Ποια είναι η αντίδρασή σας αν σας πουν ότι το Στάλκερ είναι μια ταινία χωρίς ελπίδα;

Δεν ξέρω, δεν νομίζω. Πιστεύω ότι ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να στηρίζεται σε τέτοιο είδος συναισθημάτων, ότι πρέπει να έχει μια πνευματική σημασία, θετική, να φέρνει ελπίδα και πίστη. Δεν πιστεύω ότι η ταινία μου είναι χωρίς ελπίδα, ή τότε δεν είναι έργο τέχνης. Ακόμα και αν περιέχει στιγμές απελπισίας, συναισθήματα απελπισίας, κυριαρχεί επάνω τους. Είναι ένα είδος κάθαρσης. Είναι μία τραγωδία και μία τραγωδία δεν μπορεί να είναι χωρίς ελπίδα. Είναι μια ιστορία καταστροφής, που αφήνει όμως στον θεατή ένα συναίσθημα ελπίδας, εξαιτίας αυτής τής κάθαρσης που περιέγραψε ο Αριστοτέλης. Η τραγωδία εξαγνίζει τον άνθρωπο.

Από το βιβλίο του με φωτογραφίες και στίχους:

Η εικόνα δεν είναι ένα νόημα,
που εκφράζει ο σκηνοθέτης,
αλλά ολόκληρος ο κόσμος
αντικαθρεφτισμένος σε μια σταγόνα νερό.

Οτιδήποτε και αν εκφράζει-
ακόμα και την καταστροφή και τα ερείπια-
η καλλιτεχνική εικόνα
είναι εξ ορισμού η έκφραση τής ελπίδας,
είναι εμπνευσμένη από πίστη.
Η καλλιτεχνική δημιουργία
είναι εξ ορισμού μια άρνηση τού θανάτου.
Είναι επομένως αισιόδοξη,
ακόμα και αν στην έσχατη περίπτωση ο καλλιτέχνης θεωρηθεί τραγικός.
Επομένως δεν μπορεί να υπάρχουν
αισιόδοξοι καλλιτέχνες και απαισιόδοξοι καλλιτέχνες.
Υπάρχει μόνον το ταλέντο και η μετριότητα.

Μερικές φορές γεμίζω με μια αίσθηση
απόλυτης και πνιγηρής ευτυχίας,
η οποία με ταράζει στα βάθη τής ψυχής μου.
Και σ’ αυτές τις στιγμές αρμονίας
ο κόσμος γύρω μου
αρχίζει να μοιάζει έτσι όπως πράγματι είναι-
ισορροπημένος και γεμάτος νόημα.
Και η εσώτερη δομή μου
αντιστοιχεί στην έξω δομή τού σύμπαντος-
και αντίθετα.
Αυτές τις στιγμές νιώθω τον εαυτό μου παντοδύναμο.
Νιώθω ότι η αγάπη μου είναι ικανή για κάθε ηρωική πράξη,
Ότι όλα τα εμπόδια μπορεί να υπερπηδηθούν,
Ότι η θλίψη θα τελειώσει
και ότι ο πόνος μπορεί να μεταμορφωθεί σε όνειρα και ελπίδα.
Αυτή είναι μια από αυτές τις στιγμές.
Πιστεύω ότι η Larissa θα μπορέσει
να φέρει τον Andriushka εδώ,
και ότι θα πιούμε πορτοκαλάδα
και θα φάμε παγωτά στη Via Cola di Rienzo,
στο café Leroy.
Δεν το πιστεύω απλώς.
Γνωρίζω ότι έτσι θα γίνει.

Ένας νεαρός στο πλάι τού δρόμου κάνει οτοστόπ.
Σηκώνει το χέρι του, κανείς δεν σταματά.
Λυπημένο βλέμμα με ανοιχτόχρωμα μαλλιά.
Μού θύμισε τον Tyapa.
Θα μεγαλώσει κι αυτός,
Θα γίνει έφηβος
Και θα νιώθει μόνος.

Είμαστε εσταυρωμένοι σε ένα επίπεδο,
ενώ ο κόσμος είναι πολυδιάστατος.
Έχουμε επίγνωση τού γεγονότος,
αλλά βασανιζόμαστε από την αδυναμία μας
να μάθουμε την αλήθεια.
Δεν χρειάζεται όμως να τη μάθουμε.
Χρειάζεται να αγαπάμε.
Και να πιστεύουμε.
Η πίστη είναι γνώση με τη βοήθεια τής αγάπης.

