fbpx

Σκέψεις του François Calori πάνω στο βιβλίο του Imanuel Kant
«Η κριτική της ικανότητας του κρίνειν»

Τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε σε ένα πρόσωπο ή σε ένα έργο τέχνης ως ωραίο; Είναι το κεντρικό ερώτημα της «Κριτικής της ικανότητας του κρίνειν» (1790) του Imanuel Kant στο πρώτο τμήμα της πραγματείας περί της αναλύσεως του ωραίου. Ο Kant δεν επιθυμεί να παραγάγει μια φιλοσοφία της τέχνης που να συνδέεται πρωτίστως με τη δημιουργική πράξη, ή που να αναζητεί μια Ιδέα του ωραίου που θα αναφερόταν στον εαυτό της. Η ιδιομορφία του ωραίου δεν γίνεται αντιληπτή παρά μέσα από την εμπειρία που έχει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ένα υποκείμενο, η οποία εκφράζεται μέσα σε μια κρίση που αφορά το αντικείμενο -την περί γούστου κρίση- της οποίας πρέπει να διατυπώσουμε και να δικαιολογήσουμε τα χαρακτηριστικά. Αυτή προκύπτει από την αισθητική ικανότητα του υποκειμένου «να κρίνει», η οποία είναι συνδεδεμένη με την ευαισθησία του και αποτελεί την τρίτη βασική ιδιότητα του ανθρώπινου πνεύματος, μετά από αυτήν του «να γνωρίζει» και αυτήν του «να επιθυμεί».

Πρέπει πάντως να ορισθεί η ιδιαιτερότητά της: η περί γούστου κρίση ορίζεται από μια ανιδιοτελή απόλαυση. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι χαμηλής έντασης ή ότι θα παραμείνουμε αδιάφοροι μπροστά στην παρουσία του ωραίου στον κόσμο. Αυτό που γεννάει την απόλαυση του ωραίου δεν είναι η ύπαρξη του αντικειμένου αλλά η απλή μορφή του: το ενδιαφέρον ορίζεται ως η ικανοποίηση που δεχόμαστε από την ύπαρξη του αντικειμένου και οδηγεί στην άρθρωση τής απόλαυσης με την επιθυμία. Η καθαρή όμως απόλαυση είναι ανιδιοτελής αφού δεν ορίζει τη θέληση μας να οικειοποιηθούμε, να παραγάγουμε ή να καταναλώσουμε το αντικείμενο: η απόλαυση του ωραίου είναι καθαρά στοχαστική, «ικανοποίηση ανανενεργής».

Μπορεί βεβαίως η σχέση μας με το ωραίο να μην είναι αγνή: η ομορφιά ενός προσώπου μπορεί να αναμειγνύεται με την σεξουαλική έλξη, το έργο τέχνης μπορεί να είναι αντικείμενο επιθυμίας ενός συλλέκτη. Αλλά αν την επαναφέρουμε στην αγνότητά της, η περί γούστου κρίση περιλαμβάνει μια εξουδετέρωση όλων αυτών των επιθυμιών για να εστιάσει το ενδιαφέρον μόνον στη συγκίνηση που προκαλείται από τη μορφή του αντικειμένου. Αυτό κάνει την απόλαυση του ωραίου να ξεχωρίζει από την ηδονή που προκαλεί το ευχάριστο. Η προβολή του ευχάριστου χαρακτήρα ενός αντικειμένου προκαλεί την επιθυμία μας και μας σπρώχνει στην αναζήτηση ικανοποίησης μέσω της κατανάλωσής του. Απόλαυση παθολογική (με την έννοια ότι μας επιβάλλεται), το ευχάριστο, απλή απόλαυση των αισθήσεων, είναι πάντοτε ιδιοτελές. Μπορεί να επιθυμούμε να ακούσουμε μια ευχάριστη μουσική για να χαλαρώσουμε. Αλλά το να πούμε ότι ένα κουαρτέτο του Σοστακόβιτς είναι ωραίο είναι κάτι τελείως διαφορετικό, και αυτό δεν έχει καμία σχέση με μια απλή εμπειρία που θα κολάκευε τα αυτιά μας. Αλλά η απόλαυση του ωραίου δεν μοιάζει ούτε με αυτήν του Καλού. Η ηθική πράξη που επιτελείται από καθήκον, δεν είναι ιδιοτελής, αλλά μας αφορά προσωπικώς αφού παράγει ένα ηθικό ενδιαφέρον που ταυτίζεται με τον σεβασμό, συναίσθημα της υπακοής μας στο ανιδιοτελές καθήκον που μας ωθεί στην πράξη. Το ωραίο, όμως, είναι αυτή η απόλαυση που με κανέναν τρόπο δεν συνδέεται με την επιθυμία, που δεν προϋποθέτει ούτε παράγει μια ανάγκη, και γι’ αυτό είναι στην πραγματικότητα η μόνη ελεύθερη απόλαυση. Είναι ένα δώρο, ένα προνόμιο: περιοριζόμαστε στην παρουσία του αντικειμένου, μέσω μιας καθαρά στοχαστικής στάσης.

