fbpx

Της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
από συνέντευξή της
στην Καναδική τηλεόραση
το 1983

Αξίζει νομίζω να μιλήσει κανείς για τις συνθήκες δουλειάς του καλλιτέχνη και συμπεριλαμβάνω τον συγγραφέα και οποιονδήποτε «φτιάχνει» κάτι, βιβλίο, πίνακα, μουσική σύνθεση ή οτιδήποτε. Θα πάρω όμως τα παραδείγματά μου, όπως είναι φυσικό, από τους συγγραφείς.

marguerite yourcenar

Ο Ντιντερό έχει γράψει ένα δοκίμιο με τον τίτλο «Το παράδοξο του ηθοποιού».  Υπάρχει όμως και ένα «παράδοξο του συγγραφέα». Και αυτό συνίσταται στο ότι δύο πράγματα είναι αληθινά και ταυτόχρονα αντιφατικά. Το πρώτο είναι ότι ο συγγραφέας πρέπει να είναι βαθύτατα ο εαυτός του. Πρέπει να έχει κάτι προσωπικό να προσφέρει. Το άλλο είναι ότι πρέπει να ξεχάσει τον εαυτό του και να βγει από τον εαυτό του. Οι δύο αυτές απαιτήσεις φαίνεται να είναι αντιφατικές, αλλά, μέσα στην πραγματικότητα που περιέχει όλες τις αντιφάσεις, δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιφατικές.

Η πρώτη αιτία για την ύπαρξη της κακής λογοτεχνίας είναι ότι ο συγγραφέας και ειδικότερα ο νέος συγγραφέας -που μπορεί να μην είναι τόσο νέος αλλά και αρκετά γέρος- λέει στον εαυτό του: «σκέφτομαι κάτι, αισθάνομαι κάτι, ή λέω στον εαυτό μου κάτι» πράγμα που εκ προοιμίου νομίζει ότι σημαίνει πως μπορεί να κάνει ένα βιβλίο. Αυτό είναι μεγάλο λάθος διότι κατ’ αρχάς υπάρχει το ερώτημα αν πράγματι σκέφτεται κάτι, αν αισθάνεται κάτι, αν λέει στον εαυτό του κάτι ή μήπως όσα σέρνονται μέσα στο μυαλό του δεν είναι παρά απομεινάρια από πράγματα που του έχουν πει, από πράγματα που νομίζει ότι σκέφτεται και πιστεύει. Βρίσκεται έτσι έτη φωτός μακριά από την πραγματικότητα.

Το πρώτο καθήκον του συγγραφέα μου φαίνεται πως είναι πάνω από όλα η «προσοχή». Μια μεγάλη προσοχή σε ό,τι νιώθει ο ίδιος. Μια προσοχή θα έλεγα σχεδόν ιατρικής, επιστημονικής, φύσεως, ώστε να μην εξαπατηθεί ο ίδιος. Και ταυτόχρονα μια τεράστια προσοχή για το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.

Στα κείμενα των φιλοσόφων του Ταοϊσμού, οι οποίοι πήγαν πιο πέρα από οποιονδήποτε άλλον στην κατεύθυνση του πραγματικού, υπάρχει ένα είδος γνωμικού που αποδίδεται περίπου ως εξής: «Το να κυβερνάει κάποιος μια μεγάλη αυτοκρατορία είναι το ίδιο σαν να τηγανίζει ένα μικρό ψάρι». Δηλαδή και τα δύο απαιτούν μια πλήρη προσοχή. Μια προσεκτική φροντίδα από τη μεριά εκείνου που κάνει οποιοδήποτε από τα δύο. Και θα έλεγα το ίδιο και για ένα βιβλίο, ότι δηλαδή το να γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο είναι σαν να τηγανίζεις ένα ψάρι ή να φτιάχνεις ένα ραγού με λαχανικά, βάζοντας δηλαδή όλο το ταλέντο, την καλή θέληση και την ικανότητα που μπορείς. Αυτή νομίζω ότι είναι η απαραίτητη βάση για τη λογοτεχνία, αλλά και για όλες τις τέχνες.

