Παναγιώτης Ανδριώτης (Portfolio 01)

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017 15:14

Παναγιώτης Ανδριώτης (Portfolio 01)

Ο Παναγιώτης ασχολείται με αφοσίωση, συνέπεια, αγάπη και ενθουσιασμό με τη φωτογραφία. Εδώ και λίγα χρόνια τιμάει τον Φωτογραφικό Κύκλο με τη συμμετοχή του σε αυτόν. Ασχολείται μεθοδικά με διάφορα θέματα και κυρίως με τη φωτογράφιση των ανώνυμων κτιρίων της πόλης του, του Γηροκομείου Βόλου και των τροφίμων του, των επιτύμβιων φωτογραφιών και του μικρού καταυλισμού των τσιγγάνων. Το παρόν portfolio παρουσιάζει μέρος αυτής της τελευταίας δουλειάς του.

- Πλάτων Ριβέλλης

Είμαι ο Παναγιώτης Ανδριώτης. Γεννήθηκα στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 1977

Χαϊδάρι, Παπάδος Λέσβου, Αντικύθηρα, Μύρινα Λήμνου, Κως, Βόλος οι πόλεις και τα χωριά όπου έζησα και μεγάλωσα. Ένας συνδυασμός από ετερόκλητες εικόνες αποτελούν τις παιδικές και εφηβικές μου μνήμες.

Αγαπημένο μου χόμπι πριν με κερδίσει η φωτογραφία, το σκάκι, αρχικά ως αθλητής και αργότερα ως δάσκαλος. Με την φωτογραφία ασχολούμαι ενεργά τα τελευταία χρόνια. Έχω συμμετάσχει σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις, ενώ φωτογραφίες μου έχουν διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς.

Σήμερα ζω και εργάζομαι στο Βόλο ως ηλεκτρολόγος στο Δήμο. Είμαι ενεργό μέλος του "Φωτογραφικού Κύκλου" και της Φωτογραφικής Λέσχης Βόλου.

Κου-Κου-Τσα!

Μετά το «Γηροκομείον Βόλου», αναζήτησα νέους φωτογραφικούς ορίζοντες σε ένα καταυλισμό αθίγγανων. Σ' ένα μέρος που το επισκέπτομαι κάθε μέρα, που χαιρετώ και καλημερίζω τους κατοίκους του. Στον καταυλισμό των αθίγγανων, δίπλα ακριβώς από το αμαξοστάσιο του Δήμου Βόλου, τον χώρο εργασίας μου. Από το έτος 1999 που διορίστηκα στον Δήμο Βόλου, γνώρισα και τον καταυλισμό. Θυμάμαι τις πρώτες μέρες πήγαινα σιγά-σιγά με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, «προσοχή Παναγιώτη, πετάγονται στο δρόμο γυφτάκια» μου είχε πει ένας συνάδελφος… Όλα αυτά τα χρόνια απέκτησα οικειότητα με τους αθίγγανους και με ξέρανε όλοι με το μικρό μου όνομα. Μου έκανε εντύπωση το έντονο χρώμα των κατοικιών τους (γιατάκια), η καθαριότητα του καταυλισμού (μύριζε χλωρίνη), η ομιλία των κατοίκων (μιλάνε μόνο ελληνικά), οι μυρωδιές από ψητά αλλά και τα πολλά γυφτάκια όλο παιχνίδι, γέλια και ανεμελιά. Δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος ο καταυλισμός, χωρίζεται στα δύο από έναν παραπόταμο που έρχεται από τη λίμνη Κάρλα και καταλήγει στον Παγασητικό κόλπο. Το θάρρος να τους προσεγγίσω με την φωτογραφική μηχανή το πήρα, μετά το μεγάλο μάθημα που πήρα στο Γηροκομείο Βόλου. Εκεί, στον χώρο της Μονάδας, στα δύο χρόνια που επισκεπτόμουν, προσέγγισα τους φιλοξενούμενους γέροντες και γερόντισσες με αγάπη σε μια εύθραυστη στιγμή της ζωής τους. Όμως η αγάπη ήταν αυτή που πήρα, το χαμόγελο και τον πραγματικό εαυτό τους. Αυτό μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Έβαλα άνω τελεία στο παιδιά του γηροκομείου, για να πάω στα παιδιά του καταυλισμού. Θυμάμαι ήταν ένα Χειμωνιάτικο απόγευμα, Φεβρουάριος 2016. Βγήκα από το αυτοκίνητο με κύκλωσαν, με αγκάλιασαν και με υποδεχθήκαν με χαρά. Μικροί μεγάλοι.