Στερημένη από πνευματικότητα,
Η τέχνη κουβαλάει μέσα της την ίδια της την τραγωδία.
Γιατί ακόμα και μόνο για να αναγνωρίσει το πνευματικό κενό
τής εποχής όπου ζει,
ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει ειδικές ικανότητες
σοφίας και κατανόησης.
Ο πραγματικός καλλιτέχνης υπηρετεί πάντοτε την αθανασία,
παλεύοντας να κάνει αθάνατο τον κόσμο
και τον άνθρωπο μέσα στον κόσμο.

Andrei Tarkovsky

Αποσπάσματα από το βιβλίο του  «Σμιλεύοντας τον χρόνο»

Η γέννηση και ανάπτυξη τής σκέψης έχει δικούς της νόμους, και ορισμένες φορές απαιτεί μορφές έκφρασης διαφορετικές από τα πρότυπα τής λογικής σκέψης. Κατά τη γνώμη μου ο ποιητικός συλλογισμός είναι πιο κοντά στους νόμους με τους οποίους αναπτύσσεται η σκέψη, επομένως πιο κοντά στην ίδια τη ζωή.  Όταν λέω ποίηση δεν εννοώ κάποιο λογοτεχνικό είδος. Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα. Η ποίηση λοιπόν γίνεται φιλοσοφία που καθοδηγεί τον άνθρωπο όλη του τη ζωή.

Ορισμένες στιγμές τής ανθρώπινης ζωής μόνο με την ποίηση μπορούν να αναπαρασταθούν πιστά.

Η τέχνη λοιπόν, όπως και η επιστήμη, είναι μέσο για να αφομοιώσουμε τον κόσμο, αποτελεί εργαλείο γνώσης τού κόσμου στη διαδρομή των ανθρώπων προς την «απόλυτη αλήθεια».

Αλλά εδώ σταματά κάθε ομοιότητα ανάμεσα στις δύο ενσαρκώσεις τής επινοητικότητας τού ανθρώπινου πνεύματος με τις οποίες ο άνθρωπος δεν ανακαλύπτει απλώς, παρά δημιουργεί. Για την ώρα ας σημειώσουμε ότι οι αρχές που διέπουν τις δύο μορφές γνώσης, την επιστημονική και την αισθητική, διαφέρουν, αποκλίνουν σημαντικά.

Με την τέχνη κατακτά ο άνθρωπος την πραγματικότητα μέσα από μια υποκειμενική εμπειρία. Στην επιστήμη, η ανθρώπινη γνώση τού κόσμου προχωρεί ανεβαίνοντας μιαν ατέλειωτη κλίμακα, όπου νέες γνώσεις αντικαθιστούν τις παλαιές και συχνότατα η μία ανακάλυψη αναιρείται από την επόμενη, για χάρη μιας συγκεκριμένης αντικειμενικής αλήθειας. Η καλλιτεχνική ανακάλυψη παρουσιάζεται κάθε φορά σα νέα και μοναδική εικόνα τού κόσμου, σαν ιερογλυφικό τής απόλυτης αλήθειας. Εμφανίζεται σαν αποκάλυψη, σαν στιγμιαία παράφορη επιθυμία να γνωρίσουμε διαισθητικά και διαμιάς όλους τού νόμους τού παρόντος κόσμου – την ομορφιά και την ασχήμια του, τη συμπόνια και τη σκληρότητά του, την απεραντοσύνη και τα όριά του. Όλα αυτά ο καλλιτέχνης, αυτός ο sui generis ιχνευτής τού απόλυτου, τα εκφράζει δημιουργώντας την εικόνα. Η εικόνα προσφέρει μια γνώση τού απείρου: το αιώνιο μες στο πεπερασμένο, το πνεύμα στην ύλη, το απεριόριστο με συγκεκριμένη μορφή.

Ακόμα κι αν μια επιστημονική ανακάλυψη φανεί αποτέλεσμα έμπνευσης, ή έμπνευση τού επιστήμονα δεν έχει τίποτα το κοινό με την έμπνευση τού ποιητή. Γιατί η εμπειρική διαδικασία τής διανοητικής γνώσης δεν μπορεί να εξηγήσει πώς γεννιέται μια καλλιτεχνική εικόνα – εικόνα μοναδική, αδιαίρετη, επινοημένη σε διαφορετικό επίπεδο από τη νόηση. Κι εδώ τίθεται υπό αμφισβήτηση η ορολογία.

Στην επιστήμη τη στιγμή τής ανακάλυψης η διαίσθηση αντικαθιστά τη λογική. Στην τέχνη όπως και στη θρησκεία, η διαίσθηση ισοδυναμεί με πεποίθηση, με πίστη. Είναι κατάσταση τού νου και όχι τρόπος σκέψης. Η επιστήμη είναι εμπειρική, ενώ τη σύλληψη τής εικόνας την καθορίζει η δυναμική τής αποκάλυψης. Πιο συγκεκριμένα μιλώ για ξαφνικές εκλάμψεις, σα να ανοίγουν πρώτη φορά τα μάτια μας, όχι όμως ως προς κάτι επιμέρους, αλλά ως προς το σύνολο, το άπειρο, ό,τι δεν ταιριάζει με την ενσυνείδητη σκέψη.

