“Μερικές φορές έχεις την εντύπωση ότι πήρες την πιο δυνατή φωτογραφία, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζεις να φωτογραφίζεις, μη μπορώντας να προβλέψεις με βεβαιότητα, με ποιο τρόπο θα συνεχίσει να εξελίσσεται το γεγονός. Αποφεύγεις όμως να πολυβολείς και να φωτογραφίζεις μηχανικά και γρήγορα, για να μην υπερφορτωθείς έτσι με άχρηστα σκίτσα, που βαραίνουν τη μνήμη και που θα βλάψουν την καθαρότητα τού αποτελέσματος...

“Για μάς υπάρχουν δύο στάδια επιλογών και κατά συνέπεια δύο πιθανές απογοητεύσεις. Το ένα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι μέσα από το σκόπευτρο με την πραγματικότητα. Και το άλλο, όταν, αφού εμφανιστούν οι εικόνες, αναγκαζόμαστε να αποχωριστούμε αυτές, που, αν και σωστές, είναι λιγότερο δυνατές. Όταν είναι πια πολύ αργά ξέρουμε με ακρίβεια πού υπήρξαμε ανεπαρκείς. Συχνά, κατά τη διάρκεια τής δουλειάς, ένας δισταγμός, μια φυσική αποκοπή από το γεγονός, μάς έδωσε την εντύπωση ότι δεν πήραμε υπόψη αυτή τη λεπτομέρεια από το σύνολο. Κυρίως, πράγμα πολύ συχνό, το μάτι αφέθηκε στη νωχέλεια, το βλέμμα έγινε αόριστο, κι αυτό ήταν αρκετό...

“Για τον καθένα μας από το μάτι ξεκινάει και ανοίγεται ένας χώρος, που διευρύνεται μέχρι το άπειρο. Χώρος υπαρκτός, που μάς χτυπάει με περισσότερη ή λιγότερη ένταση και που πρόκειται αμέσως να εγκλωβιστεί μέσα στη μνήμη μας και εκεί να τροποποιηθεί...

“Πώς μπορεί κανείς να αρνηθεί το θέμα; Επιβάλλεται από μόνο του. Και επειδή υπάρχουν θέματα σε ό,τι συμβαίνει στον κόσμο, αλλά και στον πιο προσωπικό μας χώρο, αρκεί να είναι κανείς οξυδερκής απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν και τίμιος απέναντι σ’ αυτά που νοιώθει. Να τοποθετηθεί, δηλαδή, σε σχέση με αυτό που βλέπει. Το θέμα δεν συνίσταται στην συλλογή γεγονότων, γιατί τα γεγονότα από μόνα τους δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον. Το σημαντικό είναι διαλέγει κανείς ανάμεσα σ’ αυτά. Να συλλαμβάνει το αληθινό γεγονός σε σχέση με τη βαθιά πραγματικότητα. Στη φωτογραφία το πιο μικρό πράγμα μπορεί να είναι ένα μεγάλο θέμα. Η ασήμαντη ανθρώπινη λεπτομέρεια να γίνει ένα leitmotiv. Βλέπουμε, και κάνουμε να βλέπουνε, εν είδει μαρτυρίας τον κόσμο που μάς περιβάλλει. Και είναι το γεγονός με την καθαρά δική του λειτουργία, που προκαλεί τον οργανικό ρυθμό τής φόρμας. Όσο για το πώς να το εκφράσουμε, υπάρχουν χίλιοι τρόποι να διυλίσουμε αυτό που μάς γοήτευσε. Ας αφήσουμε επομένως σ’ αυτό που δεν ονομάζεται όλη την φρεσκάδα του κα ας μη μιλάμε πια γι’ αυτό...

