fbpx

Εικονογραφημένα κείμενα ή λογοτεχνημένες εικόνες

Τα Νέα (Ένθετο Πρόσωπα) 7-8-99

Ο Κώστας Ορδόλης δουλεύει σοβαρά και με πάθος στον χώρο τής δημιουργικής φωτογραφίας εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια, παράλληλα με την εντελώς διαφορετική βιοποριστική του απασχόληση. Είναι δηλαδή ένας ακόμη δημιουργός που πυκνώνει τις τάξεις των καλών φωτογράφων που αποκαλούνται ερασιτέχνες, αλλά προσδίδουν στη φωτογραφική τους δουλειά ηθική σημασία συχνά μεγαλύτερη από αυτή τού βιοποριστικού τους επαγγέλματος. Ο χώρος που τον απασχόλησε από παλιά ήταν αυτός τής λεγόμενης φωτογραφίας δρόμου. Μιας φωτογραφίας φαινομενικά εύκολης και ουσιαστικά εξαιρετικά δύσκολης, μια και η απουσία συγκεκριμένης αισθητικής και νοηματικής πρότασης (όπως συνήθως συμβαίνει) την καθιστά τις περισσότερες φορές απελπιστικά πληκτική.

Εδώ και λίγα χρόνια ο Κώστας Ορδόλης άρχισε να ασχολείται και με τη φωτογραφία θεατρικών παραστάσεων δείχνοντας και σε αυτόν τον τομέα τις ικανότητές του. Το πρώτο του βιβλίο «Ακροπόλ», καταγραφή των γυρισμάτων τής ομώνυμης ταινίας τού Παντελή Βούλγαρη, δεν ξεπέρασε το στάδιο (που δεν είναι λίγο) μιας αξιοπρεπούς και έντιμης, επαγγελματικού επιπέδου, απόδοσης των στιγμών και σκηνών. Δεν έφτασε όμως σε φωτογραφίες που θα μπορούσε κανείς να αποσπάσει από το σώμα τού βιβλίου και να εντάξει σε ένα έργο, τού οποίου η σημασία και η αξία θα υπήρχε και θα λειτουργούσε ανεξάρτητα από το θέμα και τον λόγο για τον οποίον έγιναν.

Με το τελευταίο του βιβλίο «Αττική – Αγγελικό και μαύρο φως» από τις εκδόσεις Ίνδικτος, των οποίων την καλλιτεχνική επιμέλεια έχει ο ίδιος ο Κώστας Ορδόλης, επιχειρεί για πρώτη φορά την παρουσίαση τής φωτογραφικής του ταυτότητας με αυτόνομο τρόπο. Όσον αφορά τη φωτογραφική ποιότητα των εικόνων είναι αναμφισβήτητο ότι υπάρχουν μερικές πολύ αξιόλογες φωτογραφίες, αλλά και πολλές που απλώς «συμπληρώνουν» την έκδοση. Το ύφος του Κώστα Ορδόλη στο συγκεκριμένο λεύκωμα είναι διχασμένο ανάμεσα σε μια πιο παραδοσιακή φωτογραφία δρόμου (ευρυγώνιοι φακοί, υψηλός κόκκος, δραματικός φορμαλισμός, «ανθρώπινα» στιγμιότυπα) και σε μια πιο ποιητική φωτογραφία με τάσεις συχνά εξπρεσιονιστικές.

Ο τίτλος τού βιβλίου, όπως και κάθε βιβλίου, θα έπρεπε να υποδηλώνει το περιεχόμενο ή την γενεσιουργό του αιτία. Εν προκειμένω όμως ούτε το περιεχόμενο, ούτε το θέμα των φωτογραφιών οδηγούν στον συγκεκριμένο τίτλο. Η μόνη του δικαιολογία βρίσκεται στα συνοδευτικά κείμενα. Δέκα κείμενα με διάσημες υπογραφές (Πικιώνης, Λορεντζάτος, Σεφέρης, Σικελιανός, Παπαδιαμάντης κ.ά) των οποίων ο αριθμός και η αξία υποβαθμίζουν τη σημασία των φωτογραφιών σε εικονογράφηση των κειμένων. Με τον τρόπο αυτόν ο Κώστας Ορδόλης, που γνωρίζω ότι αγαπάει τη φωτογραφία και την ασκεί με ποιότητα και σεβασμό, δεν τής αποδίδει την ανάλογη σημασία όταν εκδίδει το πρώτο του προσωπικό καλλιτεχνικό λεύκωμα.

