fbpx

Από τη συνομιλία του με τους Jean-Francois  Chevrier  και James Lingwood (Ιούνιος 1991 στο Λονδίνο) που δημοσιεύεται στο μοναδικό του βιβλίο (εκδ. Institute of Contemporary Art, London, 1991 ISBN 09052 63332)

«Ασχολήθηκα με τη φωτογραφία) πρώτον εξαιτίας τού μιμητικού της ρόλου, που θέτει προβλήματα, δεύτερον για τη σχέση της με τον χρόνο και τρίτον γιατί εμφορείται από την ιστορία της. Όπως αναπόφευκτα αναγνωρίζουμε σχεδόν αμέσως, το παράδοξο με τη φωτογραφία είναι ότι όσο κι αν οδηγήσουμε σε έκρηξη την αναπαραστατική ακεραιότητα τής μορφής, υπάρχει ένα υπόλοιπο ίχνους τού φαινομένου κόσμου. Δεν υπάρχει οδός διαφυγής από την τελική αντιμετώπιση τού γεγονότος τού Πραγματικού. Μάς πετάει μια μπρος, μια πίσω, ανάμεσα στους πόλους τής πίστης και τής αμφιβολίας. Δεν υπάρχει λύση. Αλλά ταυτόχρονα ήταν και ένα φουκαριάρικο μέσον, με μια κοινότοπη και μέτρια ιστορία σε σύγκριση με την ιστορία τής λογοτεχνίας ή τού κινηματογράφου».

«Αποφάσισα να κάνω τετράγωνες φόρμες μετά την επαφή μου το 1969 με την πρώιμη Σοβιετική ζωγραφική και ειδικότερα τού Malevich. Οι σπουδαίοι πίνακες τού Malevich, το Άσπρο Τετράγωνο, το Μαύρο Τετράγωνο, είναι κλασικοί, έχουν ένα μοναδικό σημείο και όχι τα πολλαπλά σημεία τού παραλληλόγραμμου. Το τετράγωνο είναι μια παράξενη πολύ συμπυκνωμένη φόρμα, απαιτεί από τον καλλιτέχνη πειθαρχία και   υπομονή»..................................

«Από καιρό γνωρίζαμε, και συχνά επαναλαμβάνουμε, ότι είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς την φωτογραφική απεικόνιση σαν χωρίς ερωτηματικά αναπαράσταση τού πραγματικού... Γνωρίζουμε ότι αυτού τού είδους η αναπαράσταση είναι πολύ δύσκολη. Όλη μου τη ζωή θεώρησα ως δεδομένο ότι η γλώσσα που χρησιμοποιώ είναι διεφθαρμένη. Δεν μπορεί να περιλάβει την απόλυτη αλήθεια. Δεν ζούμε με παρόμοιες βεβαιότητες. Παρ’ όλα αυτά η γλώσσα είναι όλα όσα έχω»................................................................................

«Έχει λεχθεί ότι η φωτογραφία αποδίδει τον κόσμο σαν ένα φτωχό θέαμα. Ένα θέαμα χωρίς το θεαματικό. Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα ακόμα πιο φτωχό πράγμα από αυτό. Είναι σαν ένα πτώμα που τού έχουν ρουφήξει το αίμα. Δεν συμπλέκεται με την υλικότητα τού κόσμου. Και ακόμα περισσότερο, η επιφάνεια τής φωτογραφίας δεν αντιδρά. Η επιφάνεια ενός ζωγραφικού πίνακα αντιδρά, αλλά η επιφάνεια τής φωτογραφίας δεν σχετίζεται με τον καλλιτέχνη»........................................................................................................

«Αυτή η επιφάνεια θάπρεπε να έχει σχέση με τον χώρο και τον χρόνο, θάπρεπε να είναι ευάλωτη σαν δέρμα, θάπρεπε να μιλάει το εξωφρενικό βάρος τού κόσμου, την παρουσία, την αίσθηση των αντικειμένων που γεμίζουν τον κόσμο. Δεν είναι απλώς δηλωτική, μέσω αυτής μπορεί να νοιώσουμε την εμπειρία τού βάρους τού φαινομένου κόσμου. Αλλά όπως πλησιάζουμε την επιφάνεια τής φωτογραφίας αυτή διαλύεται, αποσυντίθεται σε κόκκους, σκιές τού γκρίζου. Αυτή η φευγαλέα ταυτότητα είναι η υλική εμπειρία τής φωτογραφίας. Σε αυτό αντιστοιχεί η απόπειρά μας να αγγίξουμε το παρόν. Η φωτογραφική επιφάνεια αυτού τού μοναδικού ιδιαίτερου και διακριτικού γεγονότος, όταν εξετασθεί από κοντά καταρρέει».......................................................................

«Κοιτάμε κάτω στον δρόμο τα αυτοκίνητα και βλέπουμε ότι υπάρχει πολύ μικρό περιθώριο επιλογής σχημάτων και χρωμάτων ανάμεσά τους. Εντούτοις αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά θα δεις το ένα λίγο χτυπημένο, το άλλο διαλυμένο, το άλλο σκουριασμένο. Κάθε ένα από αυτά τα αυτοκίνητα θεωρητικά πανομοιότυπα βγαλμένα από την γραμμή παραγωγής , είναι αρκετά διαφορετικό».