Η προσοχή είναι μια αρετή εξαιρετικά σπάνια. Όταν κάποιος μελετάει την ψυχολογία της Ανατολής -και σημειώστε ότι δεν λέω τη θρησκεία ή τη φιλοσοφία της Ανατολής, που συμφωνώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικές και αυτές, αλλά επιμένω στη ψυχολογία διότι εκεί προχώρησαν περισσότερο από οποιονδήποτε στη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του- διαπιστώνει ότι η πρωταρχική αρετή είναι η «προσοχή». Το να προσέχει κάποιος τις πράξεις του, τους μύες του, το βλέμμα του, βοηθάει στο να βλέπει κανείς τι συμβαίνει μέσα του και γύρω του. Ο συγγραφέας που παράγει ένα βιβλίο χρησιμοποιεί εκατομμύρια μικρές παρατηρήσεις που έκανε, που ενδεχομένως δεν θυμάται ότι τις έκανε, οι οποίες όμως φορτώθηκαν στον υπολογιστή που είναι ο εγκέφαλός του. Και όσο πλουσιότερο είναι ένα βιβλίο -και αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το διαπιστώσει μελετώντας ένα μεγάλο και σημαντικό βιβλίο όπως π.χ. το «Πόλεμος και η Ειρήνη» ή οποιοδήποτε άλλο- τόσο περισσότερο θα διαπιστώσει ότι αντί να έχει κενά όπως τα περισσότερα βιβλία, η κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια σε αυτό αποκτά την αξία της πιο ακραίας πραγματικότητας. Ο συγγραφέας ξεκίνησε από ένα μικρό γεγονός ή ένα συναίσθημα, τα οποία όμως γνωρίζει πραγματικά. Πιστεύω επομένως ότι η «προσοχή» είναι το πρώτο καθήκον του συγγραφέα.

Πώς όμως να φτάσει κανείς σε αυτό το βαθμό προσοχής. Στο σημείο αυτό σκέφτηκα ότι είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σε μερικά αποσπάσματα που δεν αφορούν ειδικά τη λογοτεχνία, αλλά το σύνολο των τεχνών και τη ζωή γενικότερα, αποσπάσματα που βρήκα σε ένα ταντρικό κείμενο που προέρχεται από το Κασμίρ: «Το πνεύμα που κολλάει πάνω σε κάτι, ας μη το αφήνει πολύ γρήγορα με σκοπό να κατευθυνθεί σε κάτι άλλο» Δηλαδή, σε κάθε συναίσθημα, γεγονός ή αίσθηση υπάρχει ένα περιθώριο. Όπως το όριο του σχεδίου σε έναν πίνακα. Όπως στους πίνακες του Ρέμπραντ, όπου η γραμμή δεν είναι ποτέ απόλυτα καθορισμένη και έτσι γίνεται αντιληπτή η αδιόρατη μετάβαση από ένα ύφασμα σε κάποιο άλλο. Και αυτό είναι αληθινό για όλες τις συνθήκες της ζωής. Οι άνθρωποι που σκέφτονται συμβατικά δεν βλέπουν αυτό το περιθώριο. Εγκαταλείπουν κάτι για να περάσουν σε κάτι άλλο, χωρίς να έχουν σκεφτεί την «αύρα», το περιθώριο που κάθε αίσθηση περικλείει.

