Αποσπάσματα από το βιβλίο

«Η ωμότητα των πραγμάτων - Συζητήσεις τού (ζωγράφου) Francis Bacon με τον David Sylvester»

 

F.B. … είναι ένα από τα λίγα έργα που μπόρεσα να κάνω υπό την επίδραση τού ποτού. Νομίζω ότι το ότι με βοήθησε να είμαι λίγο πιο ελεύθερος.

D.S. Από τότε, μπόρεσες να κάνεις το ίδιο σε κανένα άλλο έργο;

F.B. Όχι, αλλά νομίζω πως καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια γίνομαι πιο ελεύθερος. Εννοώ ότι προσπαθώ να φτάσω σε μια κατάσταση ανάλογη μ’ αυτή που πετυχαίνει κανείς με τη χρήση είτε ναρκωτικών είτε αλκοόλ.

D.S. Ή με την υπερβολική κόπωση;

F.B. Υπερβολική κόπωση; Πιθανόν. Ή θέληση.

D.S. Τη θέληση να χάσει κανείς τη θέλησή του;

F.B. Ακριβώς. Τη θέληση να κάνει τον εαυτό του τελείως ελεύθερο. Η λέξη θέληση είναι λάθος γιατί πρόκειται για κάτι που τελικά μάλλον θα έπρεπε να το πεις απόγνωση. Γιατί προέρχεται από μιαν απόλυτη αίσθηση ότι είναι αδύνατον να τα κάνεις αυτά τα πράγματα, οπότε λες ας κάνω ό,τι να ‘ναι. Και απ’ αυτό το «ό,τι να ‘ναι» βλέπεις τι μπορεί να βγει.

F.B. Νομίζω πως έχω την τάση να καταστρέφω τα καλύτερα έργα, ή εκείνα που ως ένα βαθμό υπήρξαν καλύτερα. Προσπαθώ να τα προχωρήσω κι έτσι χάνουν τις αρετές τους, τα χάνουν όλα. Νομίζω πως έχω την τάση να καταστρέφω τα καλύτερα έργα.

D.S. Έχεις την επιθυμία να τα δείχνεις στον κόσμο; Θα σε πείραζε αν δεν τα έβλεπε ποτέ κανείς;

F.B. Δεν θα με πείραζε. Όχι. Είναι πάρα πολύ λίγοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν με την κριτική τους και θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος αν άρεσα κάπως σ’ αυτούς. Κατά τ’ άλλα δεν με πολυνιάζει.

F.B. Έτσι όπως είναι μπλεγμένη η ζωγραφική σήμερα, όταν υπάρχουν πολλές φιγούρες στο ίδιο τελάρο είναι μοιραίο να συνδέονται μεταξύ τους μ’ έναν περίτεχνο μύθο. Και μόλις ο μύθος γίνει περίτεχνος, αρχίζει η πλήξη. Ο μύθος αρχίζει να φωνάζει πιο δυνατά απ’ το έργο.

F.B. ......Νομίζω πως τώρα ο άνθρωπος έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι μια μάταιη ύπαρξη, ένα τυχαίο συμβάν, ότι είναι υποχρεωμένος να παίξει ένα παιχνίδι χωρίς λόγο. Νομίζω πως ακόμη και ο Βελάσκεθ όταν ζωγράφιζε, ακόμα και ο Ρέμπραντ, ανεξάρτητα από τη στάση τους απέναντι στη ζωή, κατά κάποιον τρόπο καθορίζονταν από ορισμένους τύπους θρησκευτικών δυνατοτήτων, που σήμερα πια μπορείς να πεις ότι ο κόσμος έχει διαγράψει εντελώς. Βέβαια αυτό που κάνει τώρα ο άνθρωπος είναι να ξεγελάσει για λίγο τον εαυτό του αγοράζοντας ένα είδος αθανασίας από τους γιατρούς, στην προσπάθειά του να παρατείνει τη ζωή. Έτσι και η τέχνη σήμερα έχει γίνει ένα είδος παιχνιδιού με το οποίο ξεχνιέται κανείς. Βέβαια μπορείς να πεις ότι πάντα ήταν έτσι, όμως σήμερα είναι αποκλειστικά έτσι. Και νομίζω ότι ως προς αυτό έχουν αλλάξει τα πράγματα, και ότι το συναρπαστικό τώρα είναι ότι θα γίνουν πιο δύσκολα για τον καλλιτέχνη γιατί για να είναι καλός, θα πρέπει να εμβαθύνει πραγματικά στο παιχνίδι.

