fbpx

Μάτια ορθάνοιχτα

Ο ισχυρός επιμελητής και συγγραφέας φωτογραφίας συζητά για μερικές από τις θεμελιώδεις μορφές και εκθέσεις του μέσου αυτού. (Συνέντευξη στον Mark Durden, επικεφαλής του προγράμματος για τη φωτογραφία στο Πανεπιστήμιο του Derby της Μεγάλης Βρετανίας. Από το περιοδικό Art in America, Μάιος 2006).

Το 1962 ο σοβαρός γραπτός λόγος για τη φωτογραφία ήταν εξαιρετικά σπάνιος, ίσως πιο σπάνιος από ό,τι σήμερα. Ακόμα και ο πομπώδης αλλά μη σοβαρός λόγος για τη φωτογραφία, τον οποίο έχουμε σήμερα σε αφθονία, ήταν σπάνιος τότε.

[...]

Σχετικά με τις εφημερίδες και τα περιοδικά, νομίζω πως λιγότερα αναμένονταν τότε από τους δημοσιογράφους-κριτικούς. Οι δημοσιογράφοι έπρεπε τότε να κάνουν ένα ακριβές ρεπορτάζ, και έναν σχετικό αλλά όχι υποχρεωτικό σχολιασμό, αλλά δεν ήταν υποχρεωμένοι να υποκρίνονται μια φορά την εβδομάδα πως γνωρίζουν και καταλαβαίνουν τα πάντα για τα πάντα. Τέτοιου είδους προσδοκίες είναι καταστροφικές για την πνευματική ζωή των ίδιων των γραφόντων και μεγάλο κακό τόσο για το θέμα για το οποίο γράφουν όσο και για τους αναγνώστες τους. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτό δεν το καταλαβαίνουν οι εφημερίδες. Ίσως αντιμετωπίζουν τους κριτικούς που έχουν για τα καλλιτεχνικά θέματα απλώς σαν μέρος της ψυχαγωγικής βιομηχανίας.

[...]

Νομίζω πως υπήρχε μια τάση τότε [τη δεκαετία του 1950] ανάμεσα στους διαπρεπέστερους νεοϋρκέζους διανοούμενους να θεωρούν πως ένα πρόβλημα έπρεπε να λυθεί οπωσδήποτε σε έξι σελίδες, έτσι ώστε κανείς να μπορούσε να προχωρήσει σε άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα – το Αληθινό Μαρξιστικό Σφάλμα ή το μυστικό της πολεοδομίας.

[...]

Όταν οι κριτικοί δεν ξέρουν τι να πουν για έναν φωτογράφο που χρησιμοποιεί τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο λένε ότι ο φωτογράφος χρησιμοποιεί τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο. Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι μέτριοι και κακοί φωτογράφοι επίσης χρησιμοποιούν τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο. Ακόμα και οι πιο φιλόδοξοι φωτογράφοι –άσχετα αν είναι καλοί καλλιτέχνες- χρησιμοποιούν τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο. Ο Robert Mapplethorpe χρησιμοποιούσε τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο αλλά, δυστυχώς, δεν ήταν πραγματικά ένας ενδιαφέρων φωτογράφος. Όλος ο σωρός από φωτογράφους-μιμητές της Diane Arbus, στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό της, νόμιζαν ότι μπορούσαν να κάνουν αυτό που είχε κάνει εκείνη αν χρησιμοποιούσαν τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο. Δυστυχώς αυτοί ήταν απλοί και ευθείς άνθρωποι, ενώ εκείνη ήταν πολύπλοκη και υπομονετική.

Είναι αλήθεια ότι με ενδιαφέρουν πολύ οι φωτογράφοι της λίστας σας [Brady, O’Sullivan, Atget, Walker Evans, Robert Frank, Garry Winogrand, Lee Friedlander, William Eggleston] (ίσως ο Brady αξίζει έναν αστερίσκο – είναι λίγο για τη φωτογραφία ό,τι ο James ο Α΄ για την αγγλική Βίβλο). Οι άνθρωποι που δούλευαν γι’ αυτόν ήταν κατά μέσο όρο πολύ καλοί, και ο O’Sullivan και ο Barnard, για παράδειγμα, ήταν εκπληκτικοί). Παρόλα αυτά, ο λόγος που με ενδιαφέρουν αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι γιατί χρησιμοποιούσαν τη φωτογραφική μηχανή με απλό και ευθύ τρόπο. Γιατί εξάλλου –εκτός αν προσπαθούσαν να αποκτήσουν το μεταπτυχιακό τους στις Καλές Τέχνες υπό την εποπτεία κάποιου πολύ κουτού καθηγητή-  να τη χρησιμοποιούσαν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο; Με ενδιαφέρουν για την παιχνιδιάρικη εκκεντρικότητα τής δουλειάς τους, ή τη σοβαρότητα και την αλήθεια της, ή για την ανιδιοτελή ακρίβεια της ματιάς τους και την οξυδέρκεια τού μυαλού τους και το βάθος τού πάθους τους, ή για τη γλυκύτητα τής κατανόησής τους για τα θαύματα και τον τρόμο τού κόσμου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι με ενδιαφέρουν σαν καλλιτέχνες.

