Τού Χρήστου Κοψαχείλη

Η επιθυμία να γνωρίσω το έργο του Ray Metzker μού γεννήθηκε, όταν είδα μια φωτογραφία του από την Πάρο, ένα τοπίο απ’ αυτά που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις Κυκλάδες, μόνο που σε πρώτο πλάνο ανέμιζε μια υφασμάτινη κορδέλα χαρίζοντας κίνηση και μια δόση ξεγνοιασιάς στην όλη σύνθεση. Η περιέργεια, λοιπόν, να δω πώς φωτογραφίζει ένας ξένος τα νησιά μας, η απορία αν αυτός ξεπερνά την ειδυλλιακή ομορφιά τους και την γραφικότητα με ώθησαν ν’ ανακαλύψω το έργο τού Metzker. Ένα έργο πρωτότυπο, όχι τόσο εξ αιτίας των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται, όσο για τον τρόπο με τον οποίο τα αντιμετωπίζει Είτε φωτογραφίζει αστικές περιοχές είτε απομακρύνεται από τις πόλεις δεν περιορίζεται στο να καταγράφει απλά τα τεκταινόμενα, αλλά περισσότερο επινοεί και μας παρουσιάζει έναν “καινούργιο κόσμο”, που αν και μάς είναι οικείος, ταυτόχρονα κρύβει πολλά μυστικά. Επιδιώκει να βρίσκει έναν τρόπο εξερεύνησης του φωτογραφικού μέσου με σκοπό να (επανα)ορίσει τη φωτογραφία και μέσω αυτού του τρόπου να δημιουργήσει φωτογραφικές εικόνες που θα ανταποκρίνονται στον ορισμό. Ενδιαφέρεται να απομονώσει την τυπική, τη συνηθισμένη όψη των πραγμάτων και να ενσωματώσει στις φωτογραφίες του την προσωπική του αντίληψη για τον κόσμο που τον περιβάλλει. Για να πετύχει αυτό που κάθε φορά επιθυμεί, χρησιμοποιεί κάθε εκφραστική δυνατότητα των φωτογραφικών μηχανών και των φίλμ, ενώ πολλές φορές υιοθετεί και νέες μεθόδους παρουσίασης των φωτογραφιών του, όπως συνθέσεις από πολλαπλές εκτυπώσεις του ίδιου αρνητικού ή παρουσίαση των φωτογραφιών σε ζευγάρια. Πίστευε πάντα πως “…η δουλειά τού φωτογράφου είναι να βλέπει γύρω του με φρέσκια ματιά, να αντιστρατεύεται στο χρώμα και στη φόρμα, να ανακατασκευάζει την πραγματικότητα…». Έτσι στα σαράντα χρόνια που φωτογραφίζει ανέπτυξε μια μέθοδο που συνδυάζει τις τυπικές ιδιότητες της αντικειμενικής καταγραφής που προσφέρει η φωτογραφική μηχανή, με την ποιητική ευαισθησία, με την οποία ο κάθε καλλιτέχνης δίνει νόημα στην καθημερινότητα.

Ο Ray Metzker γεννήθηκε στην Αμερική το 1931 από γονείς γερμανικής καταγωγής. Η καλλιτεχνική του φύση είχε εκδηλωθεί από νωρίς, από τότε που παρακολούθησε κι απέκτησε Β.Α. πάνω στην ιστορία τής Τέχνης από το κολλέγιο Beloit. Το γεγονός όμως που καθόρισε την μετέπειτα φωτογραφική του πορεία ήταν το ότι απεφοίτησε από το φημισμένο Institute of Design του Σικάγο. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι αυτό το Ινστιτούτο (ID) ιδρύθηκε το 1931 από τον φημισμένο Ούγγρο αρχιτέκτονα (αλλά και φωτογράφο) Laszlo Moholy – Nagy με την επωνυμία Νέο Bauhaus, όταν αναγκάστηκε μαζί με τον Walter Gropius να αφήσουν την Γερμανία και να εγκατασταθούν στις Η.Π.Α. Μαζί τους έφεραν όλη τη φρεσκάδα του κινήματος Bauhaus, τις προοδευτικές του ιδέες, τη διάθεση για πειραματισμό και τον τρόπο διδασκαλίας που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της ατομικής δημιουργικότητας του σπουδαστή, ώστε να μπορέσει μόνος του να αξιολογήσει τις ιδιαίτερες προσωπικές του ικανότητες. Πυρήνας του εκπαιδευτικού συστήματος του Moholy - Nagy ήταν η πολλαπλή επαφή με τις Τέχνες. Όλοι οι σπουδαστές ασχολιόντουσαν με την ζωγραφική, τη γλυπτική, το σχέδιο και τη φωτογραφία. Στην εξαιρετική αυτή σχολή ο Ray Metzker διδάχτηκε φωτογραφία από τους Harry Callahan, Aaron Siskind, αλλά και από τον Frederick Sommer.