Η τέχνη δεν σκέφτεται λογικά ούτε διατυπώνει κάποια λογική τής συμπεριφοράς. Εκφράζει το δικό της πιστεύω. Αν στην επιστήμη είναι δυνατόν να αιτιολογήσει κανείς την αλήθειας μιας περίπτωσης και να την αποδείξει λογικά στους αντιπάλους του, στην τέχνη, είναι αδύνατον να πείσεις κάποιον άλλο ότι έχεις δίκιο αν οι εικόνες σου τον άφησαν αδιάφορο, αν δεν κατάφεραν να τον κερδίσουν με μια νέα αλήθεια για τον κόσμο και τον άνθρωπο, αν, μόνος απέναντι στο έργο, απλούστατα βαρέθηκε.  

Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί «περιγραφές» τού κόσμου, συμμετέχει στη δημιουργία του.

Το άπειρο δεν μπορεί να γίνει ύλη. Αλλά μπορούμε να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση τού απείρου: την εικόνα.

Ασχήμια και ομορφιά περιέχουν η μία την άλλη. Αυτό το θαυμαστό παράδοξο, με όλο τον παραλογισμό του, διαποτίζει την ίδια τη ζωή, και, δημιουργεί στην τέχνη την πληρότητα όπου ένταση και αρμονία γίνονται ένα. Η εικόνα κάνει χειροπιαστή μια ενότητα όπου πολύμορφα διαφορετικά στοιχεία συγκλίνουν και εφάπτονται. Μιλούμε για την εικόνα, περιγράφουμε με λόγια την ουσία της, αλλά αυτή η περιγραφή δεν είναι ποτέ επαρκής. Δημιουργούμε μια εικόνα και την κάνουμε αισθητή. Μπορεί να γίνει αποδεκτή ή όχι, δεν μπορεί όμως να γίνει κατανοητή εγκεφαλικά. Την ιδέα τού απείρου δεν την εκφράζει κανείς με λόγια ούτε την περιγράφει, αλλά μπορεί να τη συλλάβει μέσω τής τέχνης που κάνει χειροπιαστό το άπειρο. Στο απόλυτο φτάνει κανείς με την πίστη και τη δημιουργική πράξη.

Ο μόνος όρος τού αγώνα για το δικαίωμα στη δημιουργία είναι η πίστη στην κλίση σου, η ετοιμότητα να υπηρετήσεις και η άρνηση να συμβιβαστείς. Η καλλιτεχνική δημιουργία απαιτεί από τον καλλιτέχνη να «χαθεί εντελώς» με την απόλυτη, τραγική έννοια τής έκφρασης αυτής.

Είναι λάθος όταν λέμε ότι ο καλλιτέχνης «αναζητά» το θέμα του. Στην πραγματικότητα το θέμα αναπτύσσεται σαν καρπός μέσα του και αρχίζει να απαιτεί έκφραση. Είναι κάτι σαν τοκετός. Ο ποιητής δεν μπορεί να υπερηφανευτεί για τίποτα, δεν είναι κύριος τής κατάστασης παρά υπηρέτης. Η δημιουργική εργασία είναι η μόνη εφικτή μορφή ύπαρξής του, και κάθε έργο του είναι σαν πράξη που δεν έχει τη δυνατότητα να την ακυρώσει. Για να γνωρίζει ότι η διαδοχή αυτών των πράξεων είναι η πρέπουσα και η σωστή, ότι βρίσκεται στη φύση των πραγμάτων, πρέπει να πιστεύει σ’ αυτό που κάνει, γιατί μόνο η πίστη αρθρώνει το σύστημα εικόνων (διάβαζε: σύστημα ζωής).

Η ιδιαίτερη λειτουργία τής τέχνης δεν είναι όπως διατείνονται συχνά, να διαδίδει ιδέες, να μεταδίδει σκέψεις, να χρησιμεύει για παράδειγμα. Σκοπός τής τέχνης είναι να ετοιμάσει τον άνθρωποι για το θάνατο, να οργανώσει και να καλλιεργήσει την ψυχή του, κάνοντάς τη να στραφεί στο καλό.

Όταν μάς συγκινήσει ένα αριστούργημα, αρχίζουμε να ακούμε το ίδιο κάλεσμα τής αλήθειας που ώθησε και τον καλλιτέχνη στη δημιουργική του πράξη. Ο δέκτης ενός καλλιτεχνικού έργου, δέχεται ένα μοναδικό, καθαρτήριο τραύμα, όταν δημιουργηθεί δεσμός ανάμεσα σ’ αυτόν και το έργο. Μέσα σ’ αυτό το φέγγος που ενώνει αριστουργήματα και κοινό γνωρίζουμε τις καλύτερες πλευρές τής ψυχής μας και ποθούμε να τις ελευθερώσουμε. Τέτοιες στιγμές αναγνωρίζουμε και ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, το απροσμέτρητο βάθος τού δυναμικού μας και την τελική έκταση των αισθημάτων μας.

