fbpx

Τα Μουσεία και οι ευθύνες τους

Φωτογράφος-Καθημερινή

Αύγουστος 2005

Η μεταπρατική δομή, η lifestyle αισθητική και η επικοινωνιακή συμπεριφορά τής σημερινής κοινωνίας έχουν αποδειχτεί τόσο ισχυρές και ευέλικτες ώστε να είναι σε θέση να επηρεάσουν, αν όχι να απορροφήσουν, ακόμα και την τέχνη, δραστηριότητα που από τη φύση της αποστρέφεται τις παραπάνω ιδιότητες. Ένας ευφυής τρόπος τον οποίον επινόησε, ή και ενστικτωδώς εφάρμοσε, η ισοπεδωτική κοινωνία μας για να ιδιοποιηθεί και εν τέλει να αποδυναμώσει την τέχνη είναι η διασπορά μιας διάχυτης ασάφειας, η οποία άλλωστε είναι τόσο προσφιλής στο κυρίαρχο lifestyle. Τα σύνορα, τα όρια, οι διαχωριστικές γραμμές θολώσανε. Το κάθε τι γίνεται δεκτό και κάθε μέθοδος είναι ενδεδειγμένη, αρκεί να υπηρετεί τις σύγχρονες κοινωνικές αξίες τής εμπορευματοποίησης, τής επικοινωνία, τής αχρονικότητας και τής ανιστορικότητας, οι οποίες μετά βίας καλύπτονται κάτω από τη διάχυτη θολούρα. Με αυτή την προϋπόθεση η κοινωνία και η πολιτειακή εξουσία που την εκφράζει είναι διατεθειμένες να αγκαλιάσουν την τέχνη για να τη χρησιμοποιήσουν.

Η αντίληψη αυτή έχει επηρεάσει όλες τις τέχνες (με μοναδική ίσως εξαίρεση την ποίηση, η οποία έχει τη συνήθεια και τη δύναμη να ανθίσταται προς τις υποδείξεις). Εκεί όμως όπου η θολούρα και ο εναγκαλισμός γίνονται άκρως απειλητικοί είναι στις τέχνες που έχουν σχέση με την αναπαράσταση. Ίσως γιατί η εικόνα συμπυκνώνει ευκολότερα και αποτελεσματικότερα τις επικοινωνιακές, αισθητικές και εμπορικές αξίες τής σημερινής κοινωνίας. Για την αποτελεσματικότερη μάλιστα χειραγώγηση τής εικόνας επινοήθηκε άλλο ένα τέχνασμα. Αφενός υπογραμμίζεται και ενισχύεται η σημασία της σαν αντικειμένου, αφού έτσι υπηρετείται καλύτερα ο μεταπρατικός ρόλος της, και αφετέρου μετατοπίζεται η δύναμή της από την ίδια την εικόνα σε μια ιδέα, η οποία σημειωτέον δεν περικλείεται στην εικόνα αλλά αντιθέτως την περικλείει. Η διαφορά είναι σημαντική γιατί έτσι υπηρετείται καλύτερα ο επικοινωνιακός ρόλος της.

Στον εικαστικό χώρο η λειτουργία των γκαλερί είναι σαφής και κατανοητή. Οι γκαλερί είναι υποχρεωμένες να προσαρμοστούν στους όρους τού marketing και να ακολουθήσουν τις αξίες που η κάθε κοινωνία εκάστοτε υιοθετεί. Ακόμα δηλαδή και αν δεν είναι υπεύθυνες για το καθεστώς αυτό (αν και σε μεγάλο βαθμό είναι), υποχρεούνται να το υπηρετήσουν. Στο κάτω-κάτω δεν έπαψαν ποτέ να είναι χώροι εμπορίου, με μεγαλύτερη ή μικρότερη διακριτικότητα ανάλογα με το ήθος τού ιδιοκτήτη τους και τις αξίες τής εποχής. Αυτό όμως που εκπλήσσει είναι ο ρόλος τής πλειοψηφίας των μουσείων (οι ελάχιστες εξαιρέσεις φαίνεται ότι σύρονται και αυτές σιγά-σιγά προς την ομοιομορφία), ο οποίος αντί να εξισορροπεί ή και να αντιτίθεται στις κυρίαρχες εμπορικές και επικοινωνιακές τάσεις υποκύπτει όλο και περισσότερο σε αυτές και στην ουσία αντιγράφει τη συμπεριφορά των γκαλερί και φαίνεται μάλιστα συχνά να τις ανταγωνίζεται.

Η τελευταία χαρακτηριστική μουσειακή μόδα που εντάσσεται σε αυτή τη νοοτροπία είναι η έκθεση των έργων τής συλλογής τους με πλήρη περιφρόνηση τόσο στη χρονική εξέλιξη όσο και στη διαφοροποίηση των τεχνικών. Η θολούρα έκανε και εδώ το θαύμα της. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο τής προκλητικά αναμεμειγμένης έκθεσης ζωγραφικών, γλυπτικών, χαρακτικών και φωτογραφικών έργων, τα οποία προέρχονται από διάφορες περιόδους και τεχνικές και από ποικίλους καλλιτέχνες. Μπορεί αυτό να διευκολύνει ενδεχομένως τα μουσεία γιατί αποκρύπτουν έτσι τα κενά των συλλογών τους, ή γιατί τους επιτρέπει με αυτή τη συμπύκνωση να διευρύνουν όλο και περισσότερο τους εμπορικούς τους χώρους (καφετέριες, πωλητήρια) σε βάρος των εκθεσιακών (γεγονός που έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις), αλλά δεν προάγει τον παιδαγωγικό τους ρόλο, ούτε βοηθάει τον θεατή στην εκτίμηση και την απόλαυση συγγενικών και συγκρίσιμων έργων. Δυστυχώς φαίνεται ότι η lifestyle περί θολούρας αντίληψη έχει αλώσει τις συνειδήσεις τής πλειοψηφίας των απανταχού καλλιτεχνικών διευθυντών και επιμελητών μουσείων, οι οποίοι πλέον αμιλλώνται στο επίπεδο των επικοινωνιακών ευρημάτων, την ίδια ώρα που οι διοικητικοί διευθυντές αγωνίζονται να αποδείξουν, σαν άλλοι διευθυντές επιχειρήσεων, ότι είναι σε θέση να αποκομίσουν σημαντικά κέρδη από τις μέγκα-γκαλερί που έχουν γίνει τα μουσεία. Η μόνη ελπίδα είναι πως η ταχύτητα με την οποία εξαπλώνονται οι μόδες είναι συνήθως ανάλογη με εκείνη που χρειάζεται για να αλλάξουν.