Σεμινάριο Εισαγωγής στην Καλλιτεχνική Φωτογραφία με τον Πλάτωνα Ριβέλλη

Σεμινάριο Εισαγωγής στην Καλλιτεχνική Φωτογραφία με τον Πλάτωνα Ριβέλλη
There is no translation available.

(Μουσείο Μπενάκη – Κολωνάκι, Κουμπάρη 1)
Νοέμβριος 2018 - Μάιος 2019

Στόχος

Το σεμινάριο αυτό ξεκίνησε το 1981 και συνεχίζει (με αρκετές παραλλαγές) μέχρι σήμερα. Απευθύνεται σε οποιονδήποτε αγαπάει την τέχνη της φωτογραφίας ή τις τέχνες γενικότερα, ασχέτως ηλικίας ή ειδικών γνώσεων. Στοχεύει στη διαμόρφωση ενός καλλιεργημένου κοινού της φωτογραφίας και στην υποστήριξη της δημιουργικότητας όσων συμμετέχουν σε αυτό.

Περιεχόμενο

Τα μαθήματα στηρίζονται σε αναλύσεις και συζητήσεις θεωρητικών θεμάτων που αφορούν την τέχνη και τη φωτογραφία, σε προβολή του έργου διασήμων φωτογράφων, σε προβολές μικρών βίντεο με σχόλια σημαντικών καλλιτεχνών, σε ανάλυση μικρών κειμένων διαφόρων καλλιτεχνών και σε (προαιρετική) κριτική φωτογραφιών των συμμετεχόντων.

Διάρκεια - Ωράριο

Το σεμινάριο εκτείνεται από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Μάιο. Διαρκεί συνολικά 80 ώρες. Αυτές κατανέμονται σε 20 απογευματινές συναντήσεις (από 17.00 έως 21.00) που γίνονται πάντα ημέρα Τετάρτη στις παρακάτω ημερομηνίες.

  • 14-21-28 Νοεμβρίου
  • 12-19 Δεκεμβρίου
  • 16-23-30 Ιανουαρίου
  • 13-20-27 Φεβρουαρίου
  • 13-20-27 Μαρτίου
  • 10-17 Απριλίου
  • 8-15-22-29 Μαΐου

Συμμετοχή

  1. Η παρακολούθηση δεν απαιτεί προηγούμενες γνώσεις, ούτε στηρίζεται στα προηγούμενα μαθήματα.
  2. Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τα μαθήματα μεμονωμένα.

Πληροφορίες - Εγγραφές

  • 6945-437577
  • This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Την εποχή που δίδασκα σε σχολές φωτογραφίας, σε σχολεία και σε πανεπιστήμια, οι διάφορες γραμματείες των σχολών είχαν δυσκολία να τιτλοφορήσουν το μάθημά μου. Και πολύ σωστά. Διότι ένα καλλιτεχνικό μάθημα είναι τόσο διαφορετικό από δάσκαλο σε δάσκαλο, όσο και οι διαφορετικές προσωπικότητές τους. Ακόμα κι αν ένα υπουργείο επέβαλε μια διδακτέα ύλη και πάλι το μάθημα θα είχε την ταυτότητα και την ετικέτα τού συγκεκριμένου δασκάλου.

Όταν ξεκίνησα να διδάσκω φωτογραφία δεν το έκανα αντλώντας διδάγματα και πείρα από άλλους δασκάλους, αφού ήμουν αυτοδίδακτος, όπως άλλωστε οι περισσότεροι τής δικής μου γενιάς. Δεν είχα μάθημα να αντιγράψω, ούτε δάσκαλο να ακολουθήσω. Δεν ξεκίνησα καν να διδάσκω με απώτερο σκοπό να γίνω δάσκαλος. Είχα απλώς την επιθυμία να μάθω σε πολύ λίγους κοντινούς μου ανθρώπους αυτά που είχα μόνος μου, με χαρά και έκπληξη, ανακαλύψει. Όταν ο χρόνος έδειξε ότι η διδασκαλία μού έδινε ικανοποίηση και ότι ως δάσκαλος είχα καλά αποτελέσματα, σκέφτηκα με ποιο τρόπο να διαμορφώσω από το μηδέν ένα δικό μου μάθημα φωτογραφίας. Μετά από μερικές μικροδιορθώσεις κατέληξα στο σημερινό σχήμα των σεμιναρίων που δίδασκα στον «Φωτογραφικό Κύκλο» και από το 2003 διδάσκω στο Μουσείο Μπενάκη. Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια από το ξεκίνημά τους και η πείρα δείχνει ότι βρίσκομαι στη σωστή κατεύθυνση, χωρίς όμως να παύω να αναρωτιέμαι συνεχώς ποιες είναι οι μικρές αλλαγές πορείας που επιβάλλονται.

