fbpx

Fellini (1976)

Αν έπρεπε να περιγράψετε αυτό που νιώθετε όταν έχετε έμπνευση, τι θα λέγατε; Τι είναι αυτό που αποκαλείται "έμπνευση" κατά τη γνώμη σας;

Ένα γαργάλημα. Ένα ψυχοκινητικό κίνητρο. Α, ξέχασα το πιο σημαντικό σύμπτωμα: φωσφορίζουν τα αυτιά μου.

Ας επανέλθουμε στα "μυστήρια" τής δημιουργίας. Εσείς που, όπως ο Bunuel και ο  Kubrick, θεωρείστε ένα οραματιστής, πώς ορίζετε τον οραματιστή καλλιτέχνη;

Ένας παραστατικός καλλιτέχνης είναι πάντα οραματιστής. Ο ψυχολογικός τύπος που ορίζεται ως "καλλιτέχνης" είναι, και δεν μπορεί να μην είναι, οραματιστής. Προσωπικά πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος είναι οραματιστής, ότι έχει τη δική του οπτική των πραγμάτων. Αυτός που κατορθώνει να "εκφράσει" τη δική του έχει τη δυνατότητα να την κάνει πιο αληθινή από οποιονδήποτε άλλον, πιο νέα, πιο πειστική. Ο καλλιτέχνης τον οποίο ορίζετε σαν οραματιστή είναι, κατά τη γνώμη μου, ο πιο ρεαλιστής, ακριβώς επειδή εκφράζει μια αυθεντική και αδιαφιλονίκητη πραγματικότητα, αυτή που βγαίνει από τον χαρακτήρα του, από τις νευρώσεις του, από την ανατροφή του, από τη φαντασία του, από τη σύγχυσή του.

Πώς τοποθετείστε σε σχέση με τον σουρεαλισμό, εσείς που θεωρείστε σουρεαλιστής;

(Σηκώνεται και κάθεται προφίλ). Τοποθετούμαι έτσι, προφίλ. Η εικόνα τής πραγματικότητας, μια οποιαδήποτε εικόνα, δηλαδή μια πρόταση, μια σύνθεση ή μια αναφορά φτιαγμένη από αντικείμενα, από χώρους, από βάθος, από όγκους, από ήχους, από λέξεις, μπορεί άραγε να είναι "πραγματική"; Θα είναι πάντοτε σουρεαλιστική. Ακόμα και μια φωτογραφία είναι πάντοτε μία πρόταση, μια οπτική, μια διόρθωση τής πραγματικότητας. Και μόνο το γεγονός ότι υπάρχει ένα καδράρισμα, ένας φακός, μία εστίαση, μία εμφάνιση, την κάνει μια διαδικασία, η οποία, αν και μηχανική, τείνει να πριμοδοτήσει ένα βλέμμα, μία άποψη (ή την απουσία τους) πάνω στην πραγματικότητα. Από αυτή την άποψη ο σουρεαλισμός δεν έκανε τίποτε άλλο από του να οδηγήσει στα άκρα μια απολύτως κοινή διαδικασία, καλλιεργώντας τη σωτήρια υποψία ότι η ίδια η σχέση μας με την πραγματικότητα είναι ήδη μια προσωποποίηση, μια προσωπική τακτοποίηση που δεν αφορά παρά εμάς και ότι, κατά συνέπεια, μια πραγματικότητα που θα είχε μια απόλυτη σημασία δεν υπάρχει.

..........................................................................................................................................

Όταν βλέπω τις λήψεις τής ημέρας (ruches) έχω πάντα την εντύπωση ότι βλέπω μια άλλη ταινία. Βλέπω την ταινία που γυρίζω, που δεν θα είναι ποτέ ίδια με αυτήν που ήθελα να κάνω. Και η ταινία που ήθελα να κάνω, μια και συγκρίνεται διαρκώς με αυτήν που γυρίζω, κινδυνεύει να μεταμορφωθεί, να αδυνατίσει, να εξαφανιστεί. Αυτή η εξαφάνιση συμβαίνει κατ' ανάγκην. Συμβαίνει μόνο στο τέλος των γυρισμάτων, όταν κατά την προβολή αναγκάζεται κανείς να δεχτεί την ταινία που τελικά έκανε και που είναι η μόνη ταινία. Η άλλη, η ταινία που ήθελε να κάνω, λειτούργησε σαν κίνητρο. Αλλά μπροστά στην φωτογραφημένη πραγματικότητα, δεν τη θυμάται πλέον, έχει χάσει το χρώμα της και οδηγείται στην εξαφάνιση. Δεν θυμάμαι πια τις ταινίες μου έτσι όπως τις είχα συλλάβει. Μερικές φορές ένα μικρό κομμάτι τους ξεπετιέται από το σκοτάδι τής μνήμης μου, σαν ένα άχρηστο φάντασμα που μου απευθύνει έναν σιωπηλό ψόγο. Του υπόσχομαι να το λάβω υπόψη μου σε μια επόμενη ταινία μου και τότε απομακρύνεται κάπως παρηγορημένο.

