Αποσπάσματα από τη συλλογή «Δοκιμές»
με κείμενα τού Γιώργου Σεφέρη

Τι ωραία που θα ήταν η ζωή αν οι κριτικοί δεν είχαν μεριμνήσει να καλλιεργήσουν την έμφυτη ίσως διάθεση του κοινού, που το κάνει να πιστεύει ότι τελείωσε η αισθητική του λειτουργία όταν καταφέρει να κολλήσει μια ετικέτα πάνω στο έργο που τού προτείνουν. Τι ωραία που θα ήταν η ζωή αν όλοι αυτοί οι κύριοι δεν γύρευαν τίποτε άλλο από την ποιητική ουσία τού ποιήματός μου. Αλλά γυρεύουν τόσα άλλα πράγματα που εγώ δεν τα γύρεψα καθόλου.


Και όσο και αν πιστεύω πως για τον ασκημένο φίλο τής τέχνης, τέχνη δύσκολη δεν υπάρχει, αισθάνομαι και συμπαθώ την πικρία τού ποιητή που βλέπει ότι έρχεται σε επαφή με πολύ μικρότερο κοινό παρά ένας ηθοποιός τού ελαφρού θεάτρου... Και λέω ακόμη ότι πρώτα με ενδιαφέρει η συντήρηση τής ποίησης, έστω και αν είναι για τρεις μόνον ανθρώπους, και έπειτα η πλατύτερη επαφή της με τον κόσμο.


Και αφού τα πράγματα είναι έτσι, γιατί να μην πούμε απλούστατα στο νέο: «Αγαπητέ μου φίλε, αν θέλεις να γίνεις κάτι στην βασιλεία τού πνεύματος, φρόντισε να αποφύγεις τη μετριότητα σε κάθε στιγμή της ζωής σου, φρόντισε να ζεις όσο μπορείς σε στενότερη συνάφεια με το υψηλότερο πνεύμα που σού είναι βολετό να γνωρίσεις. Δούλευε, ένδον σκάπτε, καθάριζε την ψυχή σου και πήγαινε ελεύθερος».


Ο στερνός σκοπός τού ποιητή δεν είναι να περιγράφει τα πράγματα αλλά να τα δημιουργεί ονομάζοντάς τα. Είναι νομίζω και η πιο μεγάλη χαρά του. Γι αυτό τού χρειάζεται μια όσο γίνεται τελειότερη προσαρμογή προς τα πράγματα, ένας ταυτισμός. Και ο ταυτισμός αυτός εξαρτάται από την ένταση, ποτέ από την έκταση ή τον γλωσσικό φόρτο.


Ποίηση είναι η τέχνη που έχει για εκφραστικό της όργανο καθαρά, απλά και ξάστερα τη γλώσσα. Μ’ αυτήν ο ποιητής δεν μπορεί να κάνει άλλη τέχνη, μήτε ζωγραφική, μήτε γλυπτική, μήτε μουσική, αλλά μόνον ποίηση, που θα είναι είτε καλή είτε κακή.


Είναι χαρακτηριστικό ότι, στους καιρούς μας, ο πιο απροσάρμοστος άνθρωπος στην ποίηση δεν είναι ο αναλφάβητος αλλά ο λεγόμενος άνθρωπος τής «μέσης μορφώσεως». Τόσο μοιάζει να είναι αληθινό ότι τη θεία χάρη είτε την έχει κανείς αν είναι ολότελα αθώος, είτε, αν δεν είναι, την αποχτά με μεγάλη άσκηση και προσήλωση. Και είναι πολύ λίγοι εκείνοι που βρίσκουν πως αξίζει να κάνουν αυτούς τους κόπους.


Αφού γνωρίσει κανείς τα μεγάλα έργα, αφού εξοικειωθεί μ’ αυτά, αφού τα κάνει σώμα και μεδούλι των κοκάλων του. Αφού καλλιεργήσει ακόμη και δυναμώσει την ευαισθησία του. Πρέπει να ξέρει ότι θα έρθει μια στιγμή που θα βρεθεί μόνος και αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους και γυμνός, είτε ποιητής είναι είτε εραστής των ποιημάτων.