«Μέσα στην αγωνία, μέσα στον τρόμο» και ο συγγραφέας προσθέτει προκαλώντας έκπληξη «και μέσα στο φτέρνισμα» (αν και κάτι παρόμοιο έχει πει και ο Μοντέιν) «όταν είμαστε πάνω από έναν γκρεμό, όταν μόλις αποφύγαμε έναν κίνδυνο, όταν νιώθουμε μια έντονη περιέργεια, όταν γεννιέται ή χορταίνει η πείνα, τότε αποκαλύπτεται η ύπαρξη». Πρόκειται εκ νέου για το πέρασμα από μια αίσθηση σε μια άλλη, η οποία είναι τόσο σημαντική ώστε ο συμβατικός συγγραφέας τη χάνει πάντοτε. Αντίθετα, ο μεγάλος συγγραφέας είναι πάντα ευαίσθητος στην κινητικότητα κάθε λεπτομέρειας.

Κάτι ακόμα που δεν φαίνεται να αφορά αποκλειστικά τη λογοτεχνία: «Όταν ξαπλώνετε, να φαντάζεστε το σώμα σας χωρίς υποστήριξη». Δηλαδή, όταν νομίζουμε ότι βασιζόμαστε με έμφαση πάνω σε κάτι, στην πραγματικότητα δεν βασιζόμαστε σε τίποτα. Ούτε οι χαρακτήρες μας, ούτε οι προσωπικότητές μας, ούτε τα πράγματα που περιγράφουμε. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε αυτό το στοιχείο της ασταθούς βάσης κάτω από τη σταθερότητα. Αυτό είναι το τίμημα της αλήθειας. Όταν λένε «να σκέφτεσαι τον κόσμο σαν ένα τυφώνα» λένε ακριβώς το ίδιο.

Και κάτι ακόμα: «Δώστε προσοχή στο άγνωστο, στο άπιαστο, στο κενό, σε οτιδήποτε δεν θα φτάσει στο επίπεδο της ύπαρξης». Και πράγματι πίσω από κάθε κατάσταση, πίσω από κάθε ον, κρύβονται όλες οι δυνατότητες που δεν ανακάλυψε ακόμα, ή που πιθανόν δεν θα ανακαλύψει ποτέ, αλλά βρίσκονται εκεί και το εμπλουτίζουν εν αγνοία του. Και αυτό είναι κάτι που πάντοτε πρέπει να έχουμε κατά νου, όταν σκεφτόμαστε, εμείς οι συγγραφείς, τους χαρακτήρες των έργων μας.

«Να μην εστιάζεις τη σκέψη». Είπα προηγουμένως ότι πρέπει να εστιάζει κανείς την προσοχή του, αλλά τη σκέψη του, όχι. Γιατί η σκέψη είναι ήδη μια γνώμη. Και ένα πνεύμα χωρίς γνώμη μπορεί να αντανακλά όλα τα πράγματα. Ο Στεντάλ χρησιμοποιούσε μια παράξενη μεταφορά, της οποίας κάτι αντίστοιχο χρησιμοποιήθηκε στη σύγχρονη ζωγραφική: «Το πνεύμα είναι ένα είδος καθρέφτη που περπατάει στους δρόμους».

«Να σκέφτεσαι τον εαυτό σου σαν ένα άπειρο στερέωμα». Να μην ξεχνάμε δηλαδή ότι είμαστε πολύ πιο μεγάλοι από εμάς. Και αυτό δεν είναι καθόλου ένα είδος αλαζονείας. Στην πραγματικότητα ο συγγραφέας είναι πολύ ταπεινός. Κάθε φορά που τελειώνει ένα βιβλίο, αναφωνεί «Θεέ μου, κατάφερα να φτιάξω αυτό το πράγμα». Και νιώθει περίπου το ίδιο συναίσθημα με εκείνο τον ιππότη στην παλιά γερμανική μπαλάντα που διέσχισε την παγωμένη λίμνη τη νύχτα χωρίς να καταλάβει ότι ήταν μια λίμνη και στο τέλος πέφτει από το άλογό του όταν συνειδητοποιεί τι είχε κάνει. Κάθε φορά που ο καλλιτέχνης, εν προκειμένω ο συγγραφέας μια και εγώ τυχαίνει να είμαι συγγραφέας,  τελειώνει ένα έργο, εκπλήσσεται που του δόθηκε η δυνατότητα να πάει τόσο μακριά σε έναν τομέα που είναι αυτός της ζωής.

