fbpx

Τού Αντώνη Κ. Κυριαζάνου

Ο Ισραέλ Μπιντερμάνας (όπως είναι το αληθινό όνομα τού Ιzis) γεννήθηκε το 1911 στη Λιθουανία. Μετά τις σπουδές του στην εβραϊκή γίνεται βοηθός στον φωτογράφο τού χωριού, μαθαίνει τις τεχνικές, φωτογραφίζει την καθημερινή ζωή, διατρέχοντας μ’ έναν φίλο του τον γενέθλιο τόπο. Το 1931 φτάνει στο Παρίσι, πρόθεσή του να ζωγραφίσει κι αυτός, να μπει στον κύκλο τού ιμπρεσιονισμού που θαυμάζει. Ο βιοπορισμός θα τον “επιστρέψει” στην φωτογραφία, ανούσια πορτραίτα, τελετές γάμων και βαπτίσεις για λογαριασμό συνοικιακού studio. Τον ελεύθερο χρόνο του ζωγραφίζει.

Ο πόλεμος θα τον ταλαιπωρήσει. Το 1944, στα περίχωρα τής Λιμόζ προσχωρεί στην Αντίσταση. Έχει αλλάξει το όνομά του σε Izis και μ΄ αυτό θα συνεχίσει. Φωτογραφίζει τους μακί τής περιοχής Γκραμόν, μετά την απελευθέρωση. Η έκθεση με τα πορτραίτα τους γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Επιστροφή στο Παρίσι, γνωριμία με τον Μπρασάι, και άλλους φωτογράφους που θα τού “διδάξουν” μιαν άλλη φωτογραφία. Το 1946 παρουσιάζει στην γκαλερί “La Boetie” μιαν έκθεση με πορτραίτα και όψεις τού Παρισιού. Το 1949 επανεκδίδεται το περιοδικό “Paris-Match”, o Izis θα συνεργαστεί μαζί του για 20 περίπου χρόνια, θα φωτογραφίσει, και κυρίως θα γνωρίσει, τους Σαγκάλ, Κολέτ, Καμύ, Καλντέρ, Μπρετόν, Ελυάρ, Αραγκόν, Τριολέ. Το 1950 εκδίδει το πρώτο του λεύκωμα, το “Παρίσι των Ονείρων” με πρόλογο τού Ζαν Κοκτώ.

Το 1951 αρχίζει η περιπλάνησή του. Κατ’ αρχάς στο Λονδίνο με τον Ζακ Πρεβέρ, αργότερα μόνος του, φωτογραφίζει και εκδίδει τις “Χαρές τού Λονδίνου”. Ακολουθεί το Ισραήλ, αλλεπάλληλες επισκέψεις και ένα βιβλίο, αυτή τη φορά (1955) για την καινούργια πατρίδα, με πρόλογο του Αντρέ Μαλρώ. Έχει προηγηθεί το λεύκωμα “Επίγειος Παράδεισος” (1953) με φωτογραφίες από ζωολογικούς κήπους. Το 1964 το Paris-Match δημοσιεύει ένα αφιέρωμα για το ζωγραφικό έργο τού Σαγκάλ στην οροφή τής Όπερας των Παρισίων. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφορεί το πιο αντιπροσωπευτικό ίσως βιβλίο τού Izis. Το τσίρκο τού Izis με πρόλογο τού Πρεβέρ, φωτογραφίες από έναν κόσμο που συγκινεί ιδιαίτερα τον καλλιτέχνη, σαλτιμπάγκοι, πανηγύρια, τσίρκο τής εποχής με μια θαυμαστή ποικιλία “καλλιτεχνών”. Το 1969 σταματά τη συνεργασία του με το περιοδικό και αφιερώνεται στο προσωπικό του έργο. Τελευταίο του λεύκωμα, το “Παρίσι των ποιητών” (1974 με πρόλογο τού Πρεβέρ). Το 1978 είναι επίτιμος προσκεκλημένος στις Διεθνείς Συναντήσεις τής Αρλ μαζί με την Λιζέτ Μοντέλ και τον Ουίλιαμ Κλάιν, εκθέτει το έργο του στο μουσείο Reattu. Δύο χρόνια αργότερα στις 16 Μαίου 1980 ο Izis πεθαίνει στο σπίτι του, στο Παρίσι.

