fbpx

Σεπτέμβριος 2010

Είναι συχνή η παρατήρηση πολλών ανθρώπων ότι δεν αντέχουν τα έργα τέχνης που τους προκαλούν κλάματα ή γενικώς λύπη. Άλλωστε ας μην ξεχνιόμαστε. Στην Ελλάδα όταν ξαφνικά ακούγαμε από ένα ραδιόφωνο κλασική μουσική σκεφτόμασταν αμέσως ότι κάποιος σπουδαίος πέθανε. Ανακλαστικά ανάλογα με την περίπτωση των δημοτικών τραγουδιών που μας έφερναν στο μυαλό τον τρόμο ενός πραξικοπήματος.

Θα υποστήριζα αντίθετα, και με μια δόση ηθελημένης παιδαγωγικής υπερβολής, ότι ένα έργο τέχνης, αν ειδικά είναι σημαντικό και αξιόλογο, αποκλείεται να προκαλεί λύπη. Η τέχνη γεννάει αποκλειστικά τη χαρά. Αλλιώς δεν είναι τέχνη.

Αυτό που ο κόσμος εκλαμβάνει σαν περιεχόμενο τής τέχνης, και κατά συνέπεια τού αποδίδει και την ευθύνη τής λύπης του, είναι συνήθως το θέμα. Και είναι γεγονός ότι τις περισσότερες φορές η τέχνη ασχολείται με θέματα που θεωρούνται λυπητερά. Αφού αυτά έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και παίζουν τον σημαντικότερο ρόλο στη ζωή μας. Ο ρόλος όμως τού καλλιτέχνη δεν είναι να έρθει να διαπιστώσει και να διακηρύξει την τραγική διάσταση τής ζωής, το ανεξήγητο σκάνδαλο τού θανάτου ή την αταξία τού κόσμου. Αντιθέτως, όλα τα παραπάνω είναι το ουσιαστικό κίνητρο για να προσπαθήσει να αποδώσει το αντίθετό τους, ή αυτό που μπορεί να κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Για τον καλλιτέχνη μια αδιέξοδη ζοφερή πραγματικότητα είναι ταυτόχρονα και το απόλυτο καλλιτεχνικό αδιέξοδο. Όπως εξίσου μια ρόδινη πραγματικότητα θα του στερούσε κάθε λόγο δημιουργίας. Η πεποίθησή του ότι η τραγική διάσταση τής ζωής έχει και άλλη όψη είναι αυτή που τροφοδοτεί το έργο του. Ένα έργο που αναγκαστικά τείνει προς τη θετική κατάληξη. Αλλιώς δεν θα λεγόταν δημιουργία αλλά ερείπια. Ακόμα και όταν ένας καλλιτέχνης ασχολείται με ένα ερείπιο, το αποδίδει σαν μνημείο.

Ο αποδέκτης τού έργου δεν θα είχε πράγματι κανένα λόγο να αποζητά την επικοινωνία με ένα έργο που θα του κατέστρεφε τις άμυνες και θα τού υπογράμμιζε τα αδιέξοδα και τις δυστυχίες τής ζωής. Θα ήταν σίγουρα καλύτερο να καταφύγει στον πλασματικό κόσμο τής εμπορικής ψυχαγωγίας που τουλάχιστον τού εξασφαλίζει για το περιορισμένο χρονικό διάστημα τής κατανάλωσής του την ψευδαίσθηση τής ευτυχίας. Αποζητά όμως το έργο τέχνης γιατί αυτό είναι σε θέση να τού αποκαλύψει τη γοητεία και την ομορφιά που κρύβεται κάτω από τη φαινομενική αταξία τού κόσμου. Και να τον πείσει ότι η δυστυχία χρειάζεται για την ευτυχία και η ασχήμια για το κάλλος.

Αλλά πέρα από όλα τα παραπάνω η χαρά που προκαλεί το έργο τέχνης σχετίζεται επίσης με την ύπαρξη και την παρουσία τού δημιουργού πίσω από αυτό. Με την αγαλλίαση που γεννιέται στην ψυχή τού αποδέκτη επειδή υπάρχει κάποιος που μπορεί να βλέπει και να αποδίδει έτσι τον κόσμο.

Όσο για τα δάκρυα, που σχεδόν αναπόφευκτα συνοδεύουν την επικοινωνία με ένα σημαντικό έργο τέχνης, δεν είναι παρά δάκρυα χαράς, δηλαδή πραγματικής συγκίνησης και ευγνωμοσύνης. Άλλωστε ποιον άλλο τρόπο έχουμε εμείς οι άνθρωποι για να εκδηλώνουμε τη συγκίνησή μας, τρόπο βαθύ και ουσιαστικό, ταυτόχρονα ψυχικό και σωματικό, πέρα από τα δάκρυα;

Ο θάνατος στην τέχνη είναι πάντοτε ύμνος ζωής και η δυστυχία τού έρωτα στην τέχνη δεν κάνει τίποτε άλλο από του να υποδηλώνει την αξία που έχει αυτός για τη ζωή μας. Το αργό κομμάτι τής μουσικής δεν υποδηλώνει λύπη την ώρα που το γρήγορο φαίνεται να τονίζει τη χαρά. Η παράθεσή τους είναι αυτή που προκαλεί τη συγκίνηση. Το μαύρο τής ζωγραφικής δεν είναι η άβυσσος τής ζωής μας αλλά ο δρόμος για να καταλάβουμε το φως.

Ίσως καλύτερα από όλους έχει προσδιορίσει τη χαρά τής τέχνης και τής δημιουργίας ένας από τους πολύ μεγάλους ζωγράφους τού εικοστού αιώνα, ο Francis Bacon, ο οποίος εξεπλάγη όταν ένας κριτικός χαρακτήρισε τα έργα του πένθιμα και σκληρά. "Μα πώς είναι δυνατόν", διαμαρτυρήθηκε, "αφού εγώ είμαι αισιόδοξος". "Και γιατί είσαι αισιόδοξος;" ρώτησε απορημένος ο συνομιλητής του. Και ο μεγάλος ζωγράφος, που είχε υποφέρει όσο κανένας στη ζωή του, τού απάντησε αφοπλιστικά και με ένα μεγάλο χαμόγελο: "Είμαι βαθιά αισιόδοξος για το τίποτα".