Και στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει μια άλλη πολύ σημαντική παρατήρηση: ο συγγραφέας πρέπει να ζει. Κάποιος που θα έλεγε: «θα κλειστώ σπίτι μου για να γράψω ένα βιβλίο», είναι εκ των προτέρων σίγουρο ότι θα έκανε ένα κακό βιβλίο. Και ας δούμε γιατί. Ο Ίψεν έχει πει, και πολύ σωστά, ότι ένας συγγραφέας που δεν ζει πλέον έχει γίνει ένας κακός συγγραφέας, αφού δεν κάνει τίποτε άλλο από το να γράφει με αποτέλεσμα να έχει αποκοπεί από τη ζωτική κίνηση. Και πρέπει να φροντίσει να παραμείνει σε αυτή τη γραμμή της ζωτικής κίνησης. Και τόσο η παρούσα όσο και η παρελθούσα ζωή προσφέρουν σε ένα βιβλίο πολύ περισσότερα από όσα ισχυρίζεται ο συγγραφέας, όχι όμως με τον τρόπο που το νομίζει το κοινό που το συνδέει με τα γεγονότα της ζωής του συγγραφέα. Όταν έγραψα την ιστορία του θανάτου του Αντίνοου που πνίγηκε στον Νείλο, με ρώτησαν αν είχα κάποιο φίλο που να είχε πνιγεί. Όχι βέβαια. Αυτό που μετράει είναι να εγκλωβίσεις όλα όσα έχεις ζήσει μέσω των χαρακτήρων, των οποίων τις συνθήκες της ζωής περιγράφεις. Διότι οτιδήποτε δεν έχουμε ζήσει το βλέπουμε μέσα από προκαταλήψεις και συμβάσεις. Μόνον όταν έχουμε κάνει ή έχουμε υποστεί κάτι -πράγμα που ίσως να είναι πιο σημαντικό από αυτό που έχουμε κάνει- μαθαίνουμε να βλέπουμε τι είναι τα πράγματα. Αν κάποιος δεν έχει υπάρξει πλούσιος, θα μιλάει για τους πλούσιους σαν να είναι τέρατα -έστω και αν μερικές φορές μπορεί να είναι- χωρίς όμως να ξέρει τι σημαίνει για κάποιον να έχει τη δυνατότητα για ένα διάστημα να ζει και να ξοδεύει όπως του αρέσει. Αν κάποιος δεν έχει υπάρξει φτωχός, αγνοεί πλήρως τη δουλεία της φτώχιας. Νομίζει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αγοράσει ένα ζευγάρι ωραία παπούτσια ή να μπει σε ένα καλό εστιατόριο, ενώ τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η φτώχια είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη κατάσταση, σχεδόν μυστικιστική, που πρέπει να έχεις την εμπειρία της για να τη γνωρίζεις. Και το ίδιο ισχύει για όλες τις καταστάσεις. Η αρρώστια είναι μια κατάσταση. Ο Τολστόι έλεγε ότι αν κάποιος δεν είχε αρρωστήσει ποτέ, θα ήταν ένα τέρας. Θα ήταν πάντως σίγουρα ένας πολύ κακός συγγραφέας.  Από την άλλη, αν κάποιος έχει πλήρως χάσει την υγεία του, μπορεί να γράψει με μεγάλο βάθος προς ορισμένες κατευθύνσεις, αλλά δεν θα βρίσκεται στο ίδιο ζωτικό επίπεδο. Γι’ αυτό οι ψυχολογικές τεχνικές της Ανατολής συμβουλεύουν έναν χρόνιο ασθενή να φαντάζεται τον εαυτό ότι περπατάει ή ότι σκαρφαλώνει σε ένα βουνό ή ότι κολυμπάει, έτσι ώστε να μη χάσει πλήρως την επαφή με την πραγματικότητα του σώματος. Αυτή επομένως η χρησιμοποίηση της ζωής από το βιβλίο είναι εξαιρετικά σημαντική.