Ήρθε στο Παρίσι από την Λιθουανία, όμως η “πόλις τον ακολουθεί”. Άφησε πίσω του απέραντες χέρσες γαίες και σκοτεινά έλη, πρόσωπα κουρασμένα από το κυνηγητό, τις συνεχείς μετακινήσεις, τις διώξεις, πόλεις τρυφερές, όπου τα δύο τρίτα τού πληθυσμού ήταν εβραίοι σαν κι αυτόν, βασανισμένοι από τα πογκρόμ και την καθημερινή απελπισία, για να βρεί το φώς, ιδιαίτερα στα χρώματα των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων που τόσο τολμηρά το χειρίστηκαν στους πίνακές του. Όμως, κι εδώ στην περιζήτητη “Πόλη τού Φωτός” ο Ισραέλ Μπιντερμάνας, αργότερα Izis, δεν βρήκε παρά το μαύρο φώς που κουβαλούσε στην ψυχή του. Αυτή τη φορά ηθελημένα. Φωτογράφος εξ ανάγκης στην αρχή, στη Λιθουανία, έμαθε την τεχνική πλευρά τής δουλειάς του, το ρετούς, τα στημένα πορτραίτα τής εβραϊκής κοινότητας με τις γιορτές της, τα πένθη της και τα περιθωριακά της επαγγέλματα. Από το 1927 ως το 1930 διατρέχει μ’ έναν φίλο του την ύπαιθρο χώρα φωτογραφίζοντας τους ήρωές της. Όμως το μυαλό του είναι ήδη αλλού. Θέλει να γίνει ζωγράφος, να ζήσει ελεύθερα. Και θα κάνει το μεγάλο άλμα.

Με όλα τα εφόδια να χωράνε σ’ ένα μαντήλι, παίρνει τον δρόμο προς την δύση, όπως και τόσοι άλλοι που ονειρεύονται ένα Παρίσι μαγικό, πρωτεύουσα των γραμμάτων και τής τέχνης, γη τής ελευθερίας. Μόνο που τίποτα σ’ αυτό δεν είναι εύκολο. Όταν φτάνει ο Izis στην Ιθάκη του, όπως νομίζει, αυτή πέφτει ακόμη μακρυά. Χωρίς χαρτιά, χωρίς χρήματα, χωρίς καν να μιλά γαλλικά περνά την πρώτη του νύχτα σ’ ένα άσυλο. Άλλοι, λιγότερο τυχεροί, κοιμούνται κάτω από γέφυρες, στην απάνεμη μεριά ενός πάρκου, σε αποθήκες εγκαταλελειμένες, στις ατελείωτες όχθες τού Σηκουάνα.

Το επόμενο πρωί και όσα ακολουθούν, ο Izis ανακαλύπτει το Παρίσι. Παρά την κρίση και την ανεργία που το μαστίζουν, ο νεαρός εξόριστος, μόλις 20 χρονών, καταφέρνει να βρει δουλειά σ’ ένα φωτογραφικό στούντιο, μετά σ’ ένα άλλο, μέχρι να αναλάβει ο ίδιος ένα άλλο προσπαθώντας για επτά συναπτά έτη να το κάνει να ορθοποδήσει οικονομικά. Μέχρι το 1940, ο Izis φωτογραφίζει γάμους, αστραφτερά μωράκια ξαπλωμένα μπρούμυτα, την πρώτη μετάληψη και ό,τι άλλο θέλουν να θυμούνται οι άνθρωποι που ποζάρουν αυτάρεσκα στο φωτογραφείο τής οδού Νασιουάζ. Με μια δουλειά, μ’ ένα σπίτι, ο Izis επαναλαμβάνει τις μέρες του στο Παρίσι που τόσο πόθησε εκτός από τις Κυριακές πού τρέχει στις γκαλερί για να αντιγράψει τους αγαπημένους του ζωγράφους.