F.B. Μα γενικά η τέχνη δεν είναι κάτι τέτοιο; Πάντα δεν απαιτείς από κάτι να είναι όσο το δυνατόν πιο πραγματικό και συγχρόνως βαθιά υπαινικτικό ή να κεντρίζει περιοχές τής αίσθησης πέρα απ’ την απλή εικονογράφηση ενός αντικειμένου;

F.B. Ένας από τους λόγους που δεν μού αρέσει η αφηρημένη ζωγραφική, ή που δεν με ενδιαφέρει, είναι πως ενώ η ζωγραφική είναι διττή, η αφηρημένη ζωγραφική είναι ένα αποκλειστικά αισθητικό πράγμα. Μένει πάντα σ’ ένα επίπεδο. Ενδιαφέρεται μόνο για την ομορφιά των μοτίβων και σχημάτων της. Ξέρουμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι καλλιτέχνες, έχουν πολλών ειδών απείθαρχα συναισθήματα και νομίζω ότι οι αφηρημένοι ζωγράφοι πιστεύουν πως, με τα ίχνη που φτιάχνουν, καταγράφουν αυτά τα συναισθήματα. Νομίζω όμως ότι, καταγραμμένα με τέτοιο τρόπο, είναι πολύ αδύναμα για να μεταφέρουν οτιδήποτε. Πιστεύω πως η μεγάλη τέχνη είναι βαθιά τακτοποιημένη. Ακόμα και όταν μέσα στην τάξη υπάρχουν πολύ ενστικτώδη και τυχαία πράγματα, πιστεύω πως όλα αυτά βγαίνουν από μια επιθυμία τακτοποίησης και επαναφοράς τού γεγονότος στο νευρικό σύστημα με πιο βίαιο τρόπο.

F.B.Νομίζω πως μόνο ο χρόνος μπορεί να μιλήσει για τη ζωγραφική. Κανένας ζωγράφος, όσο ζει, δεν ξέρει αν αυτό που κάνει είναι έστω και ελάχιστα καλό. Πιστεύω ότι χρειάζονται τουλάχιστον 75 με 100 χρόνια για να αρχίσει το πράγμα να αποδεσμεύεται από τις θεωρίες που έχουν συγκροτηθεί γύρω από αυτό. Επίσης πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πλησιάζουν ένα έργο μέσα απ’ τις θεωρίες και όχι απ’ αυτό που είναι το ίδιο. Η μόδα υποδεικνύει, ποια πράγματα θα ‘πρεπε να σε συγκινήσουν και ποια δεν θα ‘πρεπε .

F.B. ....... πάντως είναι βέβαιο ότι τα τοπία με ενδιαφέρουν λιγότερο. Νομίζω πως η τέχνη έχει μιαν εμμονή στη ζωή και τελικά, μια και είμαστε άνθρωποι, η εντονότερη έμμονη ιδέα μας είναι ο εαυτός μας. Ακολουθούν, ίσως, τα ζώα και μετά τα τοπία.

F.B. Δεν θέλω να αποφύγω την αφήγηση ενός μύθου, αλλά θέλω πολύ να κάνω αυτό που έλεγε ο Βαλερύ – να δώσω την αίσθηση χωρίς την πλήξη τού φορέα της. Και η πλήξη αρχίζει απ’ τη στιγμή που μπαίνει στη μέση ο μύθος.

D.S. Μιλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε στην πολύ απομονωμένη θέση στην οποία βρίσκεται η δουλειά σου. Η απομόνωση είναι βέβαια μια μεγάλη πρόκληση, αλλά δεν νομίζεις ότι είναι συγχρόνως περιοριστική; Δεν θα προτιμούσες να ανήκεις σε μια ομάδα καλλιτεχνών που δουλεύουν προς μια ανάλογη κατεύθυνση;