«Εκείνος που μαθαίνει τις πιο φίνες λεπτομέρειες μιας τέχνης προχωρεί πάντα στα σκοτεινά και όχι με την αρχική του γνώση, γιατί αν δεν την άφηνε πίσω του, ποτέ δεν θα μπορούσε να ελευθερωθεί από αυτήν»...... (Άγιος Ιωάννης τού Σταυρού)


Ο άνθρωπος που θέλει να είναι άξιος να δοκιμάσει την ποιητική κάθαρση, πρέπει να ξέρει ότι δεν γίνεται να αποφύγει τη στιγμή τής απογύμνωσης. Τη στιγμή που θα τον προετοιμάσει να κάνει μια πράξη ολότελα δική του, αυθαίρετη αν θέλουμε , αλλά και υπεύθυνη, όπως επιτέλους αυθαίρετοι και υπεύθυνοι είμαστε όλες τις φορές που κάνουμε πράγματι κάτι.


Στην καθημερινή μας κουβέντα λέμε άπειρα πράγματα χωρίς σημασία. Ενώ στον ποιητικό λόγο τίποτε δεν μπορεί να ζήσει χωρίς σημασία, ούτε και η παραμικρή λεπτομέρεια.


Η γεωμετρία λέει λ.χ.: ο συντομότερος δρόμος ανάμεσα σε δύο σημεία είναι η ευθεία. Και έχει απολύτως δίκιο..... Αλλά οι κανόνες αυτοί δεν εφαρμόζονται στην τέχνη. Η τέχνη έχει μια δικιά της λογική. Και τη μαθαίνουμε τη λογική αυτή, με μια μεγάλη άσκηση, από τα ίδια τα έργα τής τέχνης. Στην τέχνη δεν γυρεύουμε ποτέ τον συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δύο σημεία. Κάποτε γυρεύουμε τον μακρύτερο. Αλλά ο ποιητής πετυχαίνει όταν πάρει τον πραγματικό δρόμο. Και τον πραγματικό αυτό δρόμο δεν υπάρχει τίποτε που να τον προσδιορίζει από τα πριν. Καταλαβαίνουμε πως είναι ο σωστός και ο πραγματικός, όταν το έργο έχει πια τελειώσει.


Παραδέχομαι απεναντίας πως ένα καλό ποίημα μπορεί θαυμάσια να αποτελείται από στίχους «αφανείς». Αλλά και αποφεύγοντας τα άκρα , είμαστε υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε πως υπάρχει κάποια ανάγκη να έχουν και τα ποιήματα τις πλαγιές τους και τα λαγκάδια τους, και ότι είναι αδύνατο, αισθητικά, να είναι φτιαγμένα μόνο από στίχους – κορυφές.


Η ευαισθησία μας, για να δημιουργήσει κάτι, έχει ανάγκη, όπως και ο ατμός, από ορισμένες αντιστάσεις. Αλλιώς χάνεται.


Για τον ποιητή όλο το ζήτημα είναι να μεταχειριστεί τον κόσμο των φαντασμάτων που τον περιστοιχίζουν, σα να ήταν σώματα στερεά. Λίγοι το πετυχαίνουν.


Και αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει ο ποιητής: να μεταδώσει ορισμένες συγκινήσεις, να δημιουργήσει ορισμένα πλέγματα συγκινήσεων που ανοίγουν παράθυρα στη ζωή. Κι αν είναι πραγματικά ποιητής, δεν μπορεί να μην συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με την εποχή του. Ίσως και με άλλες εποχές, αν είναι μεγαλύτερος ποιητής.


Λένε, στην ποίηση υπάρχουν δύο πράγματα. Η μορφή και το περιεχόμενο.

Λέω, αντίθετα, ότι στην ποίηση, μορφή και περιεχόμενο είναι το ίδιο πράγμα, γιατί όταν αλλάζει η μορφή αλλάζει, ουσιαστικά, και το περιεχόμενο.


Πολλές φορές τα ποιήματα τού Καβάφη μάς δίνουνε την εντύπωση πως κάποιος που δεν φαίνεται, αλλά που υπάρχει, θα ξυπνήσει σε λίγο για να ανατραπούν τα πάντα.