«Η ζωή πάντοτε προδίδεται απ’ τον θάνατο - όχι τον θεαματικό θάνατο, αλλά τον θάνατο σαν σταθερή διάσταση τής ζωής, τής ίδιας τής ύπαρξής μας. Δεν υποθέτουμε ότι η αντίσταση νικάει τον θάνατο. Ο μόνος της σκοπός είναι αυτή καθεαυτή η πράξη τής αντίστασης, μέσα στη δράση. Αυτό μάς οδηγεί σε κάτι που πρέπει να επαναλάβουμε: την πρωταρχική σημασία τής δράσης».................................................................................

«Όταν κοιτάζω τις φωτογραφίες μου στο βιβλίο, αποπροσανατολίζομαι. Περιορίζονται στη μνήμη, στο συναίσθημα και στη νοσταλγία».................................................................

«Δεν βλέπω κανέναν άνθρωπο ή αντικείμενο σαν μεταφορά ή αλληγορία ή σημείο. Να το θέσω πιο απλά. Το αντικείμενο δεν αποικιοκρατείται από τη σκέψη μου γι αυτό, δεν απορροφάται από την αυτοκρατορία τού λόγου. Η ορθόδοξη σκέψη των περασμένων είκοσι χρόνων ισχυρίστηκε ότι αυτά τα αντικείμενα υπάρχουν μόνον στην αντίληψή μας γι αυτά. Αντιθέτως το αντικείμενο υπάρχει ανεξάρτητα από το ότι βλέπω και το ονομάζω. Αυτό που φτιάχνω, η μίμηση τού κόσμου, κινείται μεταξύ τού διακριτικού αντικειμένου και τής αντίληψής μου γι αυτό». .....................................................................

«Η συνήθεια και η οικειότητα καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίον βλέπουμε τον κόσμο αλλά όχι σαν ένα είδος μάσκας. Η καθαρή φύση αυτής της οικειότητας, αυτής τής συνήθειας, είναι μέρος τής γνώσης μας. Δεν σημαίνει ότι η γνώση μας κάνει αυτό το αντικείμενο άλλο από αυτό που είναι, αλλά ότι η εμπειρία μας τού κόσμου υπάρχει μέσα στην σχέση μεταξύ τής γνώσης μας και τής ουσίας τού κόσμου. Αλλάζουμε συνεχώς, όπως και ο κόσμος, και σ’ αυτή τη ροή προσπαθούμε να καθιερώσουμε ένα είδος δεσίματος, δεσμού. Χωρίς αυτόν τον δεσμό παραδέρνουμε, τον χρειαζόμαστε για να υπάρξουμε»...............................................................

«Με ρώτησαν τελευταία γιατί οι φωτογραφίες μου ήταν τόσο σκοτεινές. Μίλησα για μια παράδοση δραματικής τραγωδίας και κάθαρσης και είπα ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος μόνον από φως. Η απάντησή μου τώρα δεν θα ήταν τόσο άνετη, τόσο εύκολη. Δεν δίνω δεκάρα για την τραγωδία, ή για το αποτέλεσμα τής κάθαρσης. Η ζωή είναι μία δύσκολη επιχείρηση και είναι λάθος να μην μιλάς γι αυτήν σαν τέτοια. Αυτό δεν υποβαθμίζει την αξία της χαράς και τής ευτυχίας. Είναι αναγκαίο να μιλάς και να μιλάς ηθικά, χωρίς ηδονοβλεψία και μαζοχισμό ή αυτομαστίγωση, χωρίς  το γκραν-γκινιόλ των λόγων για τον θάνατο που κυριαρχεί στις συζητήσεις για το AIDS, το οποίο έμπασε στο σπίτι τόσων νέων ανθρώπων το γεγονός ότι ο θάνατος υπάρχει στις ζωές τους – μια γενιά που θα μπορούσε να πιστεύει ότι κατά κάποιο τρόπο οι νέοι μπορούν να γλιτώσουν τον θάνατο»……………………………………………………………………….............................................................................................