Το ωραίο και το ολοκληρωμένο στην τέχνη, δηλαδή ό,τι χαρακτηρίζει το αριστούργημα – το βλέπω εκεί όπου είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις ή να διαλέξεις το παραμικρό στοιχείο στη μορφή ή στο περιεχόμενο χωρίς να ζημιώσεις το σύνολο. Σ’ ένα αριστούργημα κανένα συστατικό δεν έχει το προβάδισμα. Δεν μπορείς να «πιάσεις τον καλλιτέχνη στο παιχνίδι του» και να διατυπώσεις για λογαριασμό του τους τελικούς σκοπούς και τους αντικειμενικούς στόχους του. «Η τέχνη έγκειται στο να μην την προσέχεις» γράφει ο Οβίδιος. Και ο Ένγκελς δήλωσε ότι «όσο πιο καλυμμένες είναι οι απόψεις τού συγγραφέα τόσο το καλύτερο για το έργο τέχνης».

Είναι φανερό ότι η τέχνη δεν μπορεί να διδάξει τίποτα, εφόσον επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα δεν έμαθε απολύτως τίποτα.

Κάθε μορφή τέχνης γεννιέται και ζει σύμφωνα με τους δικούς της νόμους.

Ο καλλιτέχνης έχει καθήκον να είναι ήρεμος. Δεν έχει δικαίωμα να δείχνει τη συγκίνησή του, τη συμμετοχή του, να αδειάσει την ψυχή του στους θεατές. Κάθε συγκίνηση για κάτι πρέπει να αποκτήσει μορφή ολύμπιας αταραξίας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να μιλήσει ο καλλιτέχνης για πράγματα που τον συγκινούν.

Πράγματι, είναι τόσο εύκολο να γυρίσεις όμορφα μια σκηνή μόνο για εφέ, για τον έπαινο των άλλων... Ωστόσο, αρκεί να κάνεις ένα και μόνο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, κι είσαι χαμένος.

Δεν υπάρχει πιο άσκοπο πράγμα από τη λέξη «έρευνα» όταν εφαρμόζεται σ’ ένα έργο τέχνης. Κρύβει ανικανότητα, εσωτερικό κενό, έλλειψη αληθινής δημιουργικής συνείδησης, ταπεινή ματαιοδοξία. «Ένας καλλιτέχνης που ερευνά»: αυτές οι λέξεις αποτελούν απλώς προκάλυμμα των μετριοτήτων όταν αποδέχονται δουλειά κατώτερης ποιότητας. Ένα πείραμα που μένει στο στάδιο τού πειράματος και δεν αποτελεί στάδιο στη διαδικασία παραγωγής ενός έργου, στάδιο που το διένυσε μόνος του ο καλλιτέχνης, δεν πετυχαίνει το στόχο τής τέχνης.

Πράγματι στην τέχνη τού δεύτερου μισού τού 20ου αιώνα έχει χαθεί το μυστήριο. Ό,τι θεωρείται σήμερα τέχνη είναι στο μεγαλύτερο του μέρος μύθος, γιατί αποτελεί πλάνη η πίστη ότι η μέθοδος μπορεί να γίνει το νόημα και ο σκοπός τής τέχνης. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι σύγχρονοι καλλιτέχνες σπαταλούν νωθρά τον καιρό τους επιδεικνύοντας τη μέθοδό τους.

Το ζήτημα τής πρωτοπορίας είναι ιδιομορφία τού 20ου αιώνα, μιας εποχής όπου η τέχνη χάνει σταθερά την πνευματικότητά της. Η κατάσταση είναι χειρότερη σήμερα στις πλαστικές τέχνες, που δεν έχουν πια καμιά πνευματικότητα. Η αποδεκτή άποψη είναι ότι η κατάσταση αυτή αντανακλά την αποπνευμάτωση τής κοινωνίας. Και βέβαια, στο επίπεδο απλού παρατηρητή αυτής τής τραγωδίας, συμφωνώ: ακριβώς αυτό αντανακλά. Η τέχνη όμως δεν είναι παρατήρηση, αλλά και υπέρβαση. Ρόλος της είναι να δίνει πνευματικό όραμα στην πραγματικότητα, όπως έκανε ο Ντοστογιέφσκι, ο πρώτος που έδωσε έκφραση στην εκδηλωμένη μόλις τότε αρρώστια τού αιώνα.

