fbpx

Το Ηρώδειο και οι Αθηναίοι

Τα Νέα (2002)

Δύο βιβλία με φωτογραφίες τού Κώστα Ορδόλη για το «Ηρώδειο» και τους «Αθηναίους» προκαλούνε σκέψεις για τον πολιτισμό, για την κοσμικότητα και για την φωτογραφία.

«Στο Ηρώδειο»Φωτογραφίες Κώστα Ορδόλη

«Αθηναίοι»Φωτογραφίες Κώστα Ορδόλη

Οφείλω πολλά στο «Ηρώδειο». Στα μαθητικά και φοιτητικά μου χρόνια το Φεστιβάλ Αθηνών με τις βραδιές τού Ηρωδείου μου έδωσε τις πρώτες μεγάλες χαρές των ζωντανών παραστάσεων χορού, μουσικής και ελληνικής τραγωδίας. Σκαρφαλωμένοι στα βραχάκια παρακολουθούσαμε με την παρέα εκστατικοί τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Ακόμα και ο στομφώδης λόγος τού Κωτσόπουλου και τού Καλλέργη μας φαινόταν τότε μαγικός. Ο λαοφίλητος Μπεζάρ, ο δύσκολος και μοναδικός Μερς Κάνινχαμ, τού οποίου η παράσταση άδειαζε από ένα αγενές κοινό που σφύριζε αποχωρώντας (το λεγόμενο κοινό των προσκλήσεων), το εντυπωσιακό γιαπωνέζικο θέατρο Νο, τα Ολλανδικά Μπαλέτα με τις χορογραφίες τού Χανς Βαν Μάνεν, οι γοητευτικοί Νουρέγεφ και Φοντέυν, οι μεγάλες Φιλαρμονικές Ορχήστρες, πολύ αργότερα η Πίνα Μπάους, είναι λίγες από τις παραστάσεις που επηρέασαν τη ζωή μου και που αυθόρμητα τις ανακαλώ στη μνήμη μου. Και αν για τους μεγάλους αυτά τα φεστιβάλ ήταν αφορμή για ευκαιριακή απόλαυση ανάλογα με τις επιλογές τής ωριμότητάς τους, για τους νέους ήταν χωρίς εξαίρεση και χωρίς ιδιαίτερες επιλογές μια συνεχής παιδεία και μια χωρίς επιφυλάξεις απόλαυση. Πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι κατά την πρώτη εικοσαετία, ίσως και τριακονταετία, τού Φεστιβάλ, δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα να προσεγγίσει κανείς στη χώρα μας μεγάλες εκδηλώσεις χορού, θεάτρου ή μουσικής. Ούτε βίντεο, ούτε DVD, ούτε τηλεόραση.

Με τα χρόνια το Φεστιβάλ χλώμιασε. Κριτήρια οικονομικά και όχι πολιτιστικά πρυτανεύσανε στον προγραμματισμό οδηγώντας σε πιο ρεαλιστικές και κατά συνέπεια πιο αδιάφορες μετακλήσεις. Κοντά σ' αυτές προστέθηκαν και εκδηλώσεις τού εμπορικού χώρου τής διασκέδασης. Άλλωστε η μόδα, το lifestyle και μια παράξενη τάση μεταμοντερνισμού ηθελημένα έχουν θολώσει τα νερά και τις διαχωριστικές γραμμές. Πού και πού όμως όλο και κάτι από την παλιά αίγλη ξαναφαίνεται. Και ξαναπαίρνουμε την ανηφόρα για μιαν ακόμα βραδιά.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά τού Ηρωδείου. Η κοσμική. Δεν είναι μυστικό πως πολλοί πηγαίνανε χωρίς άλλη επιθυμία από τού να δουν εκείνους που θα τους δουν. Αυτοί συνήθως κάθονταν στις πρώτες σειρές και έφταναν καθυστερημένοι. Αλλά κι αυτό ήταν μέρος τής διασκέδασης. Γιατί η παράσταση είχε έτσι και μια μικρή εισαγωγή κουτσομπολιού. Άλλωστε τι κακό να κάνει η αναγκαστική παρουσία μερικών υποκριτών θεατών, όταν αυτό αντισταθμίζεται από την πραγματική απόλαυση των περισσοτέρων;

