fbpx

 Οι σχιζοφρενικές αντιφάσεις τής φωτογραφίας

Το Βήμα (ένθετο Βήμα Ιδεών, 2007)

Διαρκώς δημοφιλέστερη και ολοένα απλούστερη, η φωτογραφία δεν παύει να είναι υπογείως δύσκολη και προφανώς παρεξηγημένη. Αυτά που ουσιαστικά προβληματίζουν όσους ασχολούνται σοβαρά μαζί της πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στη σχιζοφρενική φύση της, η οποία συνεχώς αναιρεί και ανατρέπει κάθε προηγούμενη βεβαιότητα γύρω από τις ιδιότητες και την πρακτική που την χαρακτηρίζουν.

Τα προβλήματα ξεκινούν ήδη από τον ορισμό τής ταυτότητας τού φωτογράφου. Ποιος δηλαδή είναι φωτογράφος, αφού σχεδόν όλοι οι άνθρωποι φωτογραφίζουν; Τι είναι εκείνο που καθορίζει την ειδική σχέση ενός ανθρώπου με τη φωτογραφία και τι τον διαφοροποιεί από τον κοινό πολίτη, όταν ο τελευταίος φωτογραφίζει σχεδόν καθημερινά, ακόμα και με το κινητό του τηλέφωνο; Και αν η ιδιότητα τού επαγγελματία φωτογράφου καθορίζεται από τον φορολογικό κωδικό, εκείνη τού καλλιτέχνη ή τού σοβαρού ερασιτέχνη είναι πολύ πιο δύσκολο να προσδιοριστεί και κυρίως να διακριθεί από εκείνη τού κάθε ανθρώπου που για ποικιλία λόγων αποτυπώνει φωτογραφικά τον κόσμο γύρω του..

Οι αντιφάσεις συνεχίζουν με την πορεία ενός φωτογράφου από τον ρόλο τού καταγραφέα αναμνήσεων σε εκείνον τού δημιουργού. Ο πρώτος αποτυπώνει με τον φακό του σημαντικά γεγονότα τής ζωής του. Ο δεύτερος αντιλαμβάνεται ότι σημαντικό είναι το ασήμαντο, ότι οι λεπτομέρειες είναι αυτές που πρέπει να μιλούν για το σύνολο και πως όσο πιο σημαντικό είναι το ίδιο το γεγονός, τόσο πιο ασήμαντη κινδυνεύει να είναι η φωτογραφική του αποτύπωση.

Αλλά και η ίδια η αναμνηστική φωτογραφία από εργαλείο ερεθισμού τής μνήμης μετατρέπεται σε αυτόνομο φορέα μνήμης, τη στιγμή που διαπιστώνουμε ότι οι φωτογραφίες τού οικογενειακού λευκώματος δεν διαφυλάσσουν πλέον τα χρόνια τής νεότητάς μας αλλά τα υποκαθιστούν και γίνονται αυτές καθεαυτές η μνήμη μας. Η φωτογραφία τού πατέρα μας καταλαμβάνει τελικά τη θέση που η εικόνα τής μορφής του είχε μέσα στο μυαλό μας.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο ασαφούς ταυτότητας φωτογράφος αντιλαμβάνεται ότι εμφορείται από εξίσου ασαφείς προθέσεις μια και ενώ καλείται να απαθανατίσει την πραγματικότητα, στην ουσία δεν κάνει τίποτε άλλο από να την μεταμορφώνει. Γρήγορα δηλαδή διαπιστώνει ότι αυτό που αποδίδει η φωτογραφία είναι μία νέα πραγματικότητα που έχει μεταλλαχτεί από την ενδιάμεση παρουσία τού ίδιου τού φωτογράφου. Μπορεί η μεταμοντέρνα λατρεία τής πραγματικότητας να θεοποίησε στις μέρες μας τη φωτογραφία, αλλά η τελευταία ξεγλιστράει αποκαλύπτοντας ότι η αξία της βρίσκεται στο φωτογραφημένο γεγονός και όχι στο ίδιο το γεγονός και ότι όλα τα πράγματα, οι άνθρωποι και τα γεγονότα μεταμορφώνονται μόλις φωτογραφηθούν.