Στον πόλεμο ο Izis υποχρεώνεται να κλείσει το μαγαζί του και να χωθεί όσο μπορεί στην ανωνυμία τού πλήθους. “Εξαφανίζει” και το όνομά του. Ο Ισραέλ Μπιντερμάνας γίνεται, και μάλιστα για πάντα, Izis. Λίγο πριν από την απελευθέρωση, στα περίχωρα τής Λιμόζ όπου έχει καταφύγει συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς, ξεφεύγει και ενώνεται με τους άντρες τής Αντίστασης. Σαν φωτογράφος τούς προτείνει να τους κάνει το πορτραίτο και εδώ διαπιστώνει τις πολλές όψεις τής πραγματικότητας. Όταν αυτοί τού παρουσιάζονται πλυμένοι και φρεσκοξυρισμένοι καταλαβαίνει την ματαιότητα των στημένων πορτραίτων του. Αυτός τους θέλει όπως τους γνώρισε: ταλαιπωρημένους, κακοντυμένους, με γένια τουλάχιστον οκτώ ημερών. Όπως και να 'ναι, τα πορτραίτα του γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία σε τέσσερις εκθέσεις που γίνονται στη Λιμόζ.

Αυτή η πρώτη ρωγμή στις πεποιθήσεις του θα ενισχυθεί όταν επιστρέφει στο Παρίσι. Η απρόοπτη γνωριμία του με τον ζωγράφο Όσκαρ Ντομινγκέζ τον οδηγεί σ’ αυτό που μετά ο ίδιος έγινε. Ο ζωγράφος τον μυεί στη σουρεαλιστική ματιά, στο παράδοξο που εμπεριέχεται στην καθημερινή ζωή, στο ασυνήθιστο που συμβαίνει στη γωνία τού δρόμου, σ’ αυτό που γεννιέται από το τυχαίο, την αναμονή, από τη συνάντηση με το φανταστικό. Του γνωρίζει το έργο τέτοιων φωτογράφων, τον ίδιο τον Μπρασάι κάποια στιγμή, αυτοεξόριστος κι αυτός από την Τρανσυλβανία. Στις φωτογραφίες τού Μπρασάι, ο Izis ανακαλύπτει ένα άλλο Παρίσι. Νυκτερινό, ποιητικό, ανήσυχο, ταραγμένο. Ταυτόχρονα, ανακαλύπτει κάτι περισσότερο. Τη μεταμόρφωση τής πραγματικότητας, αρκεί ένα στοιχείο της να βρίσκεται στην κατάλληλη θέση για να δημιουργήσει την υποψία.

Προσπαθεί και εκείνος. Ενθαρρύνεται από τον Ελυάρ και τον Εμανουέλ Σουγκέζ, για τον οποίο η φωτογραφία είναι “η ανάκριση τής πραγματικότητας μέσα από ένα παιχνίδι λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στα υλικά τής πραγματικότητας και στα υλικά τής εικόνας”. Ο Izis αναζητά τώρα το δικό του παιχνίδι ανάμεσα στα δύο μέρη. Προσλαμβάνεται στο περιοδικό Paris-Match που επανεκδίδεται, και για 20 χρόνια κάνει φωτορεπορτάζ χωρίς παραχωρήσεις και με έντονο μέλημα για την αλήθεια. Παράλληλα, διασχίζει το μεταπολεμικό Παρίσι, που ισορροπεί ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον του, γεμάτο πρόσωπα και σκηνές σε μια θαυμαστή ποικιλία. Ο Izis διαλέγει, στην πραγματικότητα επιστρέφει από εκεί που ξεκίνησε. Στους ανθρώπους που ζουν “εκτός”, στους ήρωες τού δρόμου. Ασάλευτους ψαράδες τού Σηκουάνα, ισορροπιστές σε πλατείες, Ηρακλείς που σηκώνουν βάρη, μάγους που ξερνάνε φωτιές, γυναίκες-φίδια, χορεύτριες τού τσίρκου, κλόουν, παιδιά θαύματα, ό,τι πιο παράλογο επιζεί και χαίρεται στον χώρο τού λαϊκού θεάματος, σε ανόθευτα πανηγύρια τών συνοικιών, σε γιορτές χωρίς τουρίστες, στους παρίες που στοιχειώνουν τα πάρκα και το σκηνικό τού Σηκουάνα, φωτογραφίζονται από τον συνεσταλμένο Izis, σιωπηλό, στην άκρη τού μπουφέ ενός μπαρ, που σηκώνει τη μηχανή του μόνον όταν είναι σίγουρος πως δεν τον βλέπουν, πως δεν θα διαταράξει την ροή τής πραγματικότητας προκειμένου να τής αποσπάσει την “στιγμή” που έχει διαλέξει.

