fbpx

Δύσκολα μπορώ να καταλάβω την σημασία που δίνουν στη λέξη «αναζήτηση» σε συσχετισμό με την σύγχρονη ζωγραφική. Η γνώμη μου είναι ότι το να ερευνάς δεν σημαίνει τίποτε στην ζωγραφική. Το ζήτημα είναι να βρίσκεις. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακολουθεί κάποιον που έχει τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος, και περνά την ζωή του ψάχνοντας το σημειωματάριο που θα τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο του. Αυτό που βρίσκει κάτι ότι και να είναι, έστω και αν η πρόθεσή του δεν ήταν να το ψάχνει, αυτός τουλάχιστον ξυπνά την περιέργειά μας αν όχι τον θαυμασμό μας.


Όλοι μας ξέρουμε ότι η Τέχνη δεν είναι η αλήθεια. Η Τέχνη είναι ψέμα που μάς κάνει να συνειδητοποιούμε την αλήθεια, τουλάχιστον την αλήθεια που μάς δόθηκε να καταλάβουμε. Ο καλλιτέχνης πρέπει να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο να πείθει τους άλλους για την ειλικρίνεια των ψεμάτων του. Αν δείχνει στο έργο του ότι μόνο ερεύνησε και αναζήτησε τον τρόπο να πει ψέματα, δεν θα μπορέσει ποτέ να πραγματοποιήσει οτιδήποτε.


Παραλλαγή δεν σημαίνει εξέλιξη. Αν ένας καλλιτέχνης διαφοροποιεί τον τρόπο τής έκφρασής του, αυτό σημαίνει μόνον ότι άλλαξε τρόπο να σκέπτεται και αλλάζοντας μπορεί να είναι για το καλύτερο ή για το χειρότερο.


Όταν ήμουν νέος όπως όλοι οι νέοι, θρησκεία μου ήταν η τέχνη, η μεγάλη τέχνη. Αλλά με τα χρόνια είδα ότι η τέχνη όπως την εννοούσαν ως το τέλος τού 1800, είναι από δω και μπρος, τελειωμένη, ετοιμοθάνατη, καταδικασμένη και ότι η υποτιθέμενη καλλιτεχνική δραστηριότητα με όλη της την αφθονία δεν είναι παρά η πολύμορφη εκδήλωση τής αγωνίας της. Όσο πάει ολοένα και περισσότερο οι άνθρωποι αποσπώνται, αδιαφορούν για τη ζωγραφική, την γλυπτική, την ποίηση. Παρά τα αντιθέτως φαινόμενα, οι σημερινοί άνθρωποι αγάπησαν εντελώς άλλα πράγματα. Την μηχανή, τις επιστημονικές ανακαλύψεις, τον πλούτο, την εξουσία πάνω στις δυνάμεις τής φύσης και τις εκτάσεις τούτου τού κόσμου. Δεν αισθανόμαστε την τέχνη σαν ζωτική ανάγκη, σαν πνευματική επιταγή, όπως στους περασμένους αιώνες.

Πολλοί από μας εξακολουθούν να είναι καλλιτέχνες και να ασχολούνται με την τέχνη για λόγους άσχετους με την πραγματική τέχνη, μάλλον από μίμηση, από νοσταλγία τής παράδοσης, από τη δύναμη τής αδράνειας, από αγάπη τής επίδειξης, τής πολυτέλειας, από πνευματική περιέργεια, από μόδα ή από υπολογισμό. Από συνήθεια και σνομπισμό ζουν ακόμα μέσα σ’ ένα πρόσφατο παρελθόν, αλλά η πλειοψηφία σε όλα τα κοινωνικά περιβάλλοντα δεν έχει πλέον ένα ειλικρινές πάθος για την τέχνη, την θεωρεί το πολύ-πολύ σαν διασκέδαση, τεμπελίκι και στολίδι. Λίγο-λίγο, οι νέες γενιές με τον έρωτά τους για τα μηχανήματα, τα σπορ, ειλικρινέστερες, κυνικότερες και βίαιες, θα παρατήσουν την τέχνη στα μουσεία και τις βιβλιοθήκες σαν περιττό λείψανο τού παρελθόντος.

Ένας καλλιτέχνης που βλέπει, όπως εγώ, το επικείμενο τέλος, τι άραγε μπορεί να κάνει; Θα ήταν σκληρό να αφήσει το επάγγελμά του και επικίνδυνο από την χρηματική άποψη. Μένουν τότε δύο δρόμοι: να κοιτάξει να διασκεδάσει και να κερδίσει χρήματα.

Από τη στιγμή που η τέχνη δεν είναι τροφή των εκλεκτών, ο καλλιτέχνης μπορεί να εκδηλώνει το ταλέντο του με κάθε ιδιοτροπία, όπως τού σφυρίξει, με κάθε επινόηση τού πνευματικού τσαρλατανισμού. Αλλά οι εκλεπτυσμένοι, οι πλούσιοι, οι χασομέρηδες, οι διυλίζοντες την πεμπτουσία, ψάχνουν για το καινούργιο, το αλλόκοτο, το πρωτοφανές, το σκανδαλώδες. Κι εγώ από τον κυβισμό κι ύστερα ικανοποίησα αυτούς τους κυρίους και τους κριτικούς με πάμπολλα παράξενα που πέρασαν από το νου μου και όσο λιγότερο τα καταλάβαιναν, τόσο τα θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω συνεχώς όλα τούτα τα παιχνίδια, τις λοιδορίες, τους γρίφους, τις σπαζοκεφαλιές και τα αραβουργήματα έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα για έναν ζωγράφο σημαίνει: πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτο.

Όπως γνωρίζετε, σήμερα είμαι διάσημος και πλούσιος, αλλά όταν μένω μόνος με τον εαυτό μου δεν έχω το θάρρος να εκλαμβάνω τον εαυτό μου σαν καλλιτέχνη με την αρχαία έννοια τής λέξης. Ήταν μεγάλοι ζωγράφοι ο Τζιόττο, ο Τισιανός, ο Ρέμπραντ, ο Γκόγια. Είμαι μόνον ένας δημόσιος ψυχαγωγός, που κατάλαβε την εποχή του, που καταπράϋνε όσο μπορούσε την ηλιθιότητα, την κενοδοξία και την απληστία των συγχρόνων του.

Είναι πικρή η δική μου εξομολόγηση, πιο οδυνηρή απ’ ότι μπορεί να φαίνεται, έχει όμως την αρετή να είναι ειλικρινής».