Η έννοια τής πρωτοπορίας στην τέχνη δεν έχει νόημα. Καταλαβαίνω τη σημασία της στον αθλητισμό, λόγου χάρη. Στην τέχνη όμως θα σήμαινε πως αποδέχομαι την ιδέα τής προόδου για την τέχνη. Παρόλο που η πρόοδος έχει σημαντική θέση στην τεχνολογία, τελειότερα μηχανήματα, που μπορούν να εκπληρώσουν τη λειτουργία τους πιο καλά και πιο σωστά – πώς μπορεί να θεωρηθεί κανείς πιο προωθημένος στην τέχνη; Μπορεί να πει κανείς ότι ο Τόμας Μαν είναι καλύτερος από τον Σαίξπηρ;

Συνήθως οι άνθρωποι μιλούν για πειραματισμό και έρευνα σε σχέση με την πρωτοπορία. Τι μπορεί να σημαίνουν όμως αυτοί οι όροι; Πώς πειραματίζεται κανείς στην τέχνη; Δοκιμάζεις κάτι για να δεις πού θα καταλήξει; Αν όμως δεν πετύχει, εμείς δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από το ιδιωτικό πρόβλημα τού ανθρώπου που το πείραμά του απέτυχε. Το έργο τέχνης κουβαλάει μέσα του μια ακέραιη αισθητική και φιλοσοφική ενότητα, είναι οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Μπορεί κανείς να μιλήσει για πείραμα όταν αναφέρεται στη γέννηση ενός παιδιού; Είναι παράλογο και άηθες.

Η έρευνα ως διαδικασία (και μόνο έτσι μπορεί να τη δει κανείς) έχει την ίδια επίπτωση στο έργο που έχει σ’ ένα καλάθι μανιτάρια το να περπατάς στο δάσος με ένα καλάθι ψάχνοντας για μανιτάρια! Μόνο το γεμάτο καλάθι είναι έργο τέχνης. Το περιεχόμενο είναι πραγματικό και απόλυτο, ενώ ο περίπατος στο δάσος παραμένει προσωπική υπόθεση κάποιου που τού αρέσει το περπάτημα.

Ένα έργο γερνά εξαιτίας τής ενσυνείδητης προσπάθειας του να είναι εκφραστικό και σύγχρονο. Αυτά τα πράγματα δεν τα «πετυχαίνεις». Πρέπει να τα έχεις μέσα σου.

Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ολόκληρο το σύμπαν. Η ποιητική εικόνα όμως μπορεί να το εκφράσει ολόκληρο.

Η λειτουργία τής εικόνας, όπως είπε ο Γκόγκολ, είναι να εκφράσει την ίδια τη ζωή, όχι ιδέες ούτε απόψεις. Δεν σηματοδοτεί τη ζωή, δεν τη συμβολίζει, παρά τής δίνει σάρκα και οστά, εκφράζοντας τη μοναδικότητά της.

Όποιος προδίδει τις αρχές του δεν μπορεί ποτέ πια να έχει αγνή σχέση με τη ζωή. Συνεπώς, όταν ένας σκηνοθέτης λέει ότι θα φτιάξει μια εμπορική «σούπα» για να έχει μετά τη δύναμη και τα μέσα να γυρίσει την ταινία των ονείρων του απατάται οικτρά, ή κάτι χειρότερο: αυταπατάται. Ποτέ πια δεν θα κάνει την ταινία του.

Όποτε μιλούμε για «είδος» στον κινηματογράφο αναφερόμαστε κατά κανόνα σε εμπορικές ταινίες  - κωμωδία καταστάσεων, γουέστερν, ψυχολογικό δράμα, μελόδραμα, αστυνομική ταινία τρόμου, ή αγωνίας. Τι σχέση έχουν αυτά τα έργα με την τέχνη; Ανήκουν στα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας και απευθύνονται στον μαζικό καταναλωτή. Δυστυχώς όμως αυτή είναι η μορφή τού κινηματογράφου σήμερα, σχεδόν διεθνώς, μια μορφή που έχει επιβληθεί εξωτερικά, για εμπορικούς λόγους. Στον κινηματογράφο μόνο ένας τρόπος σκέψης υπάρχει: ο ποιητικός. Μόνο με την ποιητική προσέγγιση λύνεται καθετί ασυμφιλίωτο και παράδοξο, μόνο έτσι γίνεται ο κινηματογράφος επαρκής τρόπος έκφρασης των σκέψεων και των αισθημάτων τού δημιουργού.