Η πρώτη του φωτογραφική δουλειά, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ακολουθεί το ρεύμα της εποχής του και παρουσιάζει σκηνές δρόμου τραβηγμένες με μηχανή 35mm. Οι φωτογραφίες αυτές είναι προϊόντα των περιπλανήσεών του στους δρόμους του Σικάγο στην αρχή και της Φιλαδέλφειας αργότερα, όπου εγκαταστάθηκε το 1964 και άρχισε να διδάσκει, αλλά και από τις περιηγήσεις εκείνης της εποχής στην Ευρώπη. Σε αντίθεση όμως με τα ιλιγγιώδη, στραβά κάδρα των συγχρόνων του, πρωτοπόρων της φωτογραφίας δρόμου Winogrand και Friedlander οι εικόνες τού Ray Metzker έχουν μια συμβατική φόρμα στην οποία κυριαρχεί το σκοτεινό φόντο, από το οποίο οι φωτεινές φιγούρες ξεπηδούν σαν διαμάντια σε μαύρο βελούδο.

Σύντομα όμως, επηρεασμένος από την μαθητεία του στον πειραματισμό τού Ινστιτούτου, στράφηκε σε περισσότερο προσωπικούς και πρωτότυπους τρόπους έκφρασης. Ξεκινώντας από την ιδέα της σύνθετης εικόνας και σαν απάντηση στο ερώτημα αν η φωτογραφία μπορεί να δημιουργηθεί και από περισσότερα από ένα αρνητικά, άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 τη σειρά “Double Frame”. Ο μόνος, αυθαίρετος, όρος τον οποίο είχε αποδεχτεί για την δημιουργία αυτών των φωτογραφιών ήταν η εικόνα να προέρχεται από δύο συνεχόμενα καρέ τού φίλμ, με τη μαύρη γραμμή που δημιουργείται στην εκτύπωση από το ελάχιστο κενό που μεσολαβεί ανάμεσα στα δύο αρνητικά, να υπάρχει πάντα χωρίζοντας (ή μήπως ενώνοντας;) τα δύο καρέ και υποδηλώνοντας τη βασική πρόθεση τού φωτογράφου. Τις περισσότερες φορές όμως αυτή η μαύρη γραμμή, αν και υπάρχει πάντα, δεν διακρίνεται γιατί είναι συγχωνευμένη στο σκιερό άκρο τής έκθεσης. Οι συνθέσεις, αν και εντυπωσιακές, γίνονται τόσο ασαφείς, που είναι αδύνατο να αναγνωρίσεις το θέμα, ιδιαίτερα όταν το ένα καρέ είναι οριζόντιο και το άλλο κάθετο.

Συνέχεια των “Double Frame”, μπορεί να θεωρηθεί η σειρά “Couplets, μόνο που εδώ αν και παρουσιάζονται πάλι δύο ξεχωριστές εικόνες μαζί, οι λήψεις δεν είναι συνεχείς, αλλά έχουν γίνει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και τοποθεσίες. Ο συνδετικός κρίκος εδώ δεν είναι σαφής, αλλά οι ιδιότροπες αυτές φωτογραφίες συνδέονται με εννοιολογικά ευρήματα και οπτικές συγγένειες ή αντιθέσεις. Ένα αγόρι και ένας άνδρας και οι δύο σκοτεινοί με φόντο ένα απλό περιβάλλοντα φωτισμό. Αργότερα επέκτεινε την ιδέα του, δημιουργώντας συνθέσεις από ένα μεγάλο αρνητικό 9Χ12 εκ. που το τύπωνε όλο ή μέρος αυτού πολλές φορές, θετικά ή και αρνητικά, πάνω σε φωτογραφικό χαρτί. Σ’ αυτές τις συνθέσεις-μωσαϊκά με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Composites» (σύνθετα), που τον απασχόλησαν είκοσι τουλάχιστον χρόνια, το ανθρώπινο στοιχείο αν και έντονο δεν παρουσιάζεται ξεκάθαρα, αλλά υποδηλώνεται από τις μαύρες φιγούρες ανθρώπων που ποζάρουν ή περπατούν στους δρόμους, αν και συχνά η όλη σύνθεση έχει ανθρωπόμορφο σχήμα.