Η περί γούστου κρίση διακρίνεται επίσης από το ευχάριστο και το Καλό μέσω της παγκοσμιότητάς της και της αναγκαιότητάς της. Το ευχάριστο είναι καθαρά υποκειμενικό, συνδεδεμένο με την ιδιαίτερη δομή της ευαισθησίας κάθε ανθρώπου. Έχει γίνει ακόμα και παροιμία: όλα τα γούστα απαντώνται μέσα στη φύση. Είναι βέβαιο ότι υπάρχει μια συμφωνία σε σχέση με τον ευχάριστο χαρακτήρα της σοκολάτας, αλλά δεν υπάρχει αυτή η απαίτηση παγκοσμιότητας που θέτει μια περί γούστου κρίση: αυτή αναζητεί μια παμψηφία. Μπροστά σε έναν πίνακα του Βερμέερ νιώθουμε  πάντα κάτι περισσότερο από το να πούμε: «Είναι ωραίο κατά τη γνώμη μου». Απαιτούμε το μοίρασμα της συγκίνησης. Ο Kant δεν λέει ότι η περί γούστου κρίση είναι παγκόσμια: αντίθετα, δεν παύουμε να συζητούμε πάνω στο ωραίο το οποίο γίνεται αντικείμενο πολλών λεκτικών ανταλλαγών. Αλλά συζητούμε ακριβώς επειδή δεν μας ικανοποιεί η περιχαράκωση καθενός μας στην ιδιαιτερότητά του: θέλουμε ο άλλος να μοιραστεί το συναίσθημά μας.

Εντούτοις η περί γούστου κρίση είναι αισθητική και όχι λογική. Βασίζεται στη συγκίνηση που νιώθει το υποκείμενο μπροστά σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Δεν πρόκειται για αντικειμενική κρίση, που βασίζεται σε συγκεκριμένη γνώση μιας έννοιας και ιδιότητας που όλοι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν. Ο παράδοξος χαρακτήρας του ωραίου είναι να αρέσει σε όλους χωρίς διαμεσολάβηση εννοιών και να υψώνει μια διεκδίκηση παγκόσμιας αναγνώρισης, αλλά σε σχέση με κάτι που είναι παρόλα αυτά το πιο υποκειμενικό πράγμα, η ίδια η ευαισθησία μας. Όλα συμβαίνουν ωσάν το ωραίο να ανήκει στο ίδιο το αντικείμενο: εντούτοις δεν χαρακτηρίζει παρά την υποκειμενική εμπειρία που έχουμε από αυτό. Αυτό το διακρίνει από κάθε θεωρητική κρίση (το ωραίο δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια), όπως και από κάθε κρίση περί τελειότητας (το ωραίο τριαντάφυλλο δεν είναι το τέλειο τριαντάφυλλο, ούτε το πιο σύμφωνο με την έννοια τριαντάφυλλο), αλλά και από το Καλό, που καθορίζεται από τον αντικειμενικό εξαναγκασμό του ηθικού νόμου. Δεν παύουμε να συζητούμε για το ωραίο, αλλά δεν μπορούμε να διαφωνούμε, με την έννοια ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που θα μπορούσαν να δώσουνε ξεκάθαρο τέλος στις συζητήσεις μας. Ο Kant απορρίπτει κάθε διανοουμενίστικη ή ηθικοπλαστική αντίληψη περί του ωραίου.