“Μού φαίνεται αρκετά επικίνδυνο να είσαι πορτραιτίστας, όταν δουλεύεις επί παραγγελία για πελάτες, διότι, με την εξαίρεση ολίγων μαικηνών, ο καθένας θέλει να τον κολακεύεις. Έτσι δεν μένει πλέον τίποτα αληθινό. Οι πελάτες είναι δύσπιστοι απέναντι στην αντικειμενικότητα τής μηχανής, ενώ ο φωτογράφος αναζητεί μια ψυχολογική οξύτητα. Δύο αντανακλάσεις συναντώνται και μία συγγένεια διαγράφεται ανάμεσα σε όλα τα πορτραίτα που κάνει ο ίδιος ο φωτογράφος, διότι η αντίληψη για τούς ανθρώπους είναι δεμένη με την ψυχολογική δομή τού ίδιου τού φωτογράφου. Η αρμονία προκύπτει αναζητώντας την ισορροπία δια μέσου τής ασυμμετρίας κάθε προσώπου, πράγμα που σε κάνει να αποφεύγεις την γλυκερότητα ή το γκροτέσκο… Από το ψευδοκατασκεύασμα μερικών πορτραίτων, προτιμώ κατά πολύ αυτές τις μικρές φωτογραφίες ταυτότητας, που είναι κολλημένες η μία πλάι στην άλλη στις βιτρίνες των φωτογραφείων. Σ΄ αυτά τα πρόσωπα μπορείς πάντοτε να θέσεις μιαν ερώτηση, και ανακαλύπτεις τουλάχιστον μια καταγραφική ταυτότητα, αφού δεν υπάρχει η ποιητική ταυτότητα που ήλπιζες να συναντήσεις...

“Για να κερδίζει το θέμα όλη του την ένταση, η φόρμα πρέπει να έχει ανιχνευθεί με αυστηρότητα. Πρέπει να τοποθετήσουμε τη φωτογραφική μηχανή μέσα στον χώρο σε σχέση με το αντικείμενο. Εκεί ξεκινάει το σημαντικό πεδίο τής σύνθεσης. Η φωτογραφία, για μένα, είναι η αναγνώριση μέσα στην πραγματικότητα ενός ρυθμού επιπέδων, γραμμών και αξιών. Το μάτι απομονώνει το θέμα και η μηχανή δεν έχει παρά να κάνει τη δουλειά της, που είναι να αποτυπώνει πάνω στο φιλμ την απόφαση τού ματιού. Βλέπουμε μια φωτογραφία στο σύνολό της, με μια ματιά, όπως έναν πίνακα. Η σύνθεση είναι μια ταυτόχρονη συμμαχία, η οργανική τακτοποίηση οπτικών στοιχείων. Δεν συνθέτει κανείς χωρίς λόγο. Χρειάζεται να υπάρχει ανάγκη και δεν μπορεί κανείς να χωρίσει την ουσία από τη φόρμα. Στη φωτογραφία υπάρχει μια νέα πλαστική αισθητική, λειτουργία στιγμιαίων γραμμών. Δουλεύουμε μέσα στην κίνηση, ένα είδος προαίσθηση τής ζωής, και η φωτογραφία πρέπει να συλλάβει μέσα στην κίνηση την εκφραστική ισορροπία. Το μάτι μας πρέπει συνεχώς να μετράει, να υπολογίζει. Τροποποιούμε την προοπτική με μια μικρή κλίση των γονάτων, οδηγούμε σε σύμπτωση τις γραμμές με μια μικρή μετατόπιση τού κεφαλιού κατά ένα κλάσμα τού χιλιοστού, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά με ενστικτώδη ταχύτητα, πράγμα που μάς προφυλάσσει, ευτυχώς, από την προσπάθεια να κάνουμε “Τέχνη”. Συνθέτει κανείς σχεδόν ταυτόχρονα με το πάτημα τού κουμπιού και τοποθετώντας τη μηχανή περισσότερο ή λιγότερο μακριά από το θέμα, σχεδιάζει τη λεπτομέρεια, την τιθασεύει ή βασανίζεται από αυτήν… Η σύνθεση πρέπει να μάς απασχολεί διαρκώς, αλλά τη στιγμή που φωτογραφίζουμε δεν μπορεί παρά να είναι διαισθητική, γιατί παλεύουμε με φευγαλέες στιγμές, καθώς οι σχέσεις αλλάζουν αδιάκοπα...

“Αν κόψει κανείς έστω και λίγο μια καλή φωτογραφία, καταστρέφει μοιραία αυτό το παιχνίδι αναλογιών, και από την άλλη είναι πολύ σπάνιο μια αδύνατη κατά την λήψη της σύνθεση να σωθεί, αν επιχειρήσει κανείς να την επανασυνθέσει στον σκοτεινό θάλαμο: το ακέραιον τής ματιάς δεν θα υπάρχει πια...