Τα θέματα τού Metzker δεν στηρίζονται πάντα σε κάποια πρωτότυπη και πολύπλοκη τεχνική. Συχνά εμπνέεται από συγκεκριμένες τοποθεσίες και τότε αφιερώνει πολλά χρόνια φωτογραφίζοντας στα μέρη αυτά. Έρχεται συχνά στις Κυκλάδες, γοητευμένος από τα καθαρά νερά και το εκτυφλωτικό φως όπως επίσης ξοδεύει πολλά καλοκαίρια φωτογραφίζοντας στο New Mexico. Τονίζει εκείνες τις όψεις αυτών των χώρων που συνήθως περνούν απαρατήρητες στους περισσότερους, αν και αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το κάθε μέρος. Έτσι έλκεται από το αποκρουστικό έδαφος του New Mexico και τους σκληρούς ίσκιους που δημιουργεί ο ήλιος επάνω του, ή από τους ανοιχτούς ορίζοντες και τη λευκότητα των νησιών μας, τόσο, όσο κι από τους σκοτεινούς πολύβουους δρόμους τής Φιλαδέλφειας και του Σικάγο.

Σαν αντίδραση στο έρημο τοπίο τού New Mexico τού Metzker δημιούργησε μια σειρά φωτογραφιών που τις ονόμασε “Πλάσματα τής άμμου”. Σε αυτές τις φωτογραφίες εικονίζονται παραθεριστές στις παραλίες τής Atlantic City και ο φωτογράφος βρίσκει τον τρόπο για να εκφράσει τα πιο βαθιά συναισθήματα του για την ανθρωπότητα. Τα σώματα άκομψα μάλλον, γυμνά, απελευθερωμένα από κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού, ξαπλώνουν νωχελικά πάνω στη καυτή άμμο τής αμερικάνικης λουτρόπολης. Μοιάζουν χαλαρωμένα, ξέγνοιαστα, ανεπιτήδευτα. Οι περισσότεροι κοιμούνται και φαίνεται πως τίποτα δεν είναι ικανό να διακόψει τα όνειρά τους. Ο Metzker αγαπά αυτά τα πλάσματα και τα φωτογραφίζει με την αμεσότητα, την λεπτότητα και την τρυφεράδα που κάποιος άλλος θα φωτογράφιζε την οικογένειά του.

Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας ο Metzker δεν πολυσυμπαθεί τις κοινωνικές εκδηλώσεις και τις πολυπρόσωπες παρέες. Μένει μόνος του σ’ ένα παλιό σταθμό τής Πυροσβεστικής, που τον αναμόρφωσε ο ίδιος, περιστοιχισμένος από χιλιάδες βιβλία και δίσκους μουσικής, χωρίς συσκευή τηλεόρασης και χωρίς αυτοκίνητο. Προτιμά να περπατά στους πολύβουους δρόμους των μεγαλουπόλεων, μόνος ανάμεσα στο ανώνυμο πλήθος και να φωτογραφίζει απλά εφήμερα στοιχεία τής καθημερινότητας. Στη τελευταία του δουλειά “Ψίθυροι τής πόλης”, βλέπουμε ακριβώς από ποια θέματα συγκινείται. Πεζοί, σύννεφα, σημάδια στους τοίχους, μακριές σκιές που δημιουργεί ο ήλιος λίγο πριν τη δύση. Οι φωτογραφίες του δίνουν έντονα την αίσθηση τής αστάθειας, τής ρευστότητας. Πρόσωπα που σβήνουν στη σκιά, φιγούρες που ξεπροβάλλουν από ένα έντονο φωτισμό. Στους “ψίθυρους τής πόλης” ενσωματώνει ιδέες και δημιουργεί εικόνες που τον απασχολούσαν και στις προηγούμενες δουλειές του, χωρίς όμως τις τεχνικές επεξεργασίες στις οποίες κατέφευγε παλιά. Τώρα δεν χρειάζεται να συγχωνεύει δύο αρνητικά για να δημιουργήσει αμφιλεγόμενες φωτογραφίες του αρκεί να εκμεταλλεύεται στο ίδιο αρνητικό τις λαμπρές δέσμες φωτός που διαπερνούν σκιερές περιοχές. Ούτε χρειάζεται τους τεμαχισμούς και τις επανενώσεις που χρησιμοποιούσε στα φωτογραφικά μωσαϊκά του για να δημιουργήσει εντυπωσιακές συνθέσεις. Τα καταφέρνει συλλαμβάνοντας με το φακό του πολυεπίπεδες σκηνές. Είναι φανερό πια οτι φτάνει στη μεταμόρφωση, στην υπέρβαση, χρησιμοποιώντας την πραγματικότητα με την βεβαιότητα τού ώριμου καλλιτέχνη.