Αν, μάλιστα, μετακινηθούμε από τον ήδη ασαφή και αντιφατικό χώρο τής φωτογραφικής ταυτότητας και των φωτογραφικών προθέσεων και μεταβούμε σε αυτόν τής φωτογραφικής διαδικασίας, θα συναντήσουμε ακόμα μεγαλύτερη αλυσίδα σχιζοφρενικών αντιφάσεων. Πριν από όλα η φωτογραφική μεταμόρφωση πραγματοποιείται κυρίως λόγω τής αποκοπής (και τού τρόπου αποκοπής) ενός τμήματος τής πραγματικότητας από το συνολικό οπτικό πεδίο που αντικρίζουν τα μάτια τού φωτογράφου. Η πράξη τής αποκοπής μετατρέπει το φωτογραφικό κάδρο σε ένα μαχαίρι που τεμαχίζει την πραγματικότητα. Ενώ όμως ο φωτογράφος εστιάζει το ενδιαφέρον του σε αυτά που περικλείονται στο κάδρο του, στην ουσία ασχολείται με αυτά που θα αποκλείσει. Μια και τα πραγματικά γεγονότα ή αντικείμενα που περικλείονται στο φωτογραφικό κάδρο υπήρχαν και πριν από την παρέμβαση τού φωτογράφου, η καθοριστικής σημασίας συμβολή του έγκειται σε όσα απέκλεισε. Το περιεχόμενο επομένως τής φωτογραφίας καθορίζεται εμμέσως από όσα δεν δείχνει ο φωτογράφος.

Αλλά και τα τεχνικά μέσα που συνιστούν το δημιουργικό οπλοστάσιο τής φωτογραφίας, ενώ εφευρέθηκαν για την ακριβή αποτύπωση τής πραγματικότητας, οδηγούν τελικώς και αυτά – αληθινά ακραία αντίφαση - σε μια παραμόρφωσή της. Εστιάζουμε, λόγου χάριν, με ακρίβεια και επιλέγουμε τα κατάλληλα διαφράγματα για να έχουμε κάτι αποτυπωμένο με σαφήνεια στη φωτογραφία μας. Ταυτόχρονα όμως με αυτή την ενέργεια απορρίπτουμε συνειδητά ολόκληρα τμήματα τής πραγματικότητας και τα αποδίδουμε θολά και δυσδιάκριτα, παρόλο που τα μάτια μας τα βλέπουν ευκρινή και σαφή. Χρησιμοποιούμε την απίστευτα γρήγορη ταχύτητα τού φωτογραφικού κλείστρου, ταχύτητα απειροελάχιστου κλάσματος τού δευτερολέπτου, για να μιλήσουμε για την ακινησία, αφού αυτός είναι ο στόχος τής φωτογραφίας. Επιλέγουμε μια γωνία λήψεως με την ελπίδα να την καταστήσουμε καθοριστική και απόλυτη, την ώρα που γνωρίζουμε ότι αυτό που θα απεικονίσουμε μπορεί να αποτυπωθεί μέσα από άπειρες διαφορετικές γωνίες που θα δώσουν αντίστοιχα διαφορετικές απόψεις του.

Και εκείνοι όμως οι φωτογράφοι που δεν γοητεύονται από την αναλήθεια τής μεταμόρφωσης και από το μυστήριο τής ακινησίας, αλλά αναζητούν την ακριβή αλήθεια εκείνων που απεικονίζονται, γρήγορα αντιλαμβάνονται ότι αυτή βρίσκεται περισσότερο στις λεζάντες των εικόνων και στις προκατασκευασμένες αντιλήψεις μας για όσα περικλείονται σε αυτές, παρά σε όσα δείχνει η φωτογραφία, η οποία τελικά δεν αποκαλύπτει παρά εκείνα που θέλουμε και είμαστε έτοιμοι να δούμε.

Πού όμως να οφείλονται όλες αυτές οι σχιζοφρενικές αντιφάσεις τού φωτογραφικού μέσου; Ίσως στο γεγονός ότι ουσιαστικό περιεχόμενο τής φωτογραφίας είναι η περιγραφή ενός τμήματος τού χώρου μέσα σε μια στιγμή τού χρόνου. Ενός χρόνου και ενός χώρου που υπάρχουν αενάως μεταβαλλόμενοι. Η φωτογραφία έρχεται να πιστοποιήσει πανηγυρικά τη σχετικότητα αυτών των δύο διαστάσεων, μέσα από το απλό γεγονός ότι ένας νέος φωτογραφικός χρόνος και ένας νέος φωτογραφικός χώρος γεννώνται από εκείνους που ο φωτογράφος απαθανατίζει. Ο ακίνητος φωτογραφικός χωροχρόνος συνεχίζει αναλλοίωτος την πορεία του παράλληλα με τη συνεχή μετάλλαξη τού πραγματικού χωροχρόνου που τον γέννησε. Το φωτογραφικό κλικ ταυτόχρονα δημιουργεί, διαπιστώνει και αναιρεί τον χρόνο και τον χώρο. Και οι φωτογραφικές αντιφάσεις βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε ότι ο χρόνος και ο χώρος κινούνται ταυτόχρονα έξω και πέρα από την ύπαρξή τους.