Μια φορά και έναν καιρό, καθώς λένε, ένας φούρναρης παράγγειλε σ’ ένα φτωχό ζωγράφο να τονε ζωγραφίσει την ώρα που φούρνιζε ψωμιά. Ο ζωγράφος άρχισε να δουλεύει, και όταν καταπιάστηκε να εικονίσει το φουρνιστήρι, αντί να το φτιάξει οριζόντιο, σύμφωνα με την προοπτική, το έφτιαξε κάθετο, δείχνοντας όλο του το πλάτος. Έπειτα, με τον ίδιο τρόπο, ζωγράφισε πάνω στο φουρνιστήρι κι ένα καρβέλι. Πέρασε ένας έξυπνος άνθρωπος και τού είπε: «Το ψωμί, έτσι που το βαλες θα πέσει». Ο ζωγράφος αποκρίθηκε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι: «Έννοια σου. Μόνο τα αληθινά ψωμιά πέφτουν. Τα ζωγραφισμένα στέκονται. Όλα πρέπει να φαίνονται στη ζωγραφιά!» (Θεόφιλος)


Τώρα που ξανακοίταξα το αρχαίο ποίημα (Οδύσσεια), ένοιωσα μια κρυφή χαρά που και η δική μου αλληλουχία με οδήγησε από τον ηδονικό Ελπήνορα στην νέκυια. Πολλές φορές χαίρομαι όταν κάτι που πιστεύω υψηλό, έρχεται να μού δείξει πως δεν είμαι πρωτότυπος. Η πρωτοτυπία είναι μια νεανική διασκέδαση που πρέπει κάποτε να μείνει πίσω.


Κάθε εξήγηση ποιήματος είναι, μού φαίνεται, εξωφρενική. Το ξέρει αυτό όποιος έχει μια μικρή ιδέα τού πώς δουλεύει ο καλλιτέχνης. Μπορεί να έχει ζήσει πολύ, να έχει μάθει πολλά, να έχει ασκηθεί σαν ακροβάτης. Όταν έρθει όμως η στιγμή που φτιάχνει κάτι, η πετροκαλαμήθρα που τον κυβερνά είναι ένα ένστικτο που ξέρει, πριν απ’ όλα, να φέρει στο φως κα να βυθίζει στο μούχρωμα τής συνείδησης τα πράγματα, τους τόνους, θα έλεγα καλύτερα, που χρειάζονται, που δεν χρειάζονται, ή που χρειάζονται τόσο μόνο, για να γίνει αυτό το κάτι – το ποίημα. Δεν τα σκέπτεται πια αυτά τα υλικά. Τα ψηλαφεί, τα ζυγιάζει, αγγίζει το σφυγμό τους.


Στο ξεκίνημά του ο ποιητής βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που τού παρέχει τη γλώσσα που θα αρχίσει να χρησιμοποιεί. Αυτή που συνδέει με τους άλλους, αυτή δίνει σάρκα στον καημό του, στον πόνο του, στη χαρά του. Την αγαπά. Είναι η ανθρωπιά του. Ωστόσο, καθώς προχωρεί, προσπαθεί να διαλέξει τις λέξεις που έχουν τη δική του αφή, το δικό του βάρος. Τις ψάχνει ολοένα πιο βαθιά μέσα του. Γυρεύει, και καθώς γυρεύει αισθάνεται πως ο κόσμος όπου ζει τού προσφέρει ένα πλήθος φωνές, αλλά καμιά δεν είναι η δική του. Στα νιάτα του ήταν ευκολότερο. Μιμούνταν εκείνες τις φωνές των άλλων που τού άρεσαν περισσότερο. Τώρα νιώθει παραμερίζοντάς τις, πως ο εαυτός του τείνει να είναι ολοένα και περισσότερο άλαλος, κι ωστόσο δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Νοιώθει πως πρέπει να περάσει από τη δοκιμασία τής απόλυτης σιωπής, για να βρει στο βυθό τι είναι πραγματικά ο ίδιος. Κάθε ατόφιος ποιητής περνά, νομίζω, τέτοιες κρίσεις. Γι αυτό, λέμε πως κάθε ποίημα που γράφουμε είναι σα να ήταν το τελευταίο. Αφού ο ποιητής αφομοιώσει τα πράγματα που έχει μαζέψει η ιδιοσυγκρασία του από το γύρω κόσμο, φτάνει στη στιγμή, που θα νιώσει το κενό μέσα του, που θα νιώσει ότι βρίσκεται στο σκοτεινό δάσος, μόνος και αβοήθητος – ότι πρέπει να το εμπιστευθεί αυτό το κενό, επί ποινή θανάτου. Είναι η πιο δύσκολη στιγμή του, αυτός ο αγώνας για να βρει εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται και σοφιλιάζεται με τα πράγματα, ονομάζοντάς τα. Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής, είναι να μπορέσει να πει «γεννηθήτω φως», και να γίνει φως. Μπορεί να φανεί ότι αυτά που λέω αφορούν και άλλες λειτουργίες, που σχετίζονται με ολόκληρο την άνθρωπο. Ασφαλώς τις αφορούν. Ωστόσο, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τις διακρίσεις σ’ αυτά τα ζητήματα τις κάνουμε πάντα επιφανειακά, και μόλις προχωρήσουμε λίγο συναντούμε ολόκληρο τον άνθρωπο. Ποίηση είναι ολόκληρος ο άνθρωπος, και τούτο δεν είναι ορισμός, ευτυχώς.