«Πριν από μερικά χρόνια πέθανε ο πατέρας μου. Ταξίδεψα στο σπίτι των γονιών μου για την κηδεία. Η μητέρα μου με ρώτησε αν ήθελα να δω το σώμα του που βρισκόταν στον εργολάβο κηδειών. Το να πάω έμοιαζε θεατρική χειρονομία, βγαλμένη από το παρελθόν. Εν τούτοις συνειδητοποιούσα ταυτόχρονα τον φόβο μου, την έλλειψη θάρρους.  Πήγα. Ο ιατροδικαστής δεν είχε ακόμα εξετάσει το σώμα, δεν ήταν ντυμένο, δεν είχε ακόμα τακτοποιηθεί εν γαλήνη. Ήταν ξαπλωμένο σε ένα σκοτεινό δωμάτιο πάνω σε ένα λευκό σεντόνι, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Το πρόσωπο δεν ήταν περιποιημένο και το στόμα ήταν ορθάνοιχτο. Ήταν ένα σώμα από τις κατακόμβες. Βλέποντας αυτό το σώμα κυριεύτηκα από τον φόβο ότι ζούμε μαζί, οι νεκροί με τους ζωντανούς και τους αγέννητους. Δεν πρόκειται για ένα πέρασμα μέσα απ’ την ιστορία, αλλά στον θάνατο είμαστε μαζί. Ακόμα και όταν ήταν ζωντανός είχα την αίσθηση ότι αποτελούσε μέρος τού σώματος τής ιστορίας τού μυστηριώδους βάρους τής παρούσης ιστορίας. Ήταν ταυτόχρονα ζωντανός και απόμακρος, ιστάμενος παράμερα.

Μια απόσταση γεμάτη φόβο στο φως τής ημέρας. Μέσα στον θάνατό του έμοιαζε σαν να είχε γλιστρήσει εξ ολοκλήρου σ’ αυτό το διάστημα όπου πάντοτε βρισκόταν λίγο μέσα λίγο έξω. Στο αόρατο παρόν. Στη θέση τού νεκρού και τού αγέννητου ακόμα. Καθόμουνα εκεί χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Άγγιξα το σώμα. Το είχαν κρατήσει σε ψυγείο, ήταν παγωμένο. Φίλησα το φρύδι του, το δέρμα ήταν τόσο τραβηγμένο. Ένοιωσα ηλίθιος, εκτός τόπου. Φίλησα το παγωμένο χέρι του, τα τραύματα από την οβίδα στον πόλεμο. Και όπως το’ κανα, γέμισα από ευγνωμοσύνη. Σ’ αυτό το τραύμα, σ΄ αυτόν τον ιστό που είχε ζήσει, τον αναγνώρισα».....................

«Υπάρχει αυτή η θαυμάσια φράση τού Conrad ότι η τέχνη μιλά για την τραγωδία, την απώλεια, την ευτυχία, τη μεγάλη χαρά, αλλά το μόνο πράγμα για το οποίο δεν μιλά είναι για την απελπισία».........................................

«Όταν κάνω φωτογραφίες ανθρώπων των οποίων γνωρίζω κάτι, δεν εισχωρώ στο είναι τους. Μπορώ μόνον να δω το φανερό τού εαυτού τους. Κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για την ύπαρξή τους σαν σύνολο, όχι σύνολο σε απομόνωση, αλλά σαν μέρος τού ιστού τής ύπαρξης, μιας πολύ υλικής και σωματική ύπαρξης. Είναι σημαντικό να το δει κανείς όχι μόνον σαν το σώμα, αλλά το σώμα μέσα στον χρόνο».........................................................

«Αυτό που είναι ενδιαφέρον στον Sander δεν είναι το τυπολογικό στοιχείο, το οποίο βέβαια αφορά το σύνολο τού έργου. Πρόκειται άλλωστε για γνωστό σχήμα, αυτή η καταφυγή στην τυπολογία όταν η ζωή είναι τόσο φοβερή που γίνεται αναγκαίο να βάλεις σε τάξη, να κατηγοριοποιήσεις, ώστε ο κόσμος να γίνει πιο υποφερτός. Δεν είναι το πλαίσιο σημαντικό στον Sander, αλλά το γεγονός ότι σε μερικά πορτραίτα το πλαίσιο ξεσχίζεται από την παρουσία τού ατόμου.»..........................................................................

«Δεν μπορώ να δεχτώ ότι έχουμε πολλές επιλογές. Οι ζωές μας είναι περιτμημένες. Δουλεύουμε ανάμεσα σε σημαντικά όρια»...........................................................................

«Για να νοιώθεις συμπόνια για τους άλλους αρκεί να ζεις».................................................

«Όταν πρωτοτράβηξα φωτογραφίες δεν υπήρχε κανένα βάθος. Πρόσωπα και πράγματα ήταν παραταγμένα μπροστά σε ένα επίπεδο, σε έναν τοίχο, αν και συχνά σε σχέση με μια σκιά. Όπως και με το τετράγωνο, έτσι και εδώ πρόκειται για μια πολύ πειθαρχημένη φόρμα. Δεν επιτρέπει καμιά εύκολη φυγή σε δυναμικό χώρο. Χρησιμοποιώ κλασική προοπτική όταν η πηγή ή η αναφορά τείνει να υπερκαλύψει το περιεχόμενο. Στις άλλες ο ορίζοντας αναποδογυρίζει, απομακρυσμένος από την κλασική προοπτική»........................

«(Δεν έχω φωτογραφίσει ποτέ τον γιο μου) γιατί μεγαλώνουμε στην αμφιβολία, και η αμφιβολία είναι η προϋπόθεση από την οποία όλα τα υπόλοιπα ρέουν. Όταν είσαι παιδί η πίστη σου αποτελεί ένα σύνολο. Δεν έχεις αγγίξει τα όρια ούτε έχεις μπει στις σκιές».