Η Τέχνη τής παρακμής

Έχω επανειλημμένως ειρωνευτεί τις ακρότητες τής σύγχρονης Τέχνης. Αλλά το ειλικρινές μου αίσθημα δεν είναι η ειρωνεία – είναι η αποκαρδίωση. Βλέπω, περνώντας από τα παράθυρα των γκαλερί τα περιβάλλοντα, τα installation με τα ατάκτως ερριμμένα συντρίμμια τού πολιτισμού, τις πέτρες, τα ξεβρασμένα ξύλα, τις σιδηροδοκούς, τις λινάτσες, σπασμένα γυαλιά, τα σακατεμένα τελάρα, τις ρίζες από ελιές... και με πιάνει ένα αίσθημα θλιμμένης ανίας.

Ξέρω ότι όλα αυτά (όπως και προπάτορές τους στις Μπιενάλε, το Κάσελ και τα Conteporanea τού κόσμου) θέλουν να με αιφνιδιάσουν, να μού δημιουργήσουν μια ωφέλιμη αίσθηση ερήμωσης, να στείλουν στη νωθρή συνείδηση ένα τρελό beat. Αλλά ομολογώ, το μόνον που καταφέρνουν είναι να μού φαίνονται απολύτως συμβατικά και αδιάφορα.  

Τι αίσθημα μπορεί να μου δημιουργήσει ο Roman Signer (ο οποίος μεταφέρει μέσα στις γκαλερί τρίκυκλα Piaggio και τα ονομάζει έργα) έξω από πένθιμη πλήξη;

Όλα πια μοιάζουν παιδιά τής φρενίτιδας τής έκπληξης και του στιγμιαίου – λίγο ακόμα και η ενόραση τού Μπρετόν θα γίνει πραγματικότητα: οι καλλιτέχνες θα πυροβολούν το κοινό τους (όπως καληώρα η Divine) και αυτό θα είναι το πιο «εκπληκτικό» ποίημα τής καριέρας τους.

Πίσω από τις περισσότερες χειρονομίες παρακμής (έργα Do-it-yourself, πολλαπλές φωτοτυπίες, karaoke machines, κουφά περιβάλλοντα κλπ) κρύβεται η πτωχαλοζονία ανθρώπων αδαών, ξεπεσμένων και ψευδευλαβών – με αναξιόπιστες εμπειρίες και καμιά απολύτως διάθεση να πούνε την αλήθεια. Κρύβονται άνθρωποι που γεννήθηκαν όχι από την ανάγκη να εκφράσουν κάτι συλλογικό αλλά από τον αμνήμονα σπινθηρισμό των media, τις γκαλερί, το ναρκισσισμό και την περιφρόνηση τής ίδιας τους τής Τέχνης. Ποιητές που τους έφτιαξε όχι η συνείδηση, αλλά η συναναστροφή με τους ομοίους τους – τα βερνισάζ και τα γκάρντεν πάρτι. Καλλιτέχνες χωρίς πνοή, πίστη και οργή. Χωρίς δαιμόνιο και θεϊκή καταγωγή – απλοϊκοί είρωνες που αντί να «γράφουν τη ζωή» (δηλαδή να ζωγραφίζουν) τραβάνε το ego-trip τους στα όρια τής παθολογίας στην καλύτερη περίπτωση διαπιστώνουν ότι η Τέχνη είναι νεκρή κι αυτοί την κηδεύουν με τη δέουσα αηδία.

Υπάρχουν όμως και μερικοί με υψηλές προθέσεις αλλά εξίσου «φτωχό» αποτέλεσμα.