F.B. Νομίζω πως κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ συναρπαστικό. Να δουλεύεις μαζί με άλλους και να μπορείς να ανταλλάσσεις. Νομίζω θα ήταν τρομερά όμορφο να έχεις κάποιον να συζητάς. Σήμερα δεν υπάρχει απολύτως κανείς με τον οποίο να μπορώ να συζητήσω. Ίσως να είμαι άτυχος και να μην έχω βρεθεί με τέτοιους ανθρώπους. Αυτοί που γνωρίζω είχαν πάντα διαφορετική στάση απ’ τη δική μου. Πάντως νομίζω ότι οι καλλιτέχνες μπορούν πραγματικά να βοηθούν ο ένας τον άλλον. Ο ένας μπορεί να ξεκαθαρίζει τα πράγματα για λογαριασμό τού άλλου. Πάντα είχα στο μυαλό μου τη φιλία σαν μια σχέση δύο ανθρώπων που ο ένας διαμελίζει τον άλλο και ίσως έτσι να μαθαίνει από τον άλλον.

D.S. ........ίσως θάθελες να μού πεις με τι αισθάνεσαι ότι ασχολείται η ζωγραφική σου, πέρα από την πραγμάτωση τής παρουσίας;

F.B. Ασχολείται με την ψυχή μου, ασχολείται – ας το πω με τρόπο που να ηχεί ευχάριστα – με την εύθυμη απόγνωσή μου.

D.S. Φαντάζεσαι ότι θα μπορούσες να φτάσεις σ’ ένα επίπεδο όπου θα είχες τέτοια ελευθερία στο χειρισμό τού πινέλου, ώστε να μη χρειάζεται να διακόπτεις αυτή τη διαδικασία με άλλες τεχνικές;

F.B. Μα χρησιμοποιώ αυτές τις τεχνικές μόνο και μόνο για να εξαρθρώσω τη διαδικασία που λες. Η μισή ζωγραφική μου δραστηριότητα είναι μια προσπάθεια καταπολέμησης αυτού που μπορώ να κάνω με ευκολία.

F.B. ...... βλέπεις, είναι αδύνατο να μιλάει κανείς για το τυχαίο όταν δεν ξέρει τι ακριβώς είναι.... Είναι σα να προσπαθείς να εξηγήσεις το ασυνείδητο. Εξάλλου και η συζήτηση για τη ζωγραφική είναι αδιέξοδη. Δεν κάνεις τίποτε άλλο απ’ το να συζητάς περί τη ζωγραφική. Αν μπορούσες να εξηγήσεις τη ζωγραφική σου, θα μπορούσες να εξηγήσεις τα ένστικτά σου.

D.S. ……..μπορείς να εξηγήσεις γιατί μια εικόνα τείνει να μοιάζει τόσο πιο αναπόφευκτη όσο περισσότερο στηρίζεται σ’ ένα τυχαίο συμβάν, ένα ατύχημα;

F.B. Επειδή έχει γίνει ανεμπόδιστα. Μοιάζει να είναι πιο φρέσκια. Οι αρθρώσεις τής φόρμας που έχει προκύψει τυχαία μοιάζουν να είναι πιο οργανικές και δουλεύουν μ’ αυτόν τον αναπόφευκτο τρόπο.

D.S. Το κλειδί, λοιπόν, είναι η έλλειψη επέμβασης;

F.B. Ναι. Η θέληση έχει υποταχθεί στο ένστικτο.

F.B. ............ νομίζω πως ένα μεγάλο μέρος τής δημιουργίας οφείλεται στην αυτοκριτική τού καλλιτέχνη και νομίζω πως αυτό που συχνά κάνει έναν καλλιτέχνη καλύτερο από έναν άλλον είναι η οξύτερη κριτική του αίσθηση. Μπορεί να μην είναι πιο προικισμένος αλλά απλώς να έχει οξύτερη κριτική αίσθηση.

F.B. .......πρέπει να συντέμνεις με στόχο την ένταση.

D.S. Απ’ αυτά που λες μού φαίνεται πως εκείνο που τελικά έχει μεγαλύτερη σημασία για σένα δεν είναι η άμεση αναφορά τού έργου στην πραγματικότητα, αλλά η ένταση ανάμεσα σε αντιπαρατιθέμενες αναφορές σε διαφορετικές πραγματικότητες, και ακόμα η ένταση ανάμεσα στην αναφορά, στην πραγματικότητα κα την τεχνητή κατασκευή με την οποία έχει υλοποιηθεί.

