερινή

Δεκέμβριος 2003

Η φωτογραφία έγινε τής μόδας. Ή, ακριβέστερα, τού συρμού. Αυτό εκφράζεται με δύο τρόπους που ταιριάζουν τόσο στην ηθική όσο και στην αισθητική των ημερών. Η φωτογραφία αφενός δεν λείπει από πουθενά και αφετέρου πουλιέται και μάλιστα μερικές φορές σε κωμικά διογκωμένες τιμές. Σε μια εποχή που η προβολή και το χρήμα αποτελούν τα κριτήρια τής επιτυχίας είναι (δυστυχώς) επόμενο αυτά να εκφράζουν και την κατάσταση τής φωτογραφίας. Τα συγκεκριμένα όμως χαρακτηριστικά, τρέχοντα στην αποτίμηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν είναι δυνατόν να αποτελούν κριτήρια εκτίμησης για μία τέχνη. Η συνεχής παρουσία τής φωτογραφίας σε κάθε λογής εκδηλώσεις την έχει μεταβάλει σε ένα είδος επικοινωνιακού «μαϊντανού». Πέραν τής συμβολής της έτσι στην αποδυνάμωση τού γραπτού λόγου, οδηγείται και σε μια αναίρεση τής αυθυπαρξίας της. Για περισσότερο από έναν αιώνα η φωτογραφία αναζητούσε και διεκδικούσε την αυθύπαρκτη παρουσία της και την ιδιαιτερότητα τής οπτικής της πρότασης. Η μεταστροφή της σε απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε δραστηριότητας την οδηγεί κατ’ ανάγκην στην εκμετάλλευση των πιο επιφανειακών και προφανών της στοιχείων, που λειτουργούν απλώς εικονογραφικά και υποστηρικτικά στην εκάστοτε δραστηριότητα που συνοδεύει. Από την άλλη πλευρά κρίνεται σαν απόδειξη κοινωνικής αποδοχής και καλλιτεχνικής επιτυχίας το γεγονός ότι οι φωτογραφίες πωλούνται ακριβά. Γιατί τότε να μην κρίνεται με τον ίδιο τρόπο η αξία των σκηνοθετών ή των ποιητών; Από πότε η αξία τού Bergman αποτιμάται σύμφωνα με τον αριθμό εισιτηρίων που κόβουν οι ταινίες του ή εκείνη τής Δημουλά από την κυκλοφορία των βιβλίων της; Και γιατί την πώληση των ολίγιστων φωτογραφιών από ολίγιστους φωτογράφους δεν συνοδεύει και η αντίστοιχη αύξηση των πωλήσεων των φωτογραφικών λευκωμάτων τους; Αυτή τουλάχιστον θα αποδείκνυε μία βαθύτερη αποδοχή τής φωτογραφικής εικόνας. Σε πόσα όμως σπίτια, και όχι μόνον ελληνικά, η βιβλιοθήκη αριθμεί και καλλιτεχνικά φωτογραφικά λευκώματα; Η αποδοχή τής τέχνης από μεγαλύτερα τμήματα τού πληθυσμού είναι ασφαλώς κάτι που όλοι εύχονται, και όχι μόνον για τη φωτογραφία. Η έμμεση όμως επιβολή της με μιντιακές μεθόδους προβολής δεν οδηγεί σε υιοθέτηση και ουσιαστική εκτίμησή της, αλλά σε επιφανειακή προσαρμογή της στις μόδες κάθε εποχής. Η φωτογραφία έχει δικαίωμα σε μεγαλύτερη σοβαρότητα.