Βεβαίως, η ζωή διαθέτει πολύ περισσότερες δυνατότητες από εκείνες που ο συγγραφέας μπορεί να χρησιμοποιήσει σε ένα βιβλίο και έτσι πρέπει εκείνος να διαλέξει ανάμεσά τους. Και το ζήτημα της επιλογής είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο για να αναλυθεί. Για ποιο λόγο ένας συγγραφέας επιλέγει ορισμένα θέματα και όχι άλλα ή για ποιο λόγο υπάρχει μια συνέχεια προς μια κατεύθυνση μέσα στο σύνολο του έργου του εν μέσω ποικίλων επιλογών, είναι πράγματα πολύ δύσκολο να απαντηθούν και κανένας δεν τα έχει εξηγήσει, εκτός και αν οδηγηθούμε σε μια αρχέγονη μνήμη, σε γονίδια, σε ορισμένα μεταφυσικά συστήματα, για να εξηγήσουμε ότι μερικές επιρροές, μερικές εντυπώσεις, κυριαρχούν σε μερικά άτομα και όχι σε άλλα. Αυτό αληθεύει για τη ζωή και αληθεύει και για τη λογοτεχνία. Και είναι αυτό που για παράδειγμα διακρίνει τη γραφή ενός Σαίξπηρ από έναν Τολστόι ή από έναν Σοπενχάουερ.

Συχνά μας λένε ότι αυτή η επιρροή έρχεται από βιβλία που διαβάσαμε όταν ήμασταν νέοι. Είναι αλήθεια ότι οι σύγχρονοι ψυχολόγοι πιστεύουν λιγότερο στην επιρροή αυτών των νεανικών αναγνωσμάτων. Αυτή πάντως η επιρροή γίνεται δυστυχώς ιδιαίτερα φανερή στα βιβλία της πρώτης περιόδου των συγγραφέων. Αν, για παράδειγμα, πάρετε τα πρώτα έργα του Βίκτωρα Ουγκό, τα οποία ήταν ήδη πολύ καλογραμμένα αφού ήταν βιρτουόζος από την κούνια, θα διαπιστώσετε με ευκολία ότι μιμείται τους ποιητές του 17ου αιώνα, που ήταν μάλλον μέτριοι, τα ποιήματα των οποίων ήταν τα πρώτα πράγματα που είχε διαβάσει. Αν διαβάσετε τα πρώτα έργα του Φλομπέρ, θα δείτε ότι μιμείται τους πρώτους ρομαντικούς και σκοτεινούς Γερμανούς συγγραφείς. Αυτό βέβαια δεν κράτησε πολύ. Ο Γκαίτε πάλι είπε, πολύ σωστά, ότι είναι τόσες πολλές οι λογοτεχνικές επιρροές που υφίσταται ένας συγγραφέας, ώστε είναι ανίκανος να διακρίνει τη μία από την άλλη, σαν να του έλεγαν να απαριθμήσει τα διάφορα φαγητά που έχει φάει επί δέκα χρόνια. Και όσο πιο καλλιεργημένος και διαβασμένος είναι ένας συγγραφέας και όσο περισσότερο γνωρίζει ότι δεν πρέπει να αναζητήσει την προβολή μέσω των γνώσεων του, ούτε να επιδιώξει την αλαζονεία της γραφής, πράγμα πολύ επικίνδυνο, τόσο θα επιδιώξει να μετατρέψει όλα αυτά τα ποικίλα χρώματα των επιρροών σε ένα είδος γκρίζου, από το οποίο θα ξεπηδήσει η δική του υποκειμενικότητα και η δική του ζωή.

