fbpx

Οκτώβριος 2010

Τα τελευταία χρόνια οι φωτογράφοι φαίνεται να έχασαν την έκπληξη, τον αυθορμητισμό και τον ενθουσιασμό που χαρακτήριζαν την πρώτη γοητευτική «ερασιτεχνική» περίοδο τής φωτογραφίας, χωρίς όμως να αναπτύξουν τον προβληματισμό και την αισθητική αναζήτηση που συνήθως συνοδεύουν την ωριμότητα μιας τέχνης.

Οι περισσότεροι φωτογράφοι συμβιβάστηκαν ή, το χειρότερο, βολεύτηκαν υιοθετώντας μία από τις παρακάτω δύο κατευθύνσεις. Είτε ακολούθησαν τον λεγόμενο εικαστικό δρόμο (που μόνο κατ’ όνομα έχει σχέση με την εικόνα), είτε τον καταγραφικό δρόμο (που δυστυχώς έχει μονάχα σχέση με την καταγραφή που επικαλείται).

Στην πρώτη περίπτωση δόθηκε ένα δυσανάλογο βάρος στις σκέψεις που προηγούνται τής φωτογράφισης και τις οποίες η επόμενη διαδικασία, αυτή τής κυρίως φωτογράφισης, καλείται απλώς να απεικονίσει. Επειδή όμως το βάθος τής συνθετικής σκέψης υπερτερεί πάντοτε τής εικόνας, οι φωτογράφοι αναγκάστηκαν να περιοριστούν σε πρωτογενείς και απλοϊκές σκέψεις, τις οποίες μάλιστα φροντίζουν να συνδέουν μόνιμα με τις εικόνες που οι ίδιες προκάλεσαν, ώστε η ανάγνωση τής φωτογραφίας να είναι στην ουσία μια εικονογραφημένη ανάγνωση τής σκέψης,

Στη δεύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται η διαδικασία που προηγείται τής φωτογράφισης και εξιδανικεύεται η διαδικασία τής λήψης. Ο φωτογράφος αποτυπώνει, καταγράφει, πιστοποιεί πραγματικά γεγονότα, τα οποία όμως υστερούν απέναντι σε εκείνα τής πραγματικής ζωής ή υπερβαίνουν την καταγραφική δυνατότητα τής φτωχής πάντοτε φωτογραφίας. Για να κάνει αισθητή την παρουσία του ο φωτογράφος καταφεύγει έτσι σε φορμαλιστικές ακροβασίες που ως οπτικός διάκοσμος (και όχι ως οπτική σύνθεση) επιχειρούν να αποδώσουν στην απεικόνιση το βάρος που τής λείπει σε σχέση με την ίδια την πραγματικότητα.

Οι φωτογράφοι τής «απεικονιστικής» κατηγορίας αποκηρύσσουν από τη μεριά τους κάθε φορμαλιστικό παιχνίδι, ώστε να μην κινδυνέψει ο υποχρεωτικός συσχετισμός με την αρχική τους γενεσιουργό σκέψη και, κυρίως, για να μη συγχέονται με τη δεύτερη, πληβεία, κατηγορία φωτογράφων. Παράλληλα τείνουν να περιορίσουν την αξία τής λήψης σε λίγες προαποφασισμένες εικόνες που σχετίζονται απόλυτα μεταξύ τους και που μπορούν να αναπαραχθούν σε ελεγχόμενο αριθμό επαναλήψεων. Οι φωτογράφοι πάλι τής «καταγραφικής» κατηγορίας αφήνουν τον εαυτό τους στη «γοητεία τού δρόμου» και τής πραγματικότητας πολυβολώντας ακατάπαυστα γύρω τους με την ελπίδα ότι η τύχη και η δεξιοτεχνία τους θα αναπληρώσουν τα κενά τής σκέψης τους.

Όλοι όμως οι παραπάνω φωτογράφοι κάνουν το σφάλμα να περιφρονούν την εξόχως δημιουργική διαδικασία τής σκέψης που ακολουθεί τη λήψη και στερούν την αναλυτική διαδικασία από την αναγκαία συνθετική της κατάληξη. Ταυτόχρονα, όλοι τους, ξεχνούν ότι είναι δημιουργοί εικόνων, οι οποίες πρέπει να μιλούν για ιδέες και γεγονότα που έξω από αυτές δεν θα υπήρχαν, ή, το κυριότερο, που δεν θα υπήρχαν ποτέ ακριβώς έτσι.

Η σκέψη που προηγείται τής φωτογράφισης πρέπει να είναι απλώς κατευθυντήρια και να μην προδικάζει το περιεχόμενο τής φωτογραφίας (και ακόμα χειρότερα να το υποκαθιστά). Η διαδικασία τής λήψης πρέπει να διατηρεί το στοιχείο τής έκπληξης, να στηρίζεται στα ερωτηματικά τού φωτογράφου και να χρησιμοποιεί τις σκέψεις που προηγήθηκαν σαν πυξίδα, αλλά όχι σαν δεσμευτική εντολή. Η διαδικασία τής σκέψης που ακολουθεί τα παραπάνω στάδια έχει ως στόχο την αξιολόγηση τής πρώτης ύλης, τον προβληματισμό τού φωτογράφου σε σχέση με τον αυθορμητισμό του, τα ερωτηματικά του και τις εκπλήξεις του κατά τη διαδικασία τής λήψης και εντέλει τον καθορισμό τού περιεχομένου τής δικής του φωτογραφίας, περιεχόμενο που θα οδηγήσει με τη σειρά του στις νέες κατευθυντήριες σκέψεις. Αν αυτή η τελευταία διαδικασία απουσιάζει, ο δημιουργός-φωτογράφος μετατρέπεται σε μεσάζοντα-εργάτη, εγκεφαλικό ή χειρώνακτα δεν ενδιαφέρει, ο οποίος αποφεύγει την πιο ενδιαφέρουσα στιγμή όπου ο καλλιτέχνης βρίσκεται αντιμέτωπος με το έργο του, δηλαδή με τον εαυτό του. Και σε αυτή τη διαδικασία ο δημιουργός φέρει όλο το βάρος των επιλογών του, άσχετα από τις συμβουλές που ενδεχομένως ορθώς αναζητά.

Οι Παναγίες των μεγάλων ζωγράφων ή οι κινηματογραφικοί έρωτες των σπουδαίων σκηνοθετών γεννούν άλλου μεγέθους σκέψεις και συγκινήσεις από ό,τι τα ίδια θέματα που στηρίζονται στις ίδιες ιδέες αλλά βγαίνουν από τα χέρια μέτριων καλλιτεχνών.

Για να φέρει όμως σε πέρας αυτό το γοητευτικό και δύσκολο έργο τής σύνθεσης ο φωτογράφος πρέπει να έχει μάθει να βλέπει εικόνες που οδηγούν σε σκέψεις και όχι να επινοεί σκέψεις που καταγράφονται σε εικόνες.