“Μια φωτογραφία είναι, για μένα η ταυτόχρονη αναγνώριση, σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, από τη μια τής σημασίας ενός γεγονότος, και από την άλλη τής αυστηρής οργάνωσης των μορφών, που αντιλαμβανόμαστε οπτικά και που εκφράζουν το γεγονός αυτό. Όσο ζούμε ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, την ίδια ώρα που ανακαλύπτουμε τον εξωτερικό κόσμο. Αυτός μάς διαμορφώνει αλλά μπορούμε να τον επηρεάσουμε. Μια ισορροπία πρέπει να επιτυγχάνεται ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους, τον εσωτερικό και τον εξωτερικό, οι οποίοι σε μόνιμο διάλογο δεν σχηματίζουν παρά έναν και είναι αυτός ο κόσμος που πρέπει να εκφράσουμε. Αλλά αυτό δεν αφορά παρά το περιεχόμενο τής εικόνας και, για μένα, το περιεχόμενο δεν μπορεί να αποκολληθεί από τη φόρμα. Με τη λέξη φόρμα εννοώ μιαν αυστηρή αισθητική οργάνωση, μέσω τής οποίας, και μόνον, είναι συγκεκριμένες και μεταβιβάσιμες οι αντιλήψεις και συγκινήσεις μας. Στην φωτογραφία, αυτή η οπτική οργάνωση δεν μπορεί παρά να είναι το γεγονός μιας αυθόρμητης αίσθησης πλαστικών ρυθμών”.

(Αποσπάσματα από το βιβλίο τού H.C.B., που εξεδόθη στη Γαλλία το 1952 με τον τίτλο “Εικόνες στα πεταχτά” και στην Αμερική με τον τίτλο “Αποφασιστική στιγμή”)


“Επηρεάστηκα από τον Σουρεαλισμό ως έννοια, ως στάση ζωής, αλλά έχω μεγάλες επιφυλάξεις για τη σουρεαλιστική ζωγραφική, η οποία μου φαίνεται υπερβολικά φιλολογίζουσα. Η μόνη πλευρά τού φαινομένου τής φωτογραφίας που με ενθουσιάζει και που πάντοτε θα με ενδιαφέρει, είναι η διαισθητική σύλληψη μέσω τής μηχανής όσων βλέπουμε. Αυτό είναι που ο Breton ονόμασε το “αντικειμενικά τυχαίο” στις “Συνομιλίες” του...

“Η φωτογραφία δεν άλλαξε από τότε που γεννήθηκε, εκτός από την τεχνικής της πλευρά, η οποία εμένα δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Η φωτογραφία μοιάζει να είναι μια εύκολη ασχολία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διαδικασία αμφιλεγόμενη και ποικιλόμορφη, στην οποία το μόνο κοινό συνδετικό στοιχείο μεταξύ εκείνων που την εφαρμόζουν είναι το εργαλείο...

“Η “κατασκευασμένη” ή σκηνοθετημένη φωτογραφία δεν με αφορά. Και αν διατυπώσω κάποιο σχόλιο θα είναι ψυχολογικού ή κοινωνιολογικού επιπέδου… Μόνο με οικονομία μέσων φθάνεις σε απλότητα έκφρασης. Πρέπει να παίρνεις φωτογραφίες με τον μεγαλύτερο σεβασμό για το θέμα και τον εαυτό σου. Το να φωτογραφίζεις είναι σαν να κρατάς την αναπνοή σου, όταν όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο πρόσωπο τής φευγαλέας πραγματικότητας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, το να κυριαρχήσεις πάνω στην εικόνα αποτελεί μια μεγάλη οργανική και διανοητική χαρά. Το να φωτογραφίζεις σημαίνει να αναγνωρίζεις -ταυτοχρόνως και μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου- το γεγονός καθεαυτό και την αυστηρή οργάνωση τής οπτικά αντιληπτής φόρμας που τού δίνει νόημα. Είναι σα να βάζεις το μυαλό, το μάτι και την καρδιά στην ίδια ευθεία. Όσο για μένα, το να φωτογραφίζω είναι ένα μέσον αντίληψης, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από άλλα μέσα οπτικής έκφρασης. Είναι ένας τρόπος να φωνάζεις, να απελευθερώνεσαι και όχι ένας τρόπος να αποδεικνύεις και να διακηρύττεις την πρωτοτυπία σου. Είναι ένας τρόπος ζωής...