Δεν πιστεύω στις επιρροές όσον αφορά το έργο των πολύ μεγάλων συγγραφέων. Είναι, με παράξενο τρόπο, μοναδικοί επειδή κατάφεραν, με παράξενο τρόπο, να εκμεταλλευτούν τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συγκινήσεις της ζωής τους. Και αυτό τους καθιστά αναγνωρίσιμους από την πρώτη επαφή. Ένα στίχος του Ουγκό δεν είναι στίχος του Ρεμπό. Και για να επιστρέψουμε στο ζήτημα των επιρροών, γνωρίζουμε πολύ καλά όλα τα βιβλία που ο Ρεμπό είχε διαβάσει ανάμεσα στα δεκατρία και στα δεκαέξι του χρόνια, διότι υπήρχε ένας υπερευσυνείδητος  βιβλιοθηκάριος στην πόλη του, ο οποίος κρατούσε τα αρχεία. Και έτσι βλέπουμε καθαρά ότι μέσα από βιβλία ταξιδιωτικού περιεχομένου ή από λαϊκά μυθιστορήματα, αφού εκείνη την εποχή οι βιβλιοθήκες δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιες, βγήκαν ξαφνικά μερικές εικόνες του «Μεθυσμένου καραβιού». Και παρόλα αυτά το «Μεθυσμένο καράβι» είναι Ρεμπό, διότι πολλοί άλλοι μαθητές είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, αλλά δεν έγραψαν τέτοιους στίχους. Για να φτάσει κανείς σε τέτοιο πάντρεμα λέξεων χρειάζονται οι συγκινήσεις του ίδιου του Ρεμπό και κανενός άλλου. Είναι αδύνατον να αντιγράψει κάποιος έναν μεγάλο συγγραφέα.

Για έναν συγγραφέα κάθε βιβλίο είναι μια περιπέτεια. Και επειδή ένας προσεκτικός συγγραφέας βάζει τα δικά του συστατικά, μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι υπάρχουν πάντα κυρίαρχα συστατικά, αλλά κάθε φορά γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστούν κάτω από ένα διαφορετικό φως, όχι επειδή επιδιώκεται η ποικιλία, αλλά επειδή η ζωή έχει τόσες διαφορές, ώστε παρασέρνει τον συγγραφέα σε διαφορετικές κατευθύνσεις, έτσι ώστε η προοπτική να μην είναι ποτέ η ίδια.

Ας ανατρέξω όμως σε παραδείγματα που με αφορούν, αφού τα θυμάμαι καλύτερα. «Τα απομνημονεύματα του Αδριανού» είναι η ιστορία ενός έξυπνου ανθρώπου που είναι και ο αφέντης του κόσμου. Το βιβλίο το έγραψα το 1945 αμέσως μετά τον πόλεμο, εποχή κατά την οποία είχαμε την αφέλεια να πιστεύουμε ότι ένας έξυπνος άνθρωπος ή ένας έξυπνος οργανισμός, όπως π.χ. ο ΟΗΕ, θα μπορούσε να βελτιώσει τον κόσμο. Δέκα χρόνια μετά έγραψα την «Άβυσσο». Πρόκειται για την ιστορία ενός έξυπνου ανθρώπου, μόνο που αυτός ο έξυπνος άνθρωπος βρίσκεται μέσα σε μια Ευρώπη διχασμένη -από ένα είδος σιδηρού παραπετάσματος, που εκείνη την εποχή χώριζε τους καθολικούς από τους διαμαρτυρόμενους, όπως στην εποχή μας χωρίζει τα κομμουνιστικά από τα καπιταλιστικά καθεστώτα-, καταδιώκεται από όλους διότι δεν συμφωνεί με κανένα, ενώ έχει την εντύπωση ότι ηττάται από τον μεγαλύτερο αριθμό, αφού ό,τι και να γίνει και όσο ευφυείς και αν είναι οι προτάσεις του, δεν θα γίνου ουδέποτε αποδεκτές και πάντως δεν θα γίνουν αποδεκτές εγκαίρως. Πρόκειται για όμοιους ανθρώπους, έστω και αν έχουν διαφορετικό χαρακτήρα αφού οι χαρακτήρες ποικίλλουν πάρα πολύ, αλλά στην πορεία της ευφυίας τους στην προσπάθεια να καταλάβουν τα πράγματα είναι ίδιοι. Με μόνη διαφορά ότι ο ένας είναι αυτοκράτορας του κόσμου και ο άλλος ένας φτωχός γιατρός που περιπλανάται από πόλη σε πόλη.