Το παράξενο όμως είναι πως τα τόσα χρόνια τού Φεστιβάλ δεν έχουν με μέθοδο και ποιότητα καταγραφεί φωτογραφικά. Δεν υπάρχει, φαίνεται, οργανωμένη ομάδα που να αναλαμβάνει την ποιοτική φωτογραφική αντιμετώπιση τόσο των ίδιων των εκδηλώσεων, όσο και των προετοιμασιών τους ή των παρασκηνίων τους. Θα έπρεπε κάθε χρόνο να εκδίδονται βιβλία με σοβαρό φωτογραφικό (και όχι μόνον) απολογισμό των παραστάσεων και φωτογραφικές εκθέσεις να αφιερώνονται σε αυτόν. Είναι προφανές ότι τα προγράμματα των παραστάσεων δεν υπηρετούν τέτοιο στόχο ούτε παραμένουν σαν αναφορές σε βιβλιοθήκες. Και είναι επίσης προφανές ότι η βιντεοσκόπηση των παραστάσεων δεν καλύπτει τον εντελώς διαφορετικό ρόλο που υπηρετεί η φωτογραφία.

Το βιβλίο «Στο Ηρώδειο» τού φίλου και αξιόλογου φωτογράφου Κώστα Ορδόλη, με φωτογραφίες από παρασκήνια, διαλείμματα και πρόβες, είναι μια απόπειρα προς την σωστή κατεύθυνση. Μου έδωσε όμως την εντύπωση πως πρόκειται για μια μάλλον ευκαιριακή και όχι μεθοδική συλλογή. Οι φωτογραφίες τού Ηρωδείου δεν συνιστούν μια «ματιά», μιαν άποψη, πάνω στο θέμα, ενώ και μεμονωμένες αν αντιμετωπιστούν δεν δικαιολογούν (οι περισσότερες) την θεματική τους σημασία. Επιπλέον, η αισθητική και καλλιτεχνική ποιότητα των φωτογραφιών απέχουν αρκετά από αυτήν στην οποία μας έχει συνηθίσει ο Ορδόλης.

Το βιβλίο για το Ηρώδειο έχει και μια ακόμη βασική αδυναμία: τα κάπως αφελή του κείμενα που εισάγουν και ορίζουν τις επιμέρους ενότητες στις οποίες (αυθαιρέτως και χωρίς λόγο) κατατάσσονται οι φωτογραφίες. Τα κείμενα αυτά πριν από όλα δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό. Και μόνον γι αυτό θα έπρεπε να απαλειφθούν. Πρόκειται όμως για μια διαδεδομένη (κυρίως στο παρελθόν) συνήθεια να διανθίζουν και να συνοδεύουν τις φωτογραφίες με ποιητικίζοντα κείμενα, ειδικά όταν θεωρούσαν ότι τα εικονιζόμενα στις φωτογραφίες δεν ήταν ιδιαιτέρως σημαντικά. Τα κείμενα επομένως προσέδιδαν εξ αντανακλάσεως στις φωτογραφίες τον καλλιτεχνικό τόνο που θα τις δικαιολογούσε. Για να δώσω μιαν ιδέα των κειμένων αυτών παραθέτω μερικούς από τους τίτλους των ενοτήτων: «Δίνουν και τα άψυχα υποσχέσεις». «Αιχμάλωτη η στιγμή που συγκεντρώνει το μόχθο μιας ζωής για μιαν ανατριχίλα». «Το Ηρώδειο ανοίγει μιαν αγκαλιά». «Ραφές στη ψυχή οι ουλές της δημιουργίας». Σε ανάλογο ύφος αναπτύσσονται τα εισαγωγικά κείμενα μέσα στις ενότητες.

Είναι προφανές ότι το επίπεδο τού Ορδόλη δεν επιτρέπει να μιλήσει κανείς για «κακές» ή «άσχετες» φωτογραφίες. Ακριβώς όμως αυτό το επίπεδο με κάνει να κρίνω αυστηρά τις φωτογραφίες τού Ηρωδείου και να παραπέμπω αυτόν που θέλει να εκτιμήσει το πραγματικό φωτογραφικό έργο του στο πολύ καλό από κάθε άποψη (φωτογραφική και εκδοτική) βιβλίο του οι «Αθηναίοι» (το καλύτερο βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα με δουλειά τού Κώστα Ορδόλη), για το οποίο η μόνη κριτική που μπορώ να εκφέρω είναι πως συγκεντρώνει μερικές από τις καλύτερες ελληνικές φωτογραφίες δρόμου (ασχέτως Αθήνας). Οι προτιμήσεις μου (για να βοηθήσω τον αναγνώστη) είναι οι φωτογραφίες στις σελίδες 31, 33, 34, 38, 40, 41, 43, 46, 47, 48, 49, 51, 53, 54, 55, 57, 60, 62, 63, 65, 67, 69, 71, 73, 74, 81, 83, 84, 89, 90, 91, 93, 95, 96, 97, 100, 107, 115, 119, 120, 123, 125, 131, 133 (ουκ ολίγες όπως διαπιστώνετε).