Αυτή η παγκοσμιότητα απορρέει από την ανιδιοτέλεια: απαλλαγμένη από κάθε συμφέρον, από κάθε κατεύθυνση, η κρίση μας είναι ανεξάρτητη από τους προκαθορισμούς της ευαισθησίας μας, τους οποίους δεν μπορούμε άλλωστε να μεταδώσουμε στους άλλους. Η κρίση μας αντιθέτως δείχνει προς μια κοινή διάσταση, προς τον κοινό λόγο, που παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο οι ιδιότητες του υποκειμένου κινητοποιούνται μέσα από την εμπειρία του ωραίου. Διότι αυτό δεν συνιστά απλή απόλαυση των αισθήσεων, αλλά της σκέψης. Αν και (το ωραίο) δεν μπορεί να ταυτιστεί με μια συγκεκριμένη γνώση, γίνεται αντιληπτό με αφετηρία τη σχέση που έχουν οι γνωστικές μας ικανότητες  με τη φαντασία και την αντίληψη: μπροστά στο ωραίο αισθανόμαστε την απόλαυση του ελεύθερου συσχετισμού όλων των παραπάνω. Μέσα στη γνώση η φαντασία εργάζεται υπό την πίεση της αντίληψης: το ωραίο θέτει σε κίνηση αυτές τις ικανότητες έτσι ώστε εναρμονίζονται αυθόρμητα, χωρίς απαραίτητα να καταλήγουν σε μια συγκεκριμένη γνώση, αλλά μόνον στη δοκιμασία του ελεύθερου συσχετισμού τους: η φαντασία μέσα στην ελευθερία της συναντάει την αντίληψη μέσα στη νομιμότητά της. Μας προσφέρει έτσι πολλή σκέψη, χωρίς αναγκαστικά να μας μαθαίνει κάτι. Εντούτοις η αισθητική εμπειρία δεν περιορίζεται στην ομορφιά. Μπροστά στο ξέσπασμα της καταιγίδας (βλ. παρακάτω απόσπασμα Kant) νιώθουμε μια συγκίνηση που δεν είναι ούτε απλή ηδονή του ευχάριστου, ούτε ήρεμη στοχαστική απόλαυση του ωραίου. Ο 18ος αιώνας ξανάδωσε νόημα στην έννοια του μεγαλειώδους για να ορίσει αυτή την εμπειρία που βάζει στο παιχνίδι το υψηλό, το μέγεθος και τον φόβο αποκαλύπτοντας μια εξέλιξη της ευαισθησίας που θα ανθίσει με τον ρομαντισμό. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο συναίσθημα που παντρεύει απόλαυση και πόνο, ταπείνωση και ανύψωση.

Για τον Kant μπροστά στο άπειρο των τοπίων της φύσης, η φαντασία μας, στην προσπάθειά της να τα συμπεριλάβει σε μια διαίσθηση, νιώθει αδύναμη να ικανοποιήσει την απαίτηση της συνολικής άθροισης που επιβάλλει η λογική (μαθηματικό μεγαλειώδες). Αντιμέτωποι με αυτά τεράστια μεγέθη συνειδητοποιούμε την αδυναμία μας ως φυσική δύναμη (δυναμικό μεγαλειώδες). Αλλά αυτό το συναίσθημα μάς υποδεικνύει εν τέλει την αρνητική εκδοχή αυτής της απαίτησης από μέρους της λογικής, στην οποία πρέπει να υποκύψει η ευαισθησία και μας αποκαλύπτει μια δύναμη μέσα μας, πάνω στην οποία η φύση δεν έχει καμία εξουσία: την υπερ-ευαίσθητη ηθική μας κατεύθυνση, η οποία ταυτίζεται με την ελευθερία μας, και η οποία είναι η μόνη που μπορεί πράγματι να φέρει το χαρακτηρισμό του μεγαλειώδους. Αυτό που αποκαλούμε μεγαλειώδες στη φύση έχει αυτή την παράδοξη δύναμη να παρουσιάζει, ακριβώς μέσα από την αδυναμία μας, αυτό που μέσα μας ξεπερνάει τη φύση.

«Βράχια κρεμασμένα τολμηρά από πάνω μας, βαραίνοντάς μας σαν απειλή, σύννεφα καταιγίδας μαζεμένα στον ουρανό να προχωράνε μέσα από βροντές και αστραπές, ηφαίστεια με όλη τους την καταστροφική δύναμη, τυφώνες που ακολουθούνται από ερημώσεις, ο απέραντος ωκεανός φουσκωμένος και αγριεμένος, ο γιγάντιος καταρράχτης ενός απειλητικού ποταμού κάνουν ασήμαντα μικρή τη δύναμή μας να αντισταθούμε στη δύναμη όλων αυτών των φαινομένων. Αλλά όσο πιο φοβερό είναι το θέαμα, τόσο περισσότερο μας ελκύει, αρκεί να νιώθουμε ότι είμαστε σε ασφάλεια. Και αποκαλούμε αυθορμήτως μεγαλειώδη αυτά τα αντικείμενα γιατί μας κάνουν να ανακαλύπτουμε μέσα μας μια δύναμη αντίστασης εντελώς διαφορετικού είδους, η οποία μας δίνει το κουράγιο να αναμετρηθούμε με την προφανή παντοδυναμία της φύσης».

(Απόσπασμα από την «Κριτική της ικανότητας του κρίνειν» του Imanuel Kant)