[...]

Ίσως το θέμα είναι το εξής: δεν επιλέγουμε να γράψουμε για φωτογράφους που απεικονίζουν τη δική μας οπτική. Η διαδικασία είναι σχεδόν η αντίστροφη: η οπτική μας διαμορφώνεται από τη δουλειά για την οποία επιλέγουμε να γράψουμε, γιατί αυτή είναι γεμάτη προκλήσεις και μυστήριο, άξια μελέτης, συναρπαστική. Δεν επιλέγουμε καινούριους φίλους γιατί αυτοί αποτελούν ζωντανό παράδειγμα αρετών που θαυμάζουμε. Τους επιλέγουμε γιατί είναι περιέργως διαφορετικοί από τους φίλους που ήδη έχουμε.

Υποθέτω ότι εκείνοι που με κατηγορούν για φορμαλιστή έχουν εν μέρει δίκιο. Η φωτογραφία με ενδιαφέρει σαν ένα εικονοποιητικό σύστημα και αυτό είναι ένα ζήτημα φόρμας, αλλά στη φωτογραφία που θαυμάζω πιο πολύ η δομή έχει τόσο πολύ στερεωθεί στην εικόνα ώστε είναι αδύνατον κανείς να εξετάσει τα δύο αυτά πράγματα χωριστά.

[...]

Ο [Irving] Penn αποτελεί επαγγελματικό μέρος τού κόσμου τής μόδας περισσότερο από μισό αιώνα, οπότε πλέον αυτός ο κόσμος είναι μέρος τής καθημερινής του ζωής. Δεν θα έλεγα ότι «πηγαίνει κόντρα» στο γκλάμουρ, στη σαγήνη, αλλά ότι το «επανεφευρίσκει» διαρκώς. Το γκλάμουρ και η οικειότητα δεν είναι συμβατά. Το γκλάμουρ απαιτεί κάποιο στοιχείο παράξενο ή μυστηριώδες, ή ακόμα και τον κίνδυνο, πράγμα το οποίο εξηγεί γιατί οι μάσκες και οι βεντάλιες είναι σαγηνευτικές. (Νομίζω ότι ένας σπουδαίος άντρας μπορεί πράγματι να είναι ήρωας στα μάτια τού υπηρέτη του, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι σαγηνευτικός.) Ο Penn εισήγαγε μια νέα αίσθηση αλλόκοτου στο γκλάμουρ, ακόμα και στο ύφος των σχεδίων του – η νευρώδης, ασαφής ποιότητα τής γραμμής του, που είναι συχνά αποσπασματική και γωνιώδης εκεί που κάποιος θα την περίμενε να είναι αδιατάρακτη και χαλαρή. Κανείς δεν θα πίστευε ότι μια γόπα τσιγάρου θα μπορούσε να είναι σαγηνευτική, αλλά εκείνες τού Penn είναι απολύτως βασιλικές. Ο Penn εισήγαγε έναν πρωτόγνωρο υπαινιγμό παρακμής στη φωτογραφία μόδας, αλλά το έκανε με έναν εκλεπτυσμένο και σοφιστικέ τρόπο, με μη ανιχνεύσιμο δηλητήριο σε ένα κολλύριο, όχι με τσεκούρι, όπως έκανε (για παράδειγμα) ο Guy Bourdin.

[...]