Η αληθινή κινηματογραφική εικόνα χτίζεται πάνω στην καταστροφή τού «είδους» αφού συγκρουστεί μαζί του. Και τα ιδεώδη που κατά τα φαινόμενα θέλει να εκφράσει ο καλλιτέχνης με τον κινηματογράφο δεν περιορίζονται προφανώς στις παραμέτρους ενός συγκεκριμένου «είδους».Ποιο είναι το «είδος» τού Μπρεσόν; Κανένα. Ο Μπρεσόν είναι Μπρεσόν. Είναι είδος από μόνος του. Και ο Αντονιόνι, ο Φελλίνι, ο Μπέργκμαν, ο Κουροσάβα, ο Ντοβζένκο, ο Βιγκό, ο Μιζογκούτσι, ο Μπουνιουέλ, - ο καθένας ταυτίζεται με τον εαυτό του. Ακόμα και η έννοια «είδος» είναι κρύα σαν τάφος.

Άλλο να είσαι αστείος και άλλο να κάνεις τον κόσμο να γελά. Για να συμπάσχει μαζί σου το ακροατήριο, δεν σημαίνει ότι θα εκβιάσεις τα δάκρυά του. Η υπερβολή γίνεται αποδεκτή μόνο ως δομικό στοιχείο τού συνόλου, ένα στοιχείο στο σύστημα εικόνων τής ταινίας, κι όχι τής μεθόδου της. Η γραφή τού δημιουργού δεν πρέπει να είναι βαριά, τονισμένη ή καλλιγραφική.

Η τέχνη είναι μέσο γνώσης, και γι αυτό τείνει πάντοτε προς τη ρεαλιστική αναπαράσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια νατουραλισμό ή ηθογραφία. (Το χορικό πρελούδιο σε σι ελάσσονα τού Μπαχ είναι ρεαλιστικό, επειδή εκφράζει ένα όραμα αλήθειας).

Βέβαια τα κριτήρια με τα οποία η τέχνη διακρίνεται από τη μη τέχνη, από το επίπλαστο, είναι τόσο σχετικά, τόσο ακαθόριστα και αναπόδεικτα, που τίποτε δεν εμποδίζει να θεωρηθούν αισθητικά κριτήρια τα καθαρά χρησιμοθηρικά μέτρα αξιολόγησης – μέτρα που τα υπαγορεύει η επιθυμία για το μέγιστο δυνατό εμπορικό κέρδος ή κάποιο ιδεολογικό κίνητρο. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μακριά από τον αυθεντικό σκοπό τής τέχνης.

Η φύση τής τέχνης είναι αριστοκρατική και βεβαίως επιλεκτική όσον αφορά την απήχησή της στο κοινό. Ακόμα και στις «συλλογικές» εκδηλώσεις της, όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η απήχησή της συνδέεται με τα βαθύτερα συναισθήματα ενός ανθρώπου που έρχεται σε επαφή με ένα έργο. Όσο πιο πολύ το σημαδεύουν και το συνεπαίρνουν το άτομο αυτά τα συναισθήματα, τόσο πιο σημαντική θέση θα κατέχει το έργο στην εμπειρία του.

Ωστόσο η αριστοκρατική φύση τής τέχνης δεν απαλλάσσει καθόλου τον καλλιτέχνη από την ευθύνη του απέναντι στο κοινό και, αν θέλετε, απέναντι στην ανθρωπότητα. Κάθε άλλο. Ο καλλιτέχνης, επειδή έχει πλήρη συνείδηση σε ποια εποχή και σε ποιον κόσμο ζει, γίνεται η φωνή αυτών που δεν μπορούν να διατυπώσουν ή να εκφράσουν την άποψή τους για την πραγματικότητα.  

Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα τής λεγόμενης «ελευθερίας», ή «έλλειψης ελευθερίας» τού καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είναι ελεύθερος. Από καμιά άλλη ανθρώπινη ομάδα δεν λείπει περισσότερο η ελευθερία. Τον καλλιτέχνη τον δεσμεύει το τάλαντο, η κλίση του.

Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί, και δεν έχει το δικαίωμα να κατεβαίνει σε κάποιο αφηρημένο, τυποποιημένο επίπεδο για χάρη μιας παρεξηγημένης αντίληψης που απαιτεί έργο πιο προσιτό και πιο κατανοητό. Διαφορετικά, θα οδηγούσε την τέχνη σε παρακμή – και εμείς θέλουμε να ανθεί η τέχνη, πιστεύουμε ότι ο καλλιτέχνης έχει ακόμα πολλές ανεξερεύνητες πηγές να ανακαλύψει και ότι το κοινό θα έχει ακόμα πιο σοβαρές απαιτήσεις – ή, εν πάση περιπτώσει, θέλουμε να το πιστεύουμε.

Ο Μαρξ είπε ότι, «για να απολαύσεις την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτεχνικά διαπαιδαγωγημένος». Ο καλλιτέχνης δεν είναι δυνατό να θέτει στόχο του το να είναι κατανοητός – θα ήταν παράλογο όσο και το αντίθετό του: να προσπαθεί να είναι ακατανόητος.