Η ποίηση χρησιμοποιεί μιαν ειδική λειτουργία τής γλώσσας, τη συγκινησιακή, αυτήν ακριβώς που δεν χρειάζεται, θα ήταν μάλιστα βλαβερή, αν τη χρησιμοποιήσουμε για να υπηρετήσουμε άλλες εκφράσεις τής ζωής.


«Οι ποιητές που δεν είναι ώριμοι μιμούνται. Οι ποιητές που είναι ώριμοι, κλέβουν. Οι κακοί ποιητές παραμορφώνουν το πράγμα που παίρνουν, και οι καλοί ποιητές το μετατρέπουν σε κάτι διαφορετικό. Ο καλός ποιητής συγχωνεύει το κλοπιμαίο σ’ ένα σύνολο αισθήματος μοναδικό και ολωσδιόλου διάφορο από το σύνολο απ’ το οποίο το έκοψε. Ο κακός ποιητής το ρίχνει μέσα σε κάτι χωρίς συνοχή. Ένας καλός ποιητής θα δανειστεί συνήθως από συγγραφείς απομακρυσμένους στον καιρό, ξένους στη γλώσσα, ή αλλότριους στα ενδιαφέροντα». (T.S.ELLIOT)


Κάποτε, στέλνοντας μου χειρόγραφα, με ρωτούν: «Είμαι ποιητής; Πρέπει να συνεχίσω;» Τούς απαντώ: «Αυτό μόνο σεις το ξέρετε, πρέπει να τ’ αποφασίσετε μόνος». (T.S.ELLIOT)


Για κάποιον νέο που έλεγαν ότι θέλει να αφιερώσει όλη του τη ζωή στην ποίηση (ο Elliot είπε): «Προετοιμάζει μια θλιβερή ζωή».

Αποσπάσματα από το Ημερολόγιο («Μέρες»)
τού Γιώργου Σεφέρη

Υπάρχουν φαντάζομαι άνθρωποι που δεν τολμήσανε να ζήσουν, από υπερβολική ευαισθησία. Η ευαισθησία για αν είναι χρήσιμη, πρέπει να συντροφεύεται από ανάλογη δύναμη. (1925)


Μια χώρα που έχει ανθρώπους που πασκίζουν για την αρετή είναι πολιτισμένη. (1925)


Να περιγράφεις οτιδήποτε χωρίς καμιά λογοτεχνική υστεροβουλία όσο μπορείς πιο συχνά. Δοκίμασε να γράψεις ένα μυθιστόρημα για να αναμετρήσεις τις δυνάμεις σου. Μην ξεχνάς την κοινότυπη αλήθεια πως ένας καλλιτέχνης είναι πάντα και χειροτέχνης. Πρέπει να ασκείται χωρίς διακοπή, χωρίς αδυναμίες. Πρέπει να κατανικήσει το υλικό του. (1925)