Παρότι διαλέγει αυτόν τον κόσμο, ο Izis δεν αναζητά το ασυνήθιστο για το ασυνήθιστο, ούτε το γραφικό για το γραφικό. Πρόθεσή του είναι να μεταφράσει πρόσωπα, αισθήματα, συγκινήσεις. Επιθυμεί να φτάσει “στη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα”. Να δει τα πράγματα και τα πράγματα πίσω από τα πράγματα. Παραθέτει συχνά τον συλλογισμό τού Καρτιέ-Μπρεσόν: ”το ανοιχτό μάτι στο σκόπευτρο τής μηχανής είναι για να κοιτάζει έξω - το κλειστό μάτι για να κοιτά στο εσωτερικό μας”.

Ο Izis γίνεται ο περιπατητής τού Παρισιού. Αποφεύγει το κοσμοπολιτικό και χορτασμένο πλήθος τού Σαιν Ζερμέν ντε Πρέ, προτιμά τούς άδειους δρόμους, τα αδιέξοδα, τις λιθόστρωτες αυλές τού 13ου διαμερίσματος, που το θεωρεί γειτονιά του, τις γειτονιές που έχουν μείνει πίσω, που τις κατοικούν ξεχασμένοι, ανώνυμοι. Φωτογραφίζει τις ξαφνικές χαρές τους - μια γιορτή, ένα τσίρκο, μια μπάντα που παίζει στο βάθος, τον χορό στο σανίδι ενός υπαίθριου θεάτρου, γεμάτο θλίψη, πληρωμένη χαρά και γερασμένη πρόωρα σάρκα.

Όλα αυτά θα γίνουν το λεύκωμα “Ο μεγάλος χορός τής Άνοιξης” με στίχους τού Ζάκ Πρεβέρ στο περιθώριο. Οι δυο τους θα πάνε στο Λονδίνο, ο Izis θα αναζητήσει κι εκεί τους ίδιους ανθρώπους, ήρωες στο ίδιο έργο που παίζεται σε κάθε χώρα. Οι “Χαρές τού Λονδίνου” φωτογραφίες από την αγγλική πρωτεύουσα με κείμενα τού Πρεβέρ, προεκτείνουν τις γειτονιές που φωτογράφιζε στο Παρίσι. Και φτάνουν τόσο μακρυά. Ακόμα και στο Ισραήλ που ο Izis επισκέφθηκε το 1952-53, τα ίδια πρόσωπα βρήκε να φωτογραφίσει, τις ίδιες στιγμές τού βίου, ακόμα και όταν όλοι και όλα δήλωναν τη διάθεση για ένα καινούριο ξεκίνημα. Με τη μνήμη γεμάτη από τον τόπο που γεννήθηκε, από τους ανθρώπους και την ιστορία τους, αναζήτησε προφανώς τον εξόριστο από τον τόπο και τη ζωή άνθρωπο, αυτόν που δεν έχει την αγωνία τής ζωής, αλλά που ο ίδιος είναι η αγωνία, υπήκοος μιας πατρίδας που δεν έχει όρια και ιστορία. Ίσως γι αυτό και ο ζωγράφος Σαγκάλ ζωγραφίζοντας την οροφή τής Όπερας τών Παρισίων, να δέχτηκε μόνο τον Izis για φωτογράφο τής προσπάθειάς του. Εξόριστος κι αυτός στο Παρίσι, με δύσκολα παιδικά χρόνια στο Βιτέμπσκ, επέτρεψε σ’ έναν “δικό” του να τον φωτογραφίσει. Κι οι δυο τους ήξεραν. Και προσπάθησαν ο καθένας με την τέχνη του να μάς το κάνουν γνωστό.