Λόγου χάριν, ο Κουνέλης (τού οποίου τη «Λιμναία Οδύσσεια» διάβασα χτες – εκδ. Άγρα): αναλύει θαυμάσια το επικό στοιχείο τού πόνου που υπάρχει σε κάθε μεγάλη Τέχνη. Μιλάει με διαύγεια για τη συνείδηση των κοινωνικών αλλαγών που πρέπει να έχουν οι καλλιτέχνες. Λέει ότι το «καινούργιο» πρέπει να έρχεται σε δημιουργική ρήξη  με το παλιό, να συναναστρέφεται με τις αρχαίες αξίες και να συνεχίζει την παράδοση. Αλλά τα έργα του δεν έχουν τίποτα από τις διακηρύξεις του. Μοιάζουν με τις παράδοξες, αβασάνιστες, άμωμες «συλλήψεις». Ούτε ο πόνος ιχνηλατεί σ’ αυτά κάτι θεϊκό, ούτε η τρέλα τους αποκτάει ηθική ένταση. Τα κάρβουνα, οι λαμαρίνες, τα ηλεκτρονικά τρενάκια και οι λινάτσες του – παραμένουν ειρωνικά προϊόντα των Καιρών, χωρίς να υψώνονται σε Τέχνη, χωρίς να αποκτάνε μνήμη και μοναδικότητα. Ζουν και πεθαίνουν όσο διαρκεί το χαμένο στοίχημα μιας performance – πράγμα που στην περίπτωση τού Γουόρχολ διήρκεσε πολύ λιγότερο: όσο μια προμελετημένη αυθάδεια.

Η περίπτωση τού Κουνέλη θυμίζει ένα βασικό πρόβλημα τής σύγχρονης ζωγραφικής: την υπερβολική «ευφράδεια» των ζωγράφων μπροστά στους άλαλους, σβησμένους πίνακές τους. Είναι κάτι που νιώθω ακόμα κι απέναντι στις ασημένιες δαντέλες τού Τζάκσον Πόλοκ, ακόμα κι απέναντι στα (πολύ υποδεέστερα) events τού Ντισάν: δεν συντελείται πια καμιά συγκίνηση στο μάτι μου – η συγκίνηση προέρχεται αποκλειστικά από τη σκέψη τού τι προηγήθηκε ΜΠΡΟΣΤΑ από τον πίνακα όταν κατασκευαζόταν. Δεν υπάρχει κανένα οπτικό πάθος – υπάρχουν μόνο τα βιογραφικά πάθη εκείνων που τον κατασκεύασαν.

Το δράμα τού ματιού γίνεται δράμα των σκέψεων – κι όταν μάλιστα μπουν στο παιχνίδι οι κριτικοί γίνεται (ακόμα εγκεφαλικότερα): δράμα των λέξεων.

Αναρωτιέμαι τι θα σήμαιναν στον κόσμο τα ουρητήρια τού Ντισάν, αν δεν είχαν προηγηθεί τα μυθοποιητικά κους κους περί τής «σημαίνουσας σιωπής» του και οι περισπούδαστες «αναλύσεις τού έργου» του από κριτικούς που θα ‘πρεπε κανονικά να περάσουν από λαϊκό δικαστήριο και να εκτελεστούν στην πλατεία Συντάγματος.

Ο Howard Jacobson γράφοντας στους περασμένους “Sunday Times” για «Το τέλος τής ζωγραφικής» εστιάζει όλες τις κακοδαιμονίες τής σύγχρονης Τέχνης στην ερμηνευτική φλυαρία της – μουρμουρίζοντας, μάλιστα, μπροστά στην πεζότητα και τη δημαγωγία των Εννοιακών Καλλιτεχνών, την απάντηση τού χλομού δανού πρίγκιπα, όταν τον ρώτησε ο Πολώνιος τι διαβάζει:

«Λόγια, λόγια, λόγια».

Ο απλούς λαός μας θα σχολίαζε το ρητορισμό τής Arte Povera με τρόπο αμεσότερο: «Είναι και φτωχό τ’ αρνί, έχει και πλατιά ουρά». Εν πάση περιπτώσει, ο κύριος Jacobson, έχει εν μέρει μόνο δίκιο.

Πράγματι η σύγχρονη Τέχνη υπάρχει, πρωτίστως, επειδή τα media την κουτσομπολεύουν και οι κριτικοί την «ερμηνεύουν». Τα μάτια μας την έχουν λησμονήσει. Οι άνθρωποι την έχουν ξεχάσει. Όλοι την αναλύουν, τη διδάσκουν, τη συζητούν - ενώ η Τέχνη ΕΙΝΑΙ, ΞΕΡΕΙ, ΥΠΑΡΧΕΙ – φτιάχνεται μόνο από νεύρα και φως.

