fbpx

Προσωπικό μουσείο και καλλιτεχνικά κριτήρια

Φωτογράφος-Καθημερινή

Φεβρουάριος 2010

Το μέγιστο από τα αγαθά είναι η καλή τύχη. Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό είναι η
ευθυκρισία. Η έλλειψη τού δεύτερου συνεπάγεται μοιραίως και την απώλεια τού πρώτου.

Δημοσθένης

Οι μαθητές των καλλιτεχνικών μαθημάτων, συνήθως αρχάριοι σε σχέση με την τέχνη που τους ενδιαφέρει, διατυπώνουν έμμεσα ή άμεσα εδώ και χρόνια, αλλά πάντως απαράλλακτα, μια βασική ερώτηση που αφορά το είδος και το περιεχόμενο των καλλιτεχνικών κριτηρίων που θα εφαρμοστούν για την εκτίμηση τής ποιότητας ενός έργου τέχνης, την έκφραση γνώμης γι' αυτό, και εντέλει την απόλαυσή του. Αν και ο πυρήνας τής απάντησης θα έπρεπε λογικά να παραμένει και αυτός απαράλλακτος, εντούτοις κάθε εποχή κάνει αναγκαία την έμφαση σε επιμέρους λεπτομέρειες τής ίδιας απάντησης, οι οποίες αντιμετωπίζουν καλύτερα τις διαστρεβλώσεις και τις εμμονές τής εκάστοτε κοινωνικά κυρίαρχης καλλιτεχνικής πρακτικής και ιδεολογίας.

Όχι πολλά χρόνια πριν σαν πρωταρχικό στοιχείο τής διαμόρφωσης καλλιτεχνικών κριτηρίων έμοιαζε να είναι η γνώση και η πληροφόρηση. Και πρωτίστως η επαφή με τα έργα. Σήμερα όμως είναι γεγονός ότι η πληροφόρηση, η ενημέρωση και η επικοινωνία τρέχουν με δυσανάλογα γρήγορα βήματα σε σχέση με τη σκέψη, την κρίση και τη σύγκριση. Πριν από είκοσι χρόνια ελάχιστοι γνώριζαν τον Cartier-Bresson και ήταν συνήθως αυτοί που τον εκτιμούσαν. Σήμερα είναι αμφίβολο αν κανείς τον αγνοεί, αλλά μάλλον ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν γιατί πρέπει να τον εκτιμούν. Παράλληλα, αν κάποτε η γνώμη των ειδημόνων ήταν λογικό και πρέπον να επηρεάζει την κρίση και τα κριτήρια των αδαών, σήμερα τα όρια γνώσης και άγνοιας συγχέονται επικίνδυνα, λόγω τής πληθώρας των ειδικών που δεν πείθουν για τις γνώσεις τους και των αδαών που δεν αποδέχονται την άγνοιά τους.

Η διαμόρφωση καλλιτεχνικών κριτηρίων είναι σήμερα δυσκολότερη από όσο ήταν στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα άκρως πιο απαραίτητη και ενδεχομένως πιο συναρπαστική. Μόνο που για να αποδώσει καρπούς πρέπει να υπακούει σε τέσσερις βασικούς κανόνες. Πρώτον: δεν πρέπει να επιδιώκει τη διατύπωση μιας συγκεκριμένης συνταγής, αλλά τη σχεδίαση ενός γενικού πλαισίου που θα κάνει την εκτίμηση των έργων τέχνης πιο συνεπή, πιο αληθινή, αλλά και σχετικά ελεγχόμενη. Η αναζήτηση μιας αλήθειας ίσως τελικά να πρέπει να αποκλείει την ανακάλυψή της. Δεύτερον: πρέπει να γίνει συνειδητό ότι πρόκειται για μια προσωπική υπόθεση που δεν έχει σχέση με ομάδες και οπαδούς. Η σχέση κάθε ανθρώπου με τα έργα τέχνης είναι μοναδική. Τρίτον: δεν πρέπει να επηρεάζεται από δογματικές ή ιστορικές προσεγγίσεις και αναγνώσεις που έχουν σαν αφετηρία και περιεχόμενο μη καλλιτεχνικούς προβληματισμούς, πολιτικούς, κοινωνικούς, φιλοσοφικούς ή επιστημονικούς. Άλλωστε μια υψηλή ιστορική ή κοινωνική σημασία είναι πιθανό και λογικό να συνοδεύει και έργα χαμηλής καλλιτεχνικής ποιότητας. Και τέταρτον: δεν πρέπει η προσπάθεια αυτής τής διαμόρφωσης να αναιρέσει ή να υποβαθμίσει τη σημασία τού μυστηρίου που υπάρχει μέσα σε κάθε έργο και που είναι λογικό να αντιστέκεται στην υποταγή του σε απόλυτα και περιοριστικά κριτήρια.

Ίσως όμως να υπάρχει (τουλάχιστον) ένα ακλόνητο και σχετικά ασφαλές καλλιτεχνικό κριτήριο,το οποίο ο καθένας μπορεί να αναγορεύσει σε σημείο αναφοράς ανατρέχοντας σε αυτό για στήριξη και φώτιση. Πρόκειται για το προσωπικό μουσείο τού καθενός μας που σε διαρκή πάντα εξέλιξη (και αμφισβήτηση) αποτελείται από τα έργα τού παρελθόντος που έχουν κερδίσει τη θέση τους μέσα μας. Αυτό το μουσείο εμπλουτίζεται σταδιακά από καλλιτεχνήματα που μας ταράζουν και μας συγκινούν, αλλά και από σκέψεις, ιδέες, εμπειρίες και παρατηρήσεις που αποδεχόμαστε να μας επηρεάζουν. Κάθε νέο έργο που τίθεται στην κρίση μας είναι σαν να κτυπά την πόρτα αυτού τού προσωπικού μας μουσείου και να ζητάει την συγκατάθεση των εγκατεστημένων στην ψυχή μας έργων που μας διαμορφώνουν και μας συγκινούν. Εμείς δεν έχουμε παρά να μάθουμε να τα ακούμε και να τα υπακούμε.