-Παναγιώτη, γειά σου, τι έχεις στην τσάντα; Τι μας φέρνεις;
-Έχω την φωτογραφική μου μηχανή.
-Να μας βγάλεις φωτογραφίες! Πολλές!

Τόσο απλά, έτσι απλά, με γνώρισαν και με την φωτογραφική μου μηχανή αν και είχα προνοήσει να τους δείξω παλαιότερες εικόνες μου για να δούνε τι έκανα τις ελεύθερές μου ώρες.

Η δεύτερη δουλειά μου ήταν να δείξω την πρώτη φουρνιά από φωτογραφίες που έβγαλα, στον δάσκαλό μου Πλάτωνα Ριβέλλη. Η απάντηση στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο ενθαρρυντική! Πολλές οι επιλογές, ευχάριστη έκπληξη.Όλο αυτό το διάστημα, πήγαινα στον καταυλισμό τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα. Τους πήγαινα φωτογραφίες που είχα εκτυπώσει με τους ίδιους πρωταγωνιστές, καραμέλες αλλά και μάσκες για να φοράνε και να φωτογραφίζω. Πιο πολύ με κέντρισαν τα γυφτάκια. Τα πιτσιρίκια με αγάπησαν, μου κολλήθηκαν. Ελεύθερα, παρορμητικά, χαρούμενα, ανέμελα. Ποτέ δεν μου χάλασαν χατίρι. Κάτσε εκεί να σε φωτογραφήσω καθόταν. Μην κάνεις χειρονομίες, δεν έκαναν. Δεν αισθάνθηκα άβολα ούτε μια στιγμή. Δεν αισθάνθηκα ούτε μια στιγμή Μπαλαμός, αλλά μέλος της μεγάλης οικογένειας. Ο καταυλισμός των αθίγγανων έγινε το δικό μου λούνα παρκ. Περπατάω ανάμεσα στο γεμάτο χρώματα, παιχνίδι, παιδιά χώρο. Όσο περισσότερο μοιραζόμουν τον χρόνο μου στον καταυλισμό, τόσες ομοιότητες έβλεπα και με την δική μου παιδική ηλικία. Τότε στο χωριο Παπάδος Μυτιλήνης δεκαετία του ’80. Μονοκατοικία, ούτε η δική μου οικογένεια κλείδωνε το σπίτι, ούτε η υπόλοιπη γειτονιά. Λέγαμε σε όλους καλημέρα. Ενδιαφερόμασταν. Είχαμε κάθε μέρα επισκέψεις. Ακόμα και τα ψευδώνυμα, τα παρατσούκλια που λέγαμε. Τσαλέλι, Αντό, Μπότης, Φρατζόλας όπως και εδώ με τα γυφτάκια. Καλαμάρα, Μπουμπού, Φραουλίτσα, Πιπίνο, όλα τα παιδάκια ακούνε στο παρατσούκλι τους. Ένα κοριτσάκι το βγάλανε Ζαναζώ, γιατί κάθε φορά που το φωτογράφιζα, ερχόταν να δει την εικόνα στην οθόνη της φωτογραφικής μου μηχανής φωνάζοντας Ζαναζώ! (Για να δω) Ο καταυλισμός αθίγγανων υπήρξε μεγάλο μάθημα ζωής για μένα. Σίγουρα θα συνεχίσω να πηγαίνω, έχουν κερδίσει την καρδιά μου. Με βάλανε σπίτια τους, είδα το εικονοστάσι τους, περάσαμε νύχτες στην φωτιά λέγοντας ιστορίες, μου είπαν για τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, τους συγγενείς τους σε Θήβα και Χαλκίδα. Συνοδοιπόρος μου αυτά τα δύο χρόνια, ήταν ο Πλάτωνας Ριβέλλης, όπου με την καθοδήγησή του επιλέγοντας φωτογραφίες που του έστελνα, απόλαυσα τόσο το φωτογραφικό ταξίδι όσο και την πραγματική ζωή μου στον καταυλισμό των αθίγγανων.

Πολλές φορές μεταξύ αστείου και σοβαρού άκουσα να λένε οι δικοί μας: «αν δεν είσαι καλό παιδί θα σε δώσω στους γύφτους»! Ποτέ δεν άκουσα από κανέναν στον καταυλισμό να λέει: «αν δεν είσαι καλό γυφτάκι θα σε δώσω στους Μπαλαμούς»