Ο λαός έχει την δική του την τέχνη, αυτή που λέμε λαογραφική. Τέχνη ατόφια και ανώνυμη. Η τέχνη αυτή μπορεί να βρίσκεται στην αρχή τής προσωπικής παραγωγής. Από εκεί ξεκινούμε. Όμως δεν μπορούμε να ξαναγυρίσουμε εκεί. Ο λαός είναι φυσικός. Ο τεχνίτης στο πρώτο κοίταγμα είναι αντιφυσικός. Ο λαός μιμείται. Το πρώτο άρθρο του πιστεύω τού τεχνίτη είναι να αποφεύγει τη μίμηση όσο μπορεί. Τα έργα τέχνης που φτάνουν ως το λαό, φτάνουν χαλασμένα. Τα χειροκροτήματα ενός μεγάλου λαϊκού αμφιθεάτρου δεν θα αποδείξουν ποτέ τίποτε, όσο και αν είναι συγκινητικά. Διαφορά τής πολιτικής από τη λογοτεχνία. Είναι σωστό να έχει ο καθένας την ασφάλεια τής ζωής του και μιας όσο το δυνατό καλύτερης ύπαρξης. Είναι σωστό να μην τυραννιούνται οι εργάτες, είναι σωστό να μην προστατεύεται η τεμπελιά που ανθίζει μέσα στα μεγάλα πλούτη. Είναι σωστό κάθε άνθρωπος που δεν έχει στραβωθεί από τον εγωισμό να πασχίζει για την κατάργηση κάθε σκλαβιάς. Όμως όλα αυτά είναι ολωσδιόλου άσχετα με την καλλιτεχνική προσπάθεια. Κανένας τεχνίτης δεν είπε ποτέ: «λαέ τού τόπου μου». (Αυτά τα λένε οι πολιτικοί) Αλλά μόνο: «αναγνώστη μου» ή «ακροατή μου». (1926)


Η τέχνη δεν μιμείται. Όταν ακούς «Μπα! Πόσο μοιάζει!» μπορείς να είσαι βέβαιος πως πρόκειται για τεχνάσματα. Η τέχνη δημιουργεί. Τον κόσμο. Η φύση είναι γι αυτήν ένα νεφέλωμα. Το ζήτημα είναι να βγάλεις απ’ το νεφέλωμα ένα άστρο. (1926)


Τις αρετές τού τεχνίτη τις τρέφει η απογύμνωση περισσότερο απ’ τον πλουτισμό. Ο μεγαλύτερος είναι εκείνος που μπορεί να απαρνηθεί τα υπάρχοντά του με τον καλύτερο τρόπο και τη στιγμή που πρέπει. (1925)


Πρόσεξε. Όταν γράφεις ποιήματα (την ώρα που ξεκινάς και είναι δύσκολο) να επιμένεις οπωσδήποτε – έστω και σε μια λεπτομέρεια – αλλά να επιμένεις: χτύπα με το σφυρί. Πρέπει να υπάρχουν πολλές σκουριές που πρέπει να πέσουν έως ότου ξεκαθαριστεί η δημιουργική λειτουργία. Ο μόνος τρόπος να φύγουν είναι αυτή η επιμονή. Μην απελπίζεσαι ποτέ πολύ νωρίς. (1932)


Θυμήσου πως αν μεταχειριζόμαστε τα λόγια των άλλων, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τις σκέψεις των άλλων. Θυμήσου όταν ήσουν παιδί. Είχες μια ολόκληρη μυθολογία που ήξερες καλά τι θέλει να πει. Οι άλλοι, για την ευκολία τους να σε καταλαβαίνουν, σ’ έμαθαν να μιλάς όπως εκείνοι. Εγώ δεν είμαι από τους άλλους. Περιμένω τη μυθολογική σου έκφραση, ή όπως λες τις αρλούμπες σου. (1932)


Όταν δεν δίνουμε στο πνεύμα πράγματα που αξίζουν, λειτουργεί (γιατί δεν μπορεί παρά να λειτουργεί) με αντικείμενα τυχαία και μηδαμινά που μάς ταπεινώνουν. (1932)