Αλλά η παρακμή της δεν συντελέστηκε μόνον επειδή έχει συρρικνωθεί το όραμά της σε λόγια, λόγια, λόγια. Συντελέστηκε, επειδή αυτά τα λόγια είναι ψεύτικα, σπουδαιοφανή, αλλοπρόσαλλα – επειδή κανείς πια δεν πιστεύει στην ηρωική συνθήκη τής Ποίησης, στο πείσμα της να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν ένα στοίχημα μεγαλείου, την ώρα που όλοι ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα στοίχημα που πάντα χάνεται. Κανείς δεν θέλει να τα ποντάρει όλα στο μηδέν (ακόμα και αν τού πούνε ότι κερδίζει έτσι τη βασιλεία των ουρανών) – όλοι επιδιώκουν να συρθούνε τα θεϊκά δώρα στο χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, τον παρονομαστή των mass media: τη φήμη, το νεωτερισμό, το σκάνδαλο, την απεγνωσμένη επιτυχία.

Το κακό είναι ότι και τα λόγια, και τα έργα των υποκειμένων που δηλώνουν καλλιτέχνες σήμερα είναι χωρίς μνήμη, πειθώ, ένταση και συνείδηση. Σχεδόν κανένα από τα έργα τους δεν έχει λόγο ύπαρξης. Είναι ξεθυμασμένοι κατευνασμοί τής πίεσης που νιώθουν άνθρωποι αιχμάλωτοι των ψευδαισθήσεών τους, και τής εποχής, χωρίς δαιμόνιο, χωρίς οίστρο, χωρίς διαφωτισμό, χωρίς μαγεία, χωρίς ομορφιά – αρνητικά και ενοχλητικά εξαμβλώματα που δεν προτείνουν τίποτα, λες και το χέρι τού τεχνίτη κινείται πια αποκλειστικά από το νόμο τής αδράνειας.

Το άσχημο είναι ότι μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση και τη γενικευμένη παρακμή δεν υπάρχει πια ούτε η αίσθηση τού μέτρου, η διαβάθμιση – το μικρό και το μεγάλο. Ο Τιτσιάνο εκτίθεται δίπλα στον Τζεφ Κουνς και οι διθύραμβοι για το σπέρμα και τα ούρα τού Serrano ακολουθούνται από ενστάσεις για την πατρότητα των Ρέμπραντ. Όλα έχουν γίνει ένας τεχνοκριτικός πολτός, όπου το άξιο λερώνεται από ποταμούς μεταμοντέρνων εκκρίσεων κι όλα μπερδεύονται γλυκά μέχρι λιγοθυμίας.

Αλλά, ειδικά τώρα, που η Τέχνη έχει χάσει το κέντρο της και ο ποιητής είναι ένα κενό, όσο ποτέ άλλοτε, έχω την αίσθηση (ή την ελπίδα;) ότι πλησιάζει ο καιρός όπου η Τέχνη θα ξανανθίσει. Οσμίζομαι εκείνους που θα κλείσουν το κεφάλαιο τής παραλυσίας και τού αυτοσαρκασμού της και θα την κάνουν πάλι να λάμψει σαν ανεκλάλητο μυστήριο.

Είναι εκείνοι που θα μπορέσουν να κάνουν αυτό που ματαίως επιθύμησε ο Κουνέλης: να βρεθούν στο σκιερό μαροκινό δωμάτιο τού Ματίς, να κάνουν έρωτα εκεί με μια από τις δεσποινίδες τής Αβινιόν (εκείνη στα δεξιά, την Αφρικανή), να φάνε το ψάρι από τη νεκρή φύση τού Ρέμπραντ, να δοκιμάσουν το σταφύλι τού Βάκχου τού Καραβάτζιο, να πάνε για ψάρεμα με τη βαρκούλα τού Μανέ κα να πεθάνουν ένδοξα σαν τον Μαρά στον πίνακα τού Νταβίντ.

Τόσο απλά;

Τόσο απλά!

Τα πάντα στην Τέχνη κερδίζονται με ένα τίποτα! Το φως της ανταλλάσσεται με λίγη σκόνη! Μόνο που αυτή η σκόνη είμαστε εμείς.

Η σκόνη που διαλύει στο νερό (ή στα δάκρυα;) ο δημιουργός και ζωγραφίζει όνειρα, ίσκιους και αινίγματα.