fbpx

«Τι θλιβερή ζωή»

Φωτογράφος-Καθημερινή

Νοέμβριος 2009

Υποστηρίζεται συχνά ότι, αν ένας αγαπάει τη φωτογραφία, οφείλει να τής αφιερώσει όλον του τον χρόνο και όλο του το πάθος για να εξασφαλίσει την επιτυχία, όπου φυσικά η λέξη επιτυχία περιλαμβάνει ταυτόχρονα την καλλιτεχνική, την οικονομική και την κοινωνική εκδοχή. Ότι, με λίγα λόγια, πρέπει να ταυτίσει κανείς τη ζωή του, επαγγελματική και προσωπική, με αυτήν. Ας κάνουμε όμως την προσπάθεια να θέσουμε αυτές τις σκέψεις σε κριτική αμφισβήτηση.

Σαν συγκριτικό εργαλείο στον συλλογισμό μας ας δεχτούμε ότι η φωτογραφία έχει μια προνομιακή σχέση, μια εκλεκτική συγγένεια, με την ποίηση. Κάθε φωτογραφία δεν είναι παρά ένας οπτικός στίχος. Αφηρημένος, υπερβατικός, επιγραμματικός και ταυτόχρονα περιεκτικός, πολυσύνθετος, περιγραφικός.

H συνεχής ενασχόληση με την παραγωγή στίχων και φωτογραφιών κάθε άλλο παρά πρακτικά αναγκαία είναι, αφού ούτε η φωτογραφία ούτε η ποίηση απαιτούν επίμονη άσκηση πάνω στην τεχνική τους, η οποία είναι έτσι κι αλλιώς τόσο εύκολη ώστε δεν χρειάζεται να καλλιεργείται σε καθημερινή βάση.

Η παραγωγή στίχων και φωτογραφιών έχει το πλεονέκτημα ότι είναι ανέξοδη. Σε αντιστάθμισμα έχει το (για μερικούς) μειονέκτημα ότι δεν αποφέρει υψηλές οικονομικές απολαβές (οι λίγες πρόσφατες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα που αφορά όλους). Κανένας δεν ξεκίνησε να γράφει στίχους, ή να τραβάει φωτογραφίες, με στόχο την κοινωνική προβολή και την οικονομική ευμάρεια. Αν αυτές έρθουν (σπανίως) είναι καλοδεχούμενες, αλλά συνάμα, ειδικά για τον ποιητή (και τον φωτογράφο) επικίνδυνες. Γιατί πολύ εύκολα μπορεί να αντιστρέψουν τη αξιολογική σειρά των επιδιώξεών και έτσι να μετατρέψουν την πολυπόθητη ελευθερία (και ευκολία) ενός δημιουργού σε ασυδοσία (και ευκολία) ενός παραγωγού.

Ο ποιητής και ο φωτογράφος δεν παράγουν μεμονωμένα ποιήματα και φωτογραφίες, αλλά ένα έργο, ένα «σώμα έργου», τού οποίου τα επιμέρους στοιχεία, οι στίχοι και οι φωτογραφικές εικόνες, έχουν πολύ περιορισμένη αυτοτέλεια μια και ανήκουν στο συνολικό έργο τού φωτογράφου ή τού ποιητή. Ακόμα και αν για τις ανάγκες ενός βιβλίου ή μιας έκθεσης το έργο τεμαχίζεται σε επιμέρους τμήματα, αποτελεί εντούτοις ένα σύνολο που σφραγίζεται μόνον με τον θάνατο τού δημιουργού. Ίσως γι’ αυτό να μην ταιριάζει, ούτε στην ποίηση ούτε στη φωτογραφία, η παραγωγή έργου με αφορμή έναν συγκεκριμένο στόχο, όπως είναι μια ποιητική συλλογή, ή μια φωτογραφική έκθεση. Αυτές δεν πρέπει να αποτελούν παρά μικρούς σταθμούς στο πλαίσιο μιας ατέρμονης πορείας ενός έργου που παραμένει πάντα εν τω γίγνεσθαι. Φτιάχνεις μια κινηματογραφική ταινία, αλλά δεν φτιάχνεις μια ποιητική συλλογή. Εκθέτεις φωτογραφίες σου, αλλά δεν παρασκευάζεις μια έκθεση των φωτογραφιών σου.

Η ποίηση και η φωτογραφία έχουν ανάγκη από ανεξαρτησία. Αυτό από τη μια μεριά προϋποθέτει μεγαλύτερη πειθαρχία από μέρους των δημιουργών, αλλά από την άλλη δεν συμβιβάζεται με την έννοια μιας καθημερινής και ολοκληρωτικής απασχόλησης. Με ένα μεροκάματο τέχνης. Μπορεί κάποιος να είναι και να νιώθει ποιητής με όλο του το είναι, αλλά δεν είναι φρόνιμο, ίσως ούτε εφικτό, να τον απασχολεί η ποίηση στη διάρκεια όλου τού εικοσιτετραώρου. Ο ποιητής πρέπει εξίσου πειθαρχημένα να ασκεί την τέχνη του, αλλά και εξίσου πειθαρχημένα να αποστασιοποιείται από αυτήν. Αν η ζωή του γίνει ποίηση, τότε θα του είναι αδύνατον να τη χρησιμοποιήσει για να δημιουργήσει. Η ποίηση (και η φωτογραφία) έχουν ανάγκη από τη συνεχή αντίφαση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Ούτε η μία ούτε η άλλη ασκούν μυθοπλασία. Επιχειρούν να αποδώσουν μεταμορφωμένη την ίδια την πραγματικότητα.

Ο ποιητής και ο φωτογράφος είναι επομένως κατ’ ανάγκην «ερασιτέχνες», με την έννοια ότι η άσκηση τής τέχνης τους συνιστά μια ακόμα δραστηριότητα βιοτικής ανάγκης που συνοδεύει, συντροφεύει και υπογραμμίζει όλη την υπόλοιπη ζωή τους χωρίς να την υποκαθιστά, αφήνοντας ελεύθερο τον χώρο των αισθήσεων και των συναισθημάτων που σε μερικά διαλείμματα θα τροφοδοτήσουν την τέχνη τους.

Δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς το γνωστό περιστατικό με τον νεαρό ποιητή και τον T.S. Elliott, όπως μας το μεταφέρει ο Σεφέρης, όπου ο γεμάτος ενθουσιασμό νέος είπε περήφανα στον μέντορά του ότι όλη του η ζωή είναι αφιερωμένη στην ποίηση, για να πάρει τη σοφή απάντηση: «What a sad life (Τι θλιβερή ζωή!)».