Για να πεις αυτό που θέλεις να πεις πρέπει να φτιάξεις μιαν άλλη γλώσσα και να τη θρέψεις χρόνια και χρόνια με ό,τι αγάπησες, με ό,τι έχασες, με ό,τι δεν θα ξαναβρείς ποτέ. (1946)


Κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του. (1946)


Πέρασα μεγάλες περιόδους αμφιβολίας για την αξία που θα μπορούσαν να έχουν τα έργα μου. Προχώρησα στη ζωή πολύ μόνος, χωρίς βοήθεια (αλλά ποιος την έχει;) εκτός από δυο ανθρώπους άσχετους με τα γράμματα και την επιμονή μου. Καθώς κοιτάζω τώρα τα περασμένα θα την έλεγα επιμονή νέγρου. Δεν ξεχνώ πως ύστερα απ’ τη Στροφή βρέθηκαν φίλοι που μου έδειξαν και την αγάπη τους και την προσήλωσή τους. Αλλά δεν εννοώ αυτό, εννοώ όταν λέω βοήθεια, τον άνθρωπο που βοηθεί στις κρίσιμες στιγμές τής αμφιβολίας και δέχεται, όταν είναι ακόμη φρέσκα, τα τολμήματα σου. Αυτό που έλειψε. (1950)


Αν όλοι οι ποιητές τού κόσμου δεν είχαν την άδεια να μεταχειριστούν παρά μια μόνη λέξη, την ίδια λέξη – οι καλοί ποιητές πάλι θα’ βρισκαν τρόπο να ξεχωρίσουν ο ένας τον άλλον και να κάνουν μ’ αυτή τη μοναδική λέξη διαφορετικά προσωπικά ποιήματα. (1946)


Καθώς τού έλεγα πως είναι καιρός να’ αρχίσω να σκέπτομαι πώς θα απαλλαγώ από την Υπηρεσία για να μπορέσω επιτέλους να δουλέψω με κοίταξε με ανησυχία: «- Α! Προσέξτε, είπε είναι επικίνδυνο.». τώρα τον ξέρω αρκετά καλά. Πάντα κοιτάζει πόσο μπορεί να βλάψει η συνάντηση τού συνειδητού και τού μη συνειδητού. Εκεί φοβήθηκε την ενδεχόμενη υπερβολική ελευθερία μου. (1952 Συνομιλία Έλιοτ – Σεφέρη)

(Ε) Η δημιουργία τής ποίησης γίνεται όλο και πιο δύσκολη γιατί γίνεται όλο και πιο συνειδητή. Βλέπετε, για να είναι κανείς τίμιος με τη σκέψη του, αισθάνεται την ανάγκη να κάμει πολλές πλάγιες διευκρινίσεις, έτσι που στο τέλος ο αναγνώστης δεν βρίσκει ικανοποίηση. Το κείμενο του έχει υπερβολικά πολλές παρενθέσεις.

Τού είπα πως μού είναι τώρα, καθώς περνούν τα χρόνια, πιο επίπονο το να μπαίνω και να βγαίνω από τη μια στην άλλη δουλειά.

- Ναι, είπε, έτσι είναι μολονότι θα ‘λεγε κανείς πως το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει – εκείνο που είναι δύσκολο είναι αυτή η άλω που σχηματίζεται γύρω από ένα έργο όταν δουλεύει κανείς, από την οποία αντλεί - αυτό είναι που χάνεται. Αλλά πρέπει να έχει κανείς μιαν άλλη δουλειά. Δεν μπορείς να αφιερωθείς μόνο στη ποίηση, γιατί πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος τής ποιητικής δημιουργίας είναι ασυνείδητο και πρέπει να έχει κανείς ώρες που τον απασχολούν άλλα πράγματα. (1952 Συνομιλία Έλιοτ – Σεφέρη)

Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους που υπάρχουν για να μελετούμε τους ποιητές, ο απλούστερος μού φαίνεται, είναι ο καλύτερος: να κοιτάζουμε τι μάς δείχνουν τα έργα τους. Και δεν είναι απίθανο πως μάς δείχνουν πράγματα που γυρεύαμε.


