fbpx

Πριν από χρόνια, σε έκθεση στο Μουσείο Λεοπόλδου της Βιέννης, το μάτι μου έπεσε σε ένα πλακάκι. Από εκείνα που χρησιμοποιούμε για να επενδύουμε τα μπάνια των σπιτιών μας. Αρχικά δεν κατάλαβα ότι επρόκειτο για έκθεμα. Πλησιάζοντας, διάβασα στο επεξηγηματικό ταμπελάκι που το συνόδευε: «"Χωρίς τίτλο", Γιόκο Ονο». Φυσικά χωρίς τίτλο. Τι τίτλο να βάλεις σε ένα πλακάκι; Θα μπορούσες, βεβαίως, να το πεις «Αμετροέπεια» ή «Πέτρα που κυλά ποτέ δεν χορταριάζει» ή «Μικροί Κινέζοι στο προαύλιο του σχολείου τους και δασκάλα που χτυπάει το κουδούνι για να αρχίσει το μάθημα της Κινεζολογίας». Ποιος θα μπορούσε να σε διαψεύσει;

Αυτό είναι εξάλλου το καλό της μοντέρνας τέχνης: μπορείς να δώσεις όποιον τίτλο και όποια (βαρυσήμαντη) σημασία επιθυμείς στο πιο ασήμαντο-ανόητο πράγμα. Μπορείς να βαφτίσεις αριστούργημα ακόμη και το πιο ανέμπνευστο δημιούργημα και να θησαυρίσεις περιφέροντάς το ανά την υφήλιο. Υπάρχουν εκατομμύρια καλοπροαίρετων - έως βλακωδώς εύπιστων ανθρώπων - που είναι πρόθυμοι να σε αποθεώσουν. Δεν υπονοώ ότι δεν υπάρχει μοντέρνα τέχνη. Υπάρχει, εκπροσωπείται κατά καιρούς από σημαντικούς καλλιτέχνες και μας δίνει έναυσμα για περισσότερη σκέψη ή προβληματισμό, μας βοηθάει να οξύνουμε την αντίληψή μας, μας θέτει ενίοτε πολύπλοκες ή παιγνιώδεις προκλήσεις που πυροδοτούν τη φαντασία και τη διάθεσή μας για αναστοχασμό. Είναι απλώς δύσκολο για εμάς, τους καθημερινούς ανθρώπους που επισκεπτόμαστε κάπου κάπου τις γκαλερί ή τα μουσεία, να καταλάβουμε πού σταματάει το σοβαρό και πού αρχίζει το γελοίο, τι αξίζει και τι είναι ανάξιο λόγου.

Θα το πω, με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ αδαής: από τα πολυδιαφημισμένα γλυπτά, πίνακες, video art κ.τ.λ. που έχω δει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές πόλεις του εξωτερικού (Λονδίνο, Βιέννη, Στοκχόλμη, Ρώμη, Ουάσιγκτον, Νέα Υόρκη, Βοστώνη, Χονγκ Κονγκ, Τελ Αβίβ, Μόναχο...), πολλά είναι για πέταμα. Έργα, κατά τη γνώμη μου, ατάλαντων ή απλώς ευφυών εμπορικά «καλλιτεχνών», όπως η Γιόκο Ονο, που το μόνο που ξέρουν είναι να πουλάνε το όνομά τους. Και που σταδιοδρομούν επενδύοντας στη σύγχυσή μας, στην αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε το πραγματικά σημαντικό, στον φόβο μας να αμφισβητήσουμε τις «υπεραξίες» του διεθνούς χρηματιστηρίου τέχνης.

Πόσο σπουδαία είναι τελικά η μοντέρνα τέχνη; Οι σχετικοί προβληματισμοί μου επανήλθαν αφενός με την αποπεράτωση του μουσείου στο Φιξ, το οποίο εύχομαι να λειτουργήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα για να αποτελέσει χώρο «συνάντησης» των πραγματικά σημαντικών καλλιτεχνών, και αφετέρου με την επίσκεψη στην Αθήνα της διεθνούς φήμης περφόρμερ Μαρίνας Αμπράμοβιτς. Μιας καλλιτέχνιδας (;) που απολαμβάνει τεράστια διεθνή προβολή και η οποία προσωπικώς δεν με έπεισε ποτέ. Επειδή ουδέποτε κατάλαβα ποια η καλλιτεχνική αξία τού να κάθεσαι ακίνητη σε μια καρέκλα και να κλαις κοιτώντας αγνώστους στα μάτια (το έκανε πρόσφατα). Ή του να μην τρως μεσημεριανό για έναν χρόνο παρατηρώντας πόσο αλλάζει η οσμή του σώματός σου και των υγρών που αυτό παράγει. Επειδή θεωρώ το αποτέλεσμα της συνεργασίας της με τη Lady Gaga ό,τι χειρότερο έχει κάνει στην καριέρα της η ταλαντούχα (αλλά εξαιρετικά αφελής, αν κρίνω από τον τρόπο με τον οποίο παραδόθηκε στην... γκουρού) σταρ της ποπ. Επειδή στην περίπτωση της Αμπράμοβιτς, όπως και στις περιπτώσεις άλλων ομοτέχνων της (από τον υπερεμπορικό Κουνς μέχρι τους λιγότερο γνωστούς εικαστικούς που δεν ντρέπονται να εκθέτουν ένα μαύρο τελάρο βαφτίζοντάς το «Η νύχτα πέφτει γλυκά στο Άινταχο, αλλά η αμαρτία αρνείται να κοιμηθεί» ή έναν πλαστικό δίσκο σερβιρίσματος επάνω στον οποίο γράφουν «Πεινάω, αλλά είμαι χοντρή»), ούτε το «εικαστική» διακρίνω ούτε το «πρωτοπορία». Και γιατί, αν η ίδια θεωρεί ότι «εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε το τεράστιο προνόμιο να φτιάχνουμε από τις στάχτες κάτι», όσο και αν προσπαθώ να ανακαλύψω το κάτι τους, βρίσκομαι τις περισσότερες φορές μπροστά στις στάχτες.

Ίσως πρέπει να εμβαθύνω περισσότερο. Ίσως πρέπει να επισκεφθώ ακόμη περισσότερα μουσεία μοντέρνας τέχνης. Ίσως πρέπει να καθήσω και εγώ απέναντι από την Αμπράμοβιτς και να κλάψω. Έχω πάντα διάθεση να μάθω και να καταλάβω. Έχω, όμως, αρχίσει και να αναρωτιέμαι μήπως η αδυναμία μου να αντιληφθώ και να εκτιμήσω το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της κάθε Αμπράμοβιτς δεν οφείλεται τόσο στη δική μου ανεπάρκεια όσο στο γεγονός ότι ένα πλακάκι δεν είναι παρά ένα πλακάκι. Και ότι μια γυναίκα που δεν τρώει μεσημεριανό είναι απλώς μια πεινασμένη γυναίκα. Υπάρχει κάποιος που μπορεί να με πείσει για το αντίθετο;