Δύο είναι οι πιθανοί λόγοι που μπορεί να σπρώξουν κάποιον να συμπεριλάβει διάσημα κείμενα ή ποιήματα στη φωτογραφική του συλλογή. Ο πρώτος είναι οικονομικός. Και οφείλεται στην σχεδόν βεβαιότητα ότι ένα φωτογραφικό λεύκωμα, δηλαδή με αποκλειστικό ενδιαφέρον το φωτογραφικό (και όχι θεματικό) περιεχόμενο των φωτογραφιών του, είναι μάλλον καταδικασμένο σε εκδοτικό μαρασμό και αυτό άσχετα από την ποιότητα των φωτογραφιών του. Ο δεύτερος έχει να κάνει με την γοητεία που προκαλεί η γειτνίαση των «ταπεινών» φωτογραφιών με τα τόσο διάσημα και καθιερωμένα ονόματα τής λογοτεχνίας και τού πνεύματος και με την ελπίδα ότι θα αποσπάσουν εξ αντανακλάσεως, τόσο οι φωτογραφίες όσο και ο φωτογράφος, λίγη από την αίγλη τής καταξίωσης. Το πιθανότερο είναι πως τις περισσότερες φορές ενυπάρχει ποσοστό και των δύο παραπάνω λόγων. Μόνο που και οι δύο λόγοι μαρτυρούν εκ μέρους τού φωτογράφου, έλλειψη εμπιστοσύνης στη φωτογραφία και, ακόμα χειρότερα, στη φωτογραφία τη δική του.

Οι περιπτώσεις αρμονικής συνύπαρξης κειμένων και φωτογραφιών σε φωτογραφικό καλλιτεχνικό λεύκωμα παρατηρούνται συνήθως είτε όταν κείμενα και φωτογραφίες αποτελούν συμπαραγωγή για το συγκεκριμένο λεύκωμα, είτε όταν ο συγγραφέας και ο φωτογράφος συνδέονται μεταξύ τους με κάποιο (έστω συναισθηματικό) τρόπο, είτε όταν ο φωτογράφος επιθυμεί με την παράθεση τού κειμένου ενός και μόνον συγγραφέως να συντροφεύσει εννοιολογικά ή παραθετικά τις φωτογραφίες. Σε καμία πάντως περίπτωση δεν δικαιολογείται η ανθολογία πολλών κειμένων και κυρίως η εξόχως μεγάλη διαφορά σε σημασία και καλλιτεχνικό βάρος ανάμεσα στον φωτογράφο και στον ή στους συγγραφείς. Η διαφορά αυτή θα ισοπεδώνει τον φωτογράφο και θα καθιστά την επιλογή του ύποπτη, ακόμα και αν στην πραγματικότητα κρύβονται αγνότατες προθέσεις. Στην καλύτερη περίπτωση θα πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν θα χαρακτηρίζεται φωτογραφικό καλλιτεχνικό λεύκωμα, αλλά συλλογή εικονογραφημένων λογοτεχνικών κειμένων.

Η πολυτελής αυτή έκδοση υποπίπτει και αυτή στο (κατ’εμέ) σφάλμα των δισέλιδων φωτογραφικών σαλονιών. Η πρακτική αυτή προερχόμενη από συνήθειες περιοδικού τύπου (αμαρτίες γραφιστών), όπου η λειτουργία τής εικόνας είναι τελείως διαφορετική, δεν προσδίδει τη σημασία που πρέπει στη σύνθεση τής φωτογραφίας. Και είμαι μάλλον σίγουρος ότι ο φωτογράφος δεν επιθυμούσε να προσδώσει δημοσιογραφικό ύφος στην παρουσίαση των φωτογραφιών του.

Η φωτογραφική ευαισθησία τού Κώστα Ορδόλη, τού οποίου τυχαίνει να γνωρίζω περισσότερη φωτογραφική δουλειά από αυτήν που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, είναι αναμφισβήτητη και ακόμα δεν έχει φτάσει στην πλήρη άνθησή της. Ο Κώστας Ορδόλης διαθέτει μιαν αθωότητα, η οποία δεν έχει ανάγκη από την παραμικρή επιτήδευση. Τού εύχομαι να την αξιοποιήσει (και πιστεύω ότι θα το κάνει) τόσο πολύ, ώστε σε μελλοντικές εκδόσεις να τον έχουν ανάγκη οι συγγραφείς για να αναβαθμίσουν το όνομά τους.

Πλάτων Ριβέλλης
Kώστα Ορδόλη, «Αττική – Αγγελικό και μαύρο φως», Ίνδικτος, 1998,
ISBN 960-518-047-2
Λεζάντες φωτογραφιών
1. Κώστας Ορδόλης, από το βιβλίο “Αττική-Αγγελικό και μαύρο φως” (Εθνικός κήπος)
2. Κώστας Ορδόλης, από το βιβλίο “Αττική-Αγγελικό και μαύρο φως” (Περιστέρι)