Μέχρι τώρα σας μίλησα για την ψυχολογία της σύνθεσης, για την ηθική της σύνθεσης, για τις προσπάθειες που πρέπει να κάνει ένας συγγραφέας για να καταλάβει και να στρέψει την προσοχή του σε αυτό που κοιτάζει, είτε το βλέμμα του στρέφεται στον εαυτό του είτε στους άλλους. Υπάρχει όμως και ένα άλλο σημαντικό θέμα που είναι η χειροτεχνία, η κατασκευή. Αν π.χ. είναι κανείς μουσικός, πρέπει πριν από όλα να μάθει να παίζει σωστά μια κλίμακα με νότες. Και αν είναι ζωγράφος, να κατανοήσει πώς συνδυάζονται αρμονικά ή αντιθετικά τα χρώματα. Ο συγγραφέας εργάζεται με ένα εργαλείο που είναι η γλώσσα του. Και εκεί κάθε είδους δυσκολίες και δοκιμασίες τον περιμένουν. Αν θέλει να είναι ένας συγγραφέας πουρίστας, κλασικός, ένας συγγραφέας δηλαδή πιστός στη γλώσσα όπως τη δέχθηκε από τους δασκάλους του, θα αντιμετωπίσει πιθανότατα τον κίνδυνο της απουσίας ελευθερίας. Ο Μοντέιν, που είναι ένα πάρα πολύ μεγάλος Γάλλος συγγραφέας, έλεγε ότι η γασκονική διάλεκτος μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκεί όπου τα καθαρά γαλλικά δεν ταιριάζουν. Εννοούσε δηλαδή ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει λαϊκή διάλεκτο αν έτσι εξέφραζε καλύτερα τη σκέψη του. Και σε έναν βαθμό κάθε μεγάλος συγγραφέας είναι πιο ελεύθερος απέναντι στη γλώσσα του. Την εμπλουτίζει και την αναδημιουργεί. Δεν είναι διστακτικός απέναντι στο συσχετισμό των λέξεων ή στη σύνταξη σε αντίθεση με έναν συγγραφέα πιο συμβατικό.

Υπάρχουν όμως άλλα δύο θέματα για τα οποία ο συγγραφέας πρέπει να δείξει μεγάλη ευαισθησία. Το πρώτο είναι ότι ο λόγος του οφείλει να είναι εντελώς πιστός στην πραγματικότητα. Αν δίνει τον λόγο σε έναν αυτοκράτορα που έχει κλασική παιδεία, πρέπει ο λόγος του να έχει κάτι από αυτήν την παιδεία. Αν δίνει τον λόγο σε έναν εργάτη, πρέπει να αποφύγει κάθε λέξη που έχει πάνω από τέσσερις συλλαβές. Αν δίνει τον λόγο σε έναν άνθρωπο λαϊκό, πρέπει να παραμείνει σε έννοιες συγκεκριμένες που αφορούν το επάγγελμά του ή την καθημερινότητά του και να αποφύγει διανοουμενίστικες έννοιες και όρους που εκείνος δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ. Και αν έχει την ατυχία να πρέπει να δώσει τον λόγο σε έναν διανοούμενο, πρέπει να αποφύγει τη διανοουμενίστικη φλυαρία, όπου σχεδόν πάντα οι λέξεις μοιάζουν με μεταχειρισμένα χαρτονομίσματα πάνω στα οποία δεν διακρίνονται τα γράμματα, αφού από την κατάχρηση έχουν χάσει την έννοιά τους. Αυτό συνιστά ένα είδος πίστης στο αντικείμενο μέσα από τη γραφή και τη λογοτεχνία.