Δεν είναι δυνατόν να κατανοούν όλοι εξίσου καλά έναν δημιουργό. Ωστόσο κάθε σκηνοθέτης δικαιούται να έχει τους δικούς του, λίγους ή πολλούς θιασώτες ανάμεσα στους θεατές τού κινηματογράφου. Αυτός είναι ο κανονικός όρος ύπαρξης τού μεμονωμένου καλλιτέχνη και όρος ανάπτυξης τής πολιτιστικής παράδοσης στην κοινωνία. Φυσικά, καθένας θέλει να βρει, όσο γίνεται περισσότερα συγγενικά πνεύματα που να τον εκτιμούν και να τον χρειάζονται. Δεν μπορεί όμως να υπολογίσει την επιτυχία του και να διαλέξει τις αρχές εργασίας του με τρόπο που να τη διασφαλίζουν. Όταν φροντίζει κανείς να ικανοποιήσει το κοινό, τότε πια μιλούμε για βιομηχανία διασκέδασης, για τον κόσμο τού θεάματος, για μάζες, για ό,τι άλλο θέλετε, αλλά σίγουρα όχι για τέχνη, η οποία υπακούει αναγκαστικά στους δικούς της νόμους ανάπτυξης, είτε μάς αρέσει είτε όχι.

Ένας σκηνοθέτης δεν έχει το δικαίωμα να κάνει προσπάθειες να γίνει αρεστός. Δεν έχει το δικαίωμα να αυτοπεριορίζεται στη δουλειά του για χάρη τής επιτυχίας, αλλιώς θα πληρώσει αναπόφευκτα το τίμημα: το σχέδιό του, ο στόχος του και η υλοποίησή τους δεν θα έχουν πια την ίδια σημασία γι αυτόν. Θα είναι σαν να έχει δεχτεί εξαρχής να χάσει το παιχνίδι. Ακόμα κι αν ξέρει εκ των προτέρων πως η δουλειά του δεν θα έχει πλατιά απήχηση, πάλι δεν έχει το δικαίωμα να επιφέρει αλλαγές σ’ αυτό που θέλησε να κάνει.

Όταν λέω ότι δεν μπορώ να επηρεάσω τη στάση τού κοινού απέναντί μου, προσπαθώ να διατυπώσω το δικό μου επαγγελματικό καθήκον, που είναι ολοφάνερο, απλούστατο: να κάνεις αυτό που πρέπει, να δώσεις ό,τι είναι δυνατόν να δώσεις και να κρίνεις τον εαυτό σου με τα πιο αυστηρά κριτήρια. Πώς να υπάρξει τότε θέμα να σκεφτείς για την «ικανοποίηση τού κοινού» ή να νοιαστείς να δώσεις στο κοινό «παράδειγμα προς μίμηση»; Ποιο κοινό; Τις ανώνυμες μάζες; Τα ρομπότ;

Δεν χρειάζονται πολλά για να αρέσει η τέχνη σε κάποιον: ψυχή ευαίσθητη, λεπτή, ευσυγκίνητη, ανοιχτή στο καλό και το ωραίο, ικανή για αυθόρμητη αισθητική εμπειρία. Στη Ρωσία το κοινό μου συμπεριλάμβανε πολλούς που δεν θα μπορούσαν να καυχηθούν για τις γνώσεις ή για τη μόρφωσή τους. Πιστεύω ότι η ευαισθησία απέναντι στην τέχνη δίνεται σε κάποιον τη στιγμή που γεννιέται, κι ύστερα εξαρτάται από την πνευματική του καλλιέργεια.

Αν αποδεχόμαστε άκριτα το γούστο των θεατών, προσπαθώντας να τους ευχαριστήσουμε, σημαίνει απλούστατα ότι δεν τους σεβόμαστε, ότι θέλουμε μόνο να πάρουμε τα λεφτά τους. Αντί να εκπαιδεύουμε το κοινό, προσφέροντάς του εμπνευσμένα έργα τέχνης, εκπαιδεύουμε τους καλλιτέχνες πώς να εξασφαλίζουν τα εισοδήματά τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό θα εξακολουθήσει ανενόχλητα και αυτάρεσκα να πιστεύει πως έχει δίκιο – πεποίθηση που σπάνια είναι δικαιολογημένη. Η αποτυχία μας  να αναπτύξουμε τα κριτήρια τού κοινού σημαίνει τελικά ότι το μεταχειριζόμαστε με πλήρη αδιαφορία.