Ο όρος «ερασιτεχνική φωτογραφία» θα έπρεπε ίσως να εγκαταλειφθεί συλλήβδην, εκτός αν κάποιος θα ήθελε να εξηγήσει ποια από τις πολλές έννοιές της χρησιμοποιεί. Αν κάποιος εννοεί αυτούς που δεν είναι επαγγελματίες –και λέγοντας επαγγελματίες εννοούμε αυτούς που στο μεγαλύτερο μέρος τής ζωής τους έζησαν εξασκώντας τη φωτογραφία- τότε θα έμοιαζε πως οι περισσότερες μεγάλες μορφές τής φωτογραφίας από το πρώτο μισό τού εικοστού αιώνα (για να δώσουμε και μια ιστορική απόσταση στο θέμα) ήταν ερασιτέχνες. Οι προφανείς εξαιρέσεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι ο Eugène Atget, ο Lewis Hine, ο Edward Steichen και ο Ansel Adams. Ο Weston και ο Alvarez-Bravo επίσης έζησαν, λιγότερο ή περισσότερο, από τη φωτογραφία, αλλά όχι κάνοντας τη δουλειά που γνωρίζουμε, ή αυτή που θα επέλεγαν οι ίδιοι να μας δείξουν. Ανάμεσα στους ερασιτέχνες –αυτούς οι οποίοι έζησαν, τον περισσότερο καιρό, από εισοδήματα που προέρχονταν από άλλες πηγές– θα μπορούσαμε ενδεχομένως (και αλφαβητικά) να βάλουμε τον Cartier-Bresson, τον Evans, τη Lange, τον Moholy-Nagy, τον Sheeler, τον Stieglitz, τον Strand, έτσι για να αρχίσουμε μόνο.

[...]

Ο Baldessari είναι ένας καλός καλλιτέχνης ο οποίος χρησιμοποιεί τη φωτογραφία με τρόπο αποτελεσματικό ως προς τις καλλιτεχνικές ανάγκες του. Θα μπορούσα να μαντέψω ότι δεν τον ενδιαφέρει αν οι φωτογραφίες που χρησιμοποιεί τις τράβηξε ο ίδιος ή κάποιος άλλος, εφόσον σε κάθε περίπτωση καθορίζουν ένα νόημα που δεν εμπεριέχεται στην ίδια τη φωτογραφία.

[...]

Νομίζω ότι ο Burgin και η Kruger –ειδικά η Kruger- έχουν υιοθετήσει με αποτελεσματικό και μερικές φορές ευρηματικό τρόπο τις τεχνικές και τις επιδράσεις τής εμπορικής τέχνης και τις κατηύθυναν σε πολιτικούς στόχους. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές μου φαίνεται πως δεν υπερβαίνει την επιφανειακή εικονογράφηση. Δηλαδή, η ιδέα μοιάζει να είχε κατά βάση ολοκληρωθεί πριν το έργο τέχνης αρχίσει. Η Sherrie Levine είναι μια πολύ διαφορετική περίπτωση: μπορούμε να θεωρήσουμε τη συνεισφορά της σαν συνεισφορά στην επιστήμη ή την τέχνη τού μάρκετινγκ.

[...]

Νομίζω πως πρέπει να ομολογήσω ότι δεν μπορώ να θυμηθώ την Camera Lucida [του Roland Barthes] πολύ καλά, και σίγουρα δεν θα μπορούσα να γράψω μια ικανοποιητική σύνοψή της. Αυτό όχι για να πω ότι δεν είχα βρει το έργο αυτό μετρίως ενδιαφέρον, με έναν προσωπικό, ανεκτικό τρόπο, αλλά γιατί φοβάμαι ότι αποφάσισα τελικά ότι ενδιαφέρεται λιγότερο για την ενίσχυση των πιθανών νοημάτων των φωτογραφιών και περισσότερο με την κατασκευή ενός υποκατάστατού τους μέσω του λόγου.

[...]

Υποθέτω ότι εννοείτε γραπτή κριτική, αλλά στην πραγματικότητα η πιο χρήσιμη κριτική σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης είναι η καινούρια δουλειά που γίνεται με τα ίδια μέσα. Ο Lincoln Kirstein ήταν εξαιρετικός στην κριτική του για το έργο του Walker Evans, αλλά στην ύστερη φάση τής δουλειάς του ο Edward Weston έκανε πάρα πολλές φωτογραφίες, οι οποίες αποτελούν ίσως καλύτερη κριτική τής δουλειάς αυτής καθώς επίσης και έναν φόρο τιμής. Σήμερα, ο Lee Friedlander είναι ίσως ο καλύτερος κριτικός μας για τον Atget, και επίσης και πολλών άλλων πραγμάτων ανάμεσα στα καθιερωμένα που αξίζουν σοβαρή σκέψη.

Όσο δύσκολο κι αν είναι, θα έπρεπε ίσως να εγκαταλείψουμε τις λέξεις «απλό» και «ευθύ», τουλάχιστον για μια γενιά περίπου. Να σταματήσουμε να μιλάμε συλλήβδην για το ύφος και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το περιεχόμενο τού έργου ενός φωτογράφου. Αυτή η αλλαγή οπτικής θα δημιουργήσει νέα (και επομένως πιο ενδιαφέροντα) λάθη.