Το δεύτερο θέμα έχει σχέση με κάτι που κάνει πολλούς από τους σημερινούς συγγραφείς να εγκληματούν: Πρέπει να είναι κανείς σαφής. Οι συγγραφείς που προσθέτουν σκοτάδι στη ζωή, που έτσι κι αλλιώς είναι ήδη σκοτεινή, και στους προβληματισμούς της διανόησης, που έτσι κι αλλιώς είναι δυσνόητοι και δημιουργούν ένα σκοτάδι με λέξεις για να κάνουν κάτι να φαίνεται όμορφο, ενδιαφέρον, διασκεδαστικό, καινούργιο, κινούνται τελείως έξω από τη συγγραφική τους ιδιότητα. Όταν κάποιος γράφει, το κάνει για να γίνει κατανοητός. Και όσο πιο σκοτεινή είναι η πρώτη ύλη, τόσο περισσότερο χρειάζεται να είναι κανείς, σε βαθμό παιδικής αφέλειας, διαυγής. Και εδώ διαπράττεται ένα μεγάλο λάθος που οφείλεται σε ένα είδος σνομπισμού από έναν μεγάλο αριθμό σημερινών συγγραφέων και κυρίως ποιητών, λάθος που αποκαρδιώνει τελικά τον αναγνώστη, ο οποίος αφού διαβάσει μια-δυο σελίδες παρατάει το βιβλίο. Όλα πρέπει να γίνονται έτσι ώστε να καταλαβαίνουν οι αναγνώστες.

Τέλος, υπάρχει η σημασία της δουλειάς. Είναι στενάχωρο να διαπιστώνει κανείς, ότι οι περισσότεροι συγγραφείς, όπως και οι περισσότεροι που δημιουργούν κάτι, είναι παραφουσκωμένοι από τη σημασία αυτού που κάνουν. Διότι ακόμα και όταν αφιερώνεται κανείς (και δεν λέω όταν αφιερώνει τη ζωή του, διότι αυτή συνεχίζει να κυλάει έτσι κι αλλιώς), όταν επενδύει όλες τις δυνάμεις του (ή μέρος αυτών) στη δουλειά του, πρέπει πάντα να σκέφτεται ότι αυτό δεν είναι κάτι κατά βάθος σημαντικό. Ότι ο κόσμος θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν και το σύμπαν να συνεχίσει να γυρίζει. Όταν κάποιος κατακτήσει αυτό το συναίσθημα και είναι π.χ. ηθοποιός, απαλλάσσεται για πάντα από το τρακ. Και όταν είναι κανείς συγγραφέας απαλλάσσεται από την αγωνία να κάνει κάτι θαυμάσιο. Κάνει αυτό που μπορεί λέγοντας στον εαυτό του: εμένα με ενδιαφέρει, μακάρι να ενδιαφέρει και μερικούς ακόμα, αλλά ο κόσμος δεν θα αλλάξει, ή θα αλλάξει ελάχιστα, και ζω σε μια πλήρη ελευθερία στο πλαίσιο των ταπεινών μου ορίων.

Η χειρωνακτική εντιμότητα και η ανθρώπινη εντιμότητα έχουν αυτό το τίμημα. Στην αντίθετη περίπτωση φουσκώνουμε ή μπλοκάρουμε. Και το ίδιο ισχύει για την αξία ή τη διάρκεια των έργων. Υπάρχουν άνθρωποι που ρωτούν αν τα έργα σας είναι σημαντικά, αν θα διαρκέσουν κλπ. Πιστεύω ότι όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σημασία και κανείς δεν ξέρει τι θα διαρκέσει.