Ένα ποίημα δεν είναι αφορμή για να εξαπολύσουμε τη φαντασία μας σε αστόχαστες περιπλανήσεις. Εκείνο που θέλω να πω είναι περισσότερο τούτο: ότι οι ποιητές, αν είναι καλή η ποίησή τους, αντλούν από μια πείρα τής ζωής, καταποντισμένη πολύ βαθιά, που όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, την έχουμε μέσα μας. Πόσο το νιώθουμε αυτό, δεν το ξέρω. Αυτές είναι οι ρίζες που τους κάνουν να επικοινωνούν μαζί μας. Τι μορφές, τι φορέματα θα πάρει αυτή η κοινή πείρα, η κοινή αίσθηση τής ζωής, σε μια ιστορική στιγμή, κανείς δεν μπορεί να το πει. Εξαρτάται νομίζω όχι μόνο από την ιδιοσυγκρασία τού ατόμου που εκφράζεται, αλλά και από πολλές συνήθειες πνευματικές, κοινωνικές, πολιτικές τής στιγμής εκείνης. Ένα ποίημα που γράφτηκε από μια καθαρά ερωτική αφορμή, μπορεί να γίνει σε άλλους καιρούς, η έκφραση τούς αισθήματος τής ανθρώπινης ταπείνωσης, τής απάτης, τού εξευτελισμού, γιατί η εποχή, με κάποιο τρόπο, έχει βγάλει στον αφρό τέτοια συναισθήματα ........... Η ποίηση δεν είναι για προσωπικές εξομολογήσεις, κι αν τις κάνει, δεν είναι αυτές που τη σώζουν. Δεν προσπαθεί να εκφράσει την προσωπικότητα των ποιητών, αλλά προσπαθεί να την καταργήσει, όπως έγραψε ο Έλιοτ. Αλλά κάνοντας αυτό, εκφράζει μιαν άλλη προσωπικότητα, που ανήκει σε όλους. Έτσι ας μη γυρεύουμε από τον ποιητή για να τον αισθανθούμε, τα μικρά καθημερινά τής ζωής του που νομίζουμε ότι εκφράζει. Τα μικρά αυτά περιστατικά, αν έγιναν ποίηση, είναι περιστατικά δικά σας και δικά μου, και εκείνων που έφυγαν και εκείνων που θα ‘ρθουν ύστερα από εμάς. Αν δεν ήταν έτσι, ποίηση δεν θα υπήρχε................................. Ελπίζω σε μια κατανόηση, με τις αναγκαίες αποχρώσεις, που δεν θα παράβλεπε το αξίωμα ότι στην τέχνη τίποτε δεν μπορεί να εκφραστεί μονοκόμματα, εκτός κι αν πρόκειται για πολύ κακή τέχνη. Ότι από τη στιγμή που θα παραδεχτούμε ένα έργο για ζωντανό, πρέπει συνάμα να το πάρουμε απόφαση πως έχει κι αυτό τη δική του απρόβλεπτη μοίρα. Ότι οι προσδιορισμοί μας, οι αναλύσεις μας, οι ερμηνείες μας, οι αφορισμοί μας, μπορεί να είναι θαυμάσια πράγματα, αλλά είναι συνάμα και επικίνδυνα – έστω κι αν προέρχονται από τον ίδιο τον ποιητή. Πριν γράψει ο τίμιος κριτικός για ένα ποιητικό έργο, έχει πάντα στο νου του μια σιωπηρή συμφωνία με τον τίμιο αναγνώστη, πως αυτά που γράφει είναι μόνο προσπάθειες προσέγγισης και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αντικαταστήσουν το ποίημα. Πως πρέπει γρήγορα να λησμονηθούν για να ξαναγυρίσουμε στο ποίημα. Αναγκάζομαι να τα λέω πάλι και πάλι τούτα τα αυταπόδειχτα, γιατί η καθημερινή πείρα μού το δείχνει, αποτεινόμαστε κατά μέγα μέρος, σ’ ένα κοινό που αποζητά δεκανίκια. Τα ζωντανά σώματα το τρομάζουν, γιατί είναι παράδοξα, όπως νομίζει. (1946)