Όλα αυτά τα ανέφερα επειδή θέλω να τονίσω την πίστη μου ότι η τέχνη πρέπει να εμφορείται από τη δίψα τού ανθρώπου για το ιδεώδες, πρέπει να αποτελεί έκφραση αυτής τής προσπάθειάς του. Πρέπει να δίνει ελπίδα και πίστη στον άνθρωπο. Κι όσο πιο απελπιστικός είναι ο κόσμος στην εκδοχή τού καλλιτέχνη, τόσο πιο καθαρά πρέπει να δούμε ίσως το ιδεώδες που τον αντιπαλεύει, αλλιώς η ζωή μας γίνεται αβίωτη!

Ο καλλιτέχνης θέλει να κλονίσει εκ βάθρων τη σταθερότητα τής κοινωνίας για να πλησιάσει περισσότερο το ιδεώδες. Η κοινωνία αποζητά τη σταθερότητα, ο καλλιτέχνης το άπειρο. Τον καλλιτέχνη τον ενδιαφέρει η απόλυτη αλήθεια, γι αυτό κοιτάζει μπροστά και βλέπει τα πράγματα πιο γρήγορα από τους άλλους.

Έχω ανάγκη να νιώθω ότι σ’ αυτό τον κόσμο διαδέχομαι κάτι, κάποιον, ότι δεν βρίσκομαι τυχαία εδώ. Μες στον καθένα μας πρέπει να υπάρχει κάποια κλίμακα αξιών. Στον Καθρέφτη ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να νιώσουν ότι ο Μπαχ, ο Περγκολέζι, το γράμμα τού Πούσκιν, το δύσκολο πέρασμα των στρατιωτών από τη λίμνη Σίβας και τα προσωπικά, οικεία γεγονότα, έχουν κατά κάποιον τρόπο ίση σημασία σαν ανθρώπινη εμπειρία. Για την πνευματική εμπειρία ενός ανθρώπου αυτό που συνέβη χτες μπορεί να σημαίνει το ίδιο με εκείνο που συνέβη στην ανθρωπότητα εκατό χρόνια πριν.

Πιστεύω ότι οι πληγές πάντοτε επουλώνονται μέσα από μια πνευματική κρίση. Αυτή η κρίση είναι απόπειρα να βρει κανείς τον εαυτό του, να αποκτήσει νέα πίστη. Είναι ο κλήρος κάθε ανθρώπου που έχει πνευματικούς στόχους. Δεν αποφεύγεται, εφόσον η ψυχή διψά για αρμονία και η ζωή είναι γεμάτη παραφωνία. Αυτή η διχοτόμηση αποτελεί το ερέθισμα για να κινηθούμε, την πηγή τού πόνου και ταυτόχρονα τής ελπίδας μας, επιβεβαίωση τού πνευματικού μας δυναμικού και βάθους.

Θεωρώ καθήκον μου να ερεθίζω τη σκέψη πάνω σε ό,τι ουσιαστικά ανθρώπινο και αιώνιο έχει κάθε ατομική ψυχή, πάνω σε πράγματα που ο άνθρωπος συνήθως τα προσπερνά, ακόμα και αν εξαρτάται από αυτά η μοίρα του. Ο άνθρωπος είναι απασχολημένος να κυνηγά φαντάσματα και να προσκυνά είδωλα. Στο τέλος όλα καταλήγουν σ’ ένα, και μάλιστα απλό στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί να υπολογίζει στη ζωή του: την ικανότητα να αγαπάει. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναπτυχθεί μες στην ψυχή και να γίνει ο υπέρτατος παράγοντας που καθορίζει το νόημα τής ζωής ενός ανθρώπου. Έργο μου είναι να κάνω τον θεατή που βλέπει τις ταινίες μου να συνειδητοποιήσει την ανάγκη του να αγαπάει και να τον αγαπούν, να καταλάβει ότι τον καλεί η ομορφιά κοντά της.

Δεδομένου ότι η τέχνη εκφράζει το ιδεώδες και τις βλέψεις τού ανθρώπου προς το άπειρο, δεν μπορούμε να τη ζέψουμε σε καταναλωτικούς στόχους χωρίς να βιάσουμε τη φύση της ... Το ιδεώδες αφορά πράγματα που δεν υπάρχουν στον κόσμο όπως τον γνωρίζουμε, παρά μάς υπενθυμίζει τι πρέπει να υπάρχει στο πνευματικό επίπεδο.

Τελικά, θα ‘θελα να εκμυστηρευτώ στον αναγνώστη ότι το μόνο που δημιούργησε ποτέ η ανθρωπότητα με πνεύμα αυταπάρνησης είναι η καλλιτεχνική εικόνα – και θέλω να με πιστέψει. Ίσως το νόημα κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας να βρίσκεται στην καλλιτεχνική συνείδηση, στην άσκοπη και ανιδιοτελή καλλιτεχνική πράξη.