Να γιατί πιστεύω ότι είναι τελείως άχρηστο και βλακώδες να μιλάμε για μια ταινία προτού γυριστεί και το ίδιο αφού γυριστεί. Δεν θα έπρεπε ποτέ να μιλάμε. Δεν υπάρχει τίποτα να πει κανείς, τίποτα πραγματικά.

.....................................................................................................................................

Μπροστά σε ένα βιβλίο, σε έναν πίνακα, σε μια ταινία - αν δεχτούμε ότι αξίζει τον κόπο να μιλήσει κανείς - έχω την τάση να πιστεύω περισσότερο αυτούς που κάνουν μια κριτική που επιτρέπει στην προσωπική τους συγκίνηση να συμμετάσχει, όπως και στα προσωπικά τους όρια. Αντιθέτως με κουράζουν αυτοί οι κριτικοί που με κάθε ευκαιρία προβάλλουν χωρίς βάση τις γνώσεις τους, που μεταφέρουν ολόκληρα αποσπάσματα βιβλίων που έχουν στη βιβλιοθήκη τους βυθιζόμενοι μέσα σε μια θάλασσα τσιτάτων (κάτι που το βρίσκω και δείγμα κακών τρόπων) και μιλούν με τη θρησκευτική πεποίθηση εκείνων που κομίζουν τον λόγο τής Κουλτούρας, δηλαδή τού εαυτού τους, όπως εντέχνως αφήνουν να εννοηθεί.

......................................................................................................................................

Δεν διάβασα ποτέ μου τον Proust. Το ξέρω, είναι πολύ σοβαρό, αλλά δεν είχα την επιθυμία, δεν είχα ποτέ τον πειρασμό να το κάνω. Θα το κάνω. Αλλά πότε; Λέγοντας Proust, είναι σαν να λες Joyce, Kafka, Thomas Mann, δηλαδή αυτή την μεγάλη κουλτούρα τού εικοστού αιώνα που βρίσκεται στη βάση αυτής που αναπνέουμε όλοι μας στην Ευρώπη. Το να μην αντλείς απευθείας από την πηγή, δεν σημαίνει ότι δεν παίρνεις τις μυρωδιές, την τροφή, τα μηνύματα που ήδη είναι χωνεμένα σε προσωπικό επίπεδο.

Ο κινηματογράφος της μνήμης. Τι είναι η μνήμη; Αν θυμάται κανείς ένα επεισόδιο που συνέβη δέκα χρόνια πριν, υπάρχει αυτό το επεισόδιο συν τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν από αυτό. Αν το θυμηθούμε είκοσι χρόνια μετά, υπάρχει το επεισόδιο συν η διεργασία που ήδη κάναμε και αυτή που κάνουμε εκείνη τη στιγμή. Άρα η μνήμη, αυτή καθεαυτήν, δεν είναι η αμετακίνητη κατάταξη ενός πράγματος, αλλά η σχέση που δημιουργούμε οι ίδιοι, πάντα προβληματική και μεταβαλλόμενη, με ένα γεγονός που έχουμε ζήσει με συγκινησιακό τρόπο. Η μνήμη είμαστε εμείς που καλλιεργούμε σαν σε επώαση, που χαϊδολογούμε και μεταμορφώνουμε αενάως, ένα πράγμα που πιστεύουμε ότι μας συνέβη με έναν κάποιο τρόπο. Δεν υπάρχει μια μνήμη σαν αμετακίνητη κατάταξη.

...................................................................................................................................

Τι θα ρωτούσατε σε έναν σκηνοθέτη;

Δεν θα τον ρωτούσα τίποτα. Το πολύ-πολύ, αν μου ήταν συμπαθής, θα τού έλεγα: "Είστε καλά;".