“Απαιτείται μια οπτική παιδεία από την αρχή τού σχολείου. Θάπρεπε να διδάσκεται ακριβώς όπως η λογοτεχνία, η ιστορία ή τα μαθηματικά. Σε μια γλώσσα όλοι μαθαίνουν πρώτα τη γραμματική. Αυτό που ενισχύει το περιεχόμενο μιας φωτογραφίας είναι η αίσθηση τού ρυθμού, η σχέση μεταξύ σχημάτων και αξιών. Για να αναφέρουμε τον Victor Hugo: “Φόρμα είναι η ουσία που έρχεται στην επιφάνεια...

“Οι πολύ καλές φωτογραφίες μου εξακολουθούν να είναι σπάνιες, ακόμα κι αν ο μέσος όρος μου έχει βελτιωθεί...

“Δεν με ενδιέφερε ποτέ η ντοκουμενταρίστικη πλευρά τής φωτογραφίας, παρά μόνον σαν ποιητική έκφραση. Μόνον η φωτογραφία που πηγάζει από τη ζωή με ενδιαφέρει. Η χαρά να κοιτάζεις, η ευαισθησία, ο αισθησιασμός, η φαντασία, όλα όσα έχει κανείς στην καρδιά του, συναντώνται στο σκόπευτρο τής φωτογραφικής μηχανής. Αυτή η χαρά θα υπάρχει για μένα πάντοτε.”

(Αποσπάσματα από συνέντευξη τού Henri Cartier - Bresson στον Paul Hill και στον Thomas Cooper το 1977).


“Για μένα η φωτογραφία υπήρξε απλώς ένα είδος σκίτσου. Άμεσου σκίτσου που γίνεται με διαίσθηση και που δεν μπορείς να διορθώσεις. Αν το διορθώσεις, τότε έχεις την επόμενη φωτογραφία...

“Η διαφορά ανάμεσα σε μια καλή και σε μια κακή φωτογραφία είναι ζήτημα χιλιοστών. Μικρή, μικρή διαφορά. Αλλά ουσιώδης...

“Ξέρω μερικές φωτογραφίες που είναι σαν διηγήματα τού Τσέχωφ ή τού Maupassant. Κάτι γρήγορο που περικλείει έναν ολόκληρο κόσμο. Φωτογραφίες που με ενδιαφέρουν είναι αυτές που μπορείς να κοιτάξεις για περισσότερο από δύο λεπτά. Κι αυτό είναι πάρα πολύ. Αλλά να μπορείς να κοιτάξεις μια φωτογραφία πάλι και πάλι; Δεν υπάρχουν πολλές, δεν υπάρχουν πολλές...

“Για μένα (η φωτογραφία) είναι μια οπτική χαρά. Είναι ρυθμός, ο τρόπος που ένα κεφάλι πέφτει εδώ. Το άλλο πάει πίσω. Υπάρχει μια ομοιοκαταληξία ανάμεσα σε διάφορα στοιχεία. Υπάρχει ένα τετράγωνο εδώ, ένα παραλληλόγραμμο, ένα άλλο παραλληλόγραμμο. Βλέπετε αυτά είναι τα προβλήματα που με απασχολούν. Η μεγαλύτερή μου χαρά είναι η γεωμετρία. Δηλαδή η δομή. Δεν βγαίνεις βέβαια να φωτογραφίσεις σχήματα και φόρμες, αλλά είναι μια αισθητική χαρά, και ταυτόχρονα μια διανοητική χαρά, να έχεις όλα τα πράγματα στη σωστή θέση. Είναι η αναγνώριση μιας τάξεως που βρίσκεται μπροστά σου...