F.B. Η πραγματικότητα τού θέματος παγιδεύεται μέσα σ’ αυτή την τεχνητή κατασκευή. Η παγίδα πιάνει το περιεχόμενο και αφήνει πάνω στο έργο μόνον την πραγματικότητα. Πάντα αρχίζει κανείς να δουλεύει με το θέμα, ανεξάρτητα απ’ το πόσο δυσδιάκριτο είναι αυτό, και φτιάχνει μια τεχνητή κατασκευή που τον βοηθάει να παγιδεύσει την πραγματικότητα τού περιεχομένου, που ήταν η αφετηρία του.

D.S. Το θέμα παίζει το ρόλο τού δολώματος;

F.B. Το θέμα είναι το δόλωμα.

D.S. Και ποια είναι η πραγματικότητα που μένει πάνω στο έργο; Ποιο είναι το κατακάθι; Πώς συνδέεται με το πράγμα απ’ το οποίο ξεκίνησες;

F.B. Δεν συνδέεται απαραίτητα, δημιουργείται όμως ένας ρεαλισμός ισοδύναμος με το περιεχόμενο το οποίο τελικά μένει πάνω στο έργο. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις και ξεκινάς απ΄ το θέμα που σιγά σιγά, αν όλα πάνε καλά, ξεθωριάζει και αφήνει αυτό το κατακάθι που ονομάζουμε πραγματικότητα και που ίσως έχει κάποια πολύ δυσδιάκριτη σχέση με το αρχικό θέμα, αν και πολύ συχνά έχει πολύ μικρή σχέση μαζί του.

F.B. Προσπαθώ να χρησιμοποιώ κατά το δυνατόν τους πιο ουδέτερους τίτλους. Έτσι σχεδόν πάντα ονομάζω τα έργα. Σπουδές αυτού ή εκείνου τού πράγματος. Ένας λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι τής Marlborough Gallery προσθέτουν τους τίτλους είναι ότι θέλουν να θυμούνται ποια είναι τα συγκεκριμένα έργα. Κυρίως όμως επειδή θέλουν να κάνουν εκθέσεις ή ό,τι άλλο μ’ αυτά τα πράγματα, τους είναι ευκολότερο να υπάρχει μια ταμπέλα με τίτλο από κάτω.... Όμως πραγματικά θέλω τα έργα μου να μένουν κατά το δυνατόν ανώνυμα και ο κόσμος να διαβάζει σ’ αυτά ό,τι τού αρέσει, γιατί νομίζω πως οι τίτλοι εμπεριέχονται στις εικόνες και ο κόσμος μπορεί να τις διαβάζει όπως θέλει.

F.B. … δεν προσπαθώ να πω τίποτα, προσπαθώ να κάνω κάτι.

D.S. Πραγματικά δουλεύεις χωρίς να σκέφτεσαι κάποιο κοινό;

F.B. Δουλεύω για τον εαυτό μου. Για ποιον άλλο λόγο θα δούλευα; Πώς είναι δυνατόν να δουλεύεις για ένα κοινό; Πώς μπορείς να φαντασθείς τι θέλει ένα κοινό; Δεν έχω να συγκινήσω κανέναν άλλον απ’ τον εαυτό μου, έτσι πάντα ξαφνιάζομαι όταν η δουλειά μου αρέσει σε κάποιον άλλον.

D.S. Ποια νομίζεις ότι είναι ιδιαίτερα σήμερα τα ουσιαστικά πράγματα που κάνουν έναν καλλιτέχνη;

F.B. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλά πράγματα. Ένα απ’ αυτά είναι ότι αν αποφασίσεις να γίνεις ζωγράφος πρέπει παράλληλα να αποφασίσεις ότι δεν θα φοβάσαι να γελοιοποιηθείς. Κάτι άλλο είναι ότι θα πρέπει να βρεις θέματα που πραγματικά να σε απορροφά η προσπάθεια να τα φτιάξεις. Αισθάνομαι ότι χωρίς θέμα πέφτεις αυτόματα στο διακοσμητισμό, γιατί δεν έχεις το θέμα που σε εξαναγκάζει να το προσεγγίσεις – και η μεγάλη τέχνη πάντα ασχολείται με την έκθεση τής φθαρτής φύσης τού ανθρώπου. Ακόμη, για να γίνεις ζωγράφος, νομίζω ότι πρέπει να ξέρεις, έστω και στοιχειωδώς, την ιστορία τής τέχνης......