“Πρέπει να ξεχνάς, να ξεπερνάς τον εαυτό σου. Πρέπει να είσαι ο εαυτός σου και ταυτόχρονα να τον ξεχνάς, ώστε η εικόνα να βγαίνει πιο δυνατή. Και δεν πρέπει να σκέφτεσαι. Οι ιδέες είναι πολύ επικίνδυνες. Πρέπει να σκέφτεσαι συνεχώς. Αλλά όταν φωτογραφίζεις δεν προσπαθείς να εξηγήσεις κάτι ή να αποδείξεις κάτι. Δεν αποδεικνύεις τίποτα. Μονάχο του βγαίνει… Η πρώτη εντύπωση είναι ουσιώδης. Η πρώτη ματιά, το σοκ, η έκπληξη. Παφ! Πετάγεται πάνω σου. Το θρέφεις με τη ζωή σου, με τα γούστα σου, με το πνευματικό φορτίο που κουβαλάς, με τις εμπειρίες σου, τις αγάπες και τα μίση σου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ζήσεις πλήρως… Και η ποίηση είναι η ουσία τού παντός. Είναι δύο στοιχεία που ξαφνικά βρίσκονται σε σύγκρουση. Δημιουργείται ένας σπινθήρας ανάμεσα σε δύο στοιχεία. Αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια και δεν μπορείς να ψάχνεις γι’ αυτό. Είναι σα να ψάχνεις για έμπνευση. Όχι, το πράγμα έρχεται όταν ζεις και εμπλουτίζεις τον εαυτό σου. Λένε ότι κυνηγάνε τις σπουδαίες φωτογραφίες. Σπανίως κάνεις μια σπουδαία φωτογραφία. Πρέπει να αρμέξεις πολύ την αγελάδα για να βγάλει λίγο τυρί… Δεν ξέρω τι σημαίνει να είναι κάτι δραματικά νέο. Δεν υπάρχουν νέες ιδέες στον κόσμο. Υπάρχει νέα διάταξη των πραγμάτων. Το κάθε τι είναι νέο, κάθε λεπτό είναι νέο. Αυτό σημαίνει να επανεξετάζεις. Η ζωή αλλάζει κάθε λεπτό. Ο κόσμος δημιουργείται κάθε λεπτό και ο κόσμος γίνεται κομμάτια κάθε λεπτό. Ο θάνατος είναι παρών παντού από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Και είναι κάτι το πολύ όμορφο αυτή η τραγική διάσταση τής ζωής. Γιατί υπάρχουν πάντα δύο πόλοι και δεν μπορεί ο ένας να υπάρξει χωρίς τον άλλον. Αυτές οι εντάσεις είναι που με συγκινούν...

“Χαίρομαι να τραβάω φωτογραφίες, να είμαι παρών. Είναι ένας τρόπος να λες “Ναι, ναι, ναι!”. Είναι σαν τις τρεις τελευταίες λέξεις απ’ τον “Οδυσσέα” τού Joyce, που είναι ένα απ’ τα πιο εκπληκτικά έργα που γράφτηκαν ποτέ: “Ναι, ναι, ναι”. Και η φωτογραφία είναι έτσι. Είναι “ναι, ναι, ναι”. Και δεν υπάρχει το ίσως. Όλα τα ίσως να πεταχτούν στα σκουπίδια. Γιατί είναι μια στιγμή. Είναι μια παρουσία. Είναι εκεί. Και είναι σεβασμός και χαρά, τεράστια χαρά να λες “ναι”. Ακόμα κι αν είναι κάτι που μισείς “ναι”. Είναι μια κατάφαση. Ναι!”

(Αποσπάσματα από οπτικοακουστική αυτό-παρουσίαση τού Henri Cartier-Bresson για λογαριασμό τού International Center of Photography)


“Με την ευκαιρία τής τεσσαρακοστής επετείου των εκδόσεων Aperture, ρωτήσατε τη γνώμη μου για το μέλλον τής φωτογραφίας. Δεν είμαι μάγος.

Πιστεύω ότι εξαρτάται από το μάτι και την καρδιά κάθε φωτογράφου. Αρκεί να μην επιτρέπει στον εαυτό του να παρασύρεται από την εννοιολογία και από τις ψευδείς υποσχέσεις και κακές χρήσεις τής τεχνολογίας. Με ενδιαφέρει μόνο ένα μικρό ποσοστό από τις δυνατότητες τής φωτογραφικής μηχανής. Η θαυμαστή ανάμιξη συγκίνησης και γεωμετρίας, μαζί, σε μια και μοναδική στιγμή”

(Από το γενέθλιο τεύχος τού περιοδικού Aperture to 1992)