Το σεμινάριο αυτό διαμορφώθηκε πάνω στα μέτρα τού δασκάλου του. Απευθύνεται σε ένα κοινό τού οποίου το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι ούτε η ηλικία, ούτε το επίπεδο των γνώσεων, ούτε ο ενδεχόμενος επαγγελματικός στόχος. Οι διαφορετικές ηλικίες δεν ενδιαφέρουν, αρκεί φυσικά να μην είναι ακραίες. Εκείνες των σχολικών χρόνων είναι πολύ άγουρες για τέτοιου είδους διδασκαλία και αυτές που πλησιάζουν στην τέταρτη ηλικία πολύ προχωρημένες για να αλλάξει κάτι αν χρειαστεί. Το επίπεδο των φωτογραφικών γνώσεων είναι επίσης αδιάφορο. Αν στην τεχνική υπάρχουν σημαντικές διαφορές, στον καλλιτεχνικό τομέα οι διαφορές εξαφανίζονται κάτω από την ίδια και συνήθη σε όλους άγνοια. Ακόμα δεν συνάντησα τη γενιά των μαθητών, οι οποίοι, είτε προέρχονται από σχολές είτε όχι, θα ξεκινούσαν με βασικές τουλάχιστον ιστορικές γνώσεις τής καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Όσο για το επάγγελμα, δεν πιστεύω ότι το σεμινάριό μου θα βλάψει τον επίδοξο επαγγελματία, ούτε όμως ότι είναι αυτό που πάνω από όλα χρειάζεται. Θεωρώ ότι όλοι είμαστε και πρέπει να παραμείνουμε, σε σχέση με την προσωπική μας φωτογραφική δουλειά, αιώνιοι ερασιτέχνες.

Υποθέτω επομένως ότι το μέσο «προφίλ» των ακροατών μου ανταποκρίνεται στο δικό μου, όταν ξεκίνησα τις φωτογραφικές μου αναζητήσεις. Γενικό ενδιαφέρον για την τέχνη, στοιχειώδης τεχνική κατάρτιση, ανύπαρκτες ιστορικές/καλλιτεχνικές γνώσεις γύρω από τη φωτογραφία (τον Kertész τον «γνώρισα» έκπληκτος, αφού είχα ήδη φτιάξει τον πρώτο μου θάλαμο) και άγνοια για την επαγγελματική ή μη προοπτική στον φωτογραφικό κόσμο. Τα χρόνια που πέρασαν, και μέσα από ένα σημαντικό πλέον στατιστικό δείγμα, έδειξαν ότι το κοινό κατάλαβε τον στόχο των σεμιναρίων αυτών και έρχεται περιμένοντας να πάρει αυτό που πράγματι μπορούν να τού δώσουν. Σ' αυτά ουδέποτε θέλησα να συμπεριλάβω κάτι που δεν γνώριζα ή που δεν με ενδιέφερε. Θα ήταν πράγματι η έσχατη εξαπάτηση να διδάσκω επαγγελματική φωτογραφία μόδας ή διαφήμισης, τη στιγμή που στην τηλεόραση κάνω ζάπινγκ μόλις πέσουν οι διαφημίσεις και στα γυναικεία περιοδικά μόδας προτιμώ να διαβάζω συμβουλές για την κουζίνα.

Οργανώνοντας το μάθημά μου ακολουθώ την πορεία που χάραξα και για τον εαυτό μου. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στα σύντομης διάρκειας προχωρημένα μαθήματα, που απευθύνονται στους πρώην μαθητές μου, μεταφέρω στους παλαιούς ακροατές των σεμιναρίων μου κάθε φορά τις τελευταίες σκέψεις μου γύρω από την τέχνη και τη φωτογραφία. Το μάθημά μου, δηλαδή, είναι ένα «μάθημα σε εξέλιξη». Και όσοι το παρακολουθούν εκ νέου μετά από χρόνια, διαπιστώνουν μικρές αλλαγές, που οφείλονται σε μικρές μεταβολές αντιλήψεων ή διαπιστώσεών μου,

Το πρώτο σεμινάριό από αυτά που διδάσκω το αποκαλώ «Εισαγωγικό Σεμινάριο Καλλιτεχνικής Φωτογραφίας». Η ασάφεια των όρων ανταποκρίνεται στο εύρος τού περιεχομένου. Καλλιτεχνική είναι (για μένα) η φωτογραφία που έχει για αφετηρία και κατάληξη τον δημιουργό της, με στόχο την παραγωγή έργου που να συνδέεται με τον κόσμο, με τον φωτογράφο και με την αισθητική ιστορία τού φωτογραφικού μέσου. Εισαγωγικό είναι το μάθημα που θέτει τα σημεία, πάνω στα οποία θα αναπτυχθεί όλη η καλλιτεχνική αυτή αναζήτηση τού φωτογράφου.

Το πρώτο απαραίτητο κομμάτι αυτού τού σεμιναρίου είναι η γνώση τής βασικής τεχνικής. Η φωτογραφική τεχνική είναι αρκετά απλή, ώστε να βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες κάθε ανθρώπου και παράλληλα να μην μπορεί να γίνει «φετίχ» ή αυτοσκοπός τού φωτογραφικού έργου. Η βασική τεχνική κατακτάται εύκολα και ανοίγει τον δρόμο σε πιο εξειδικευμένες τεχνικές μεθόδους, που ο φωτογράφος μπορεί με σχετική ευκολία να ερευνήσει μόνος του από τη στιγμή που κατέχει τις γενικές αρχές. Η προσθήκη τής ψηφιακής τεχνολογίας, αν και δυσκολεύει εμάς τους παλαιότερους, μάς ανοίγει και πολλούς νέους και ενδιαφέροντες δρόμους.

Το δεύτερο κομμάτι τού εισαγωγικού σεμιναρίου αφορά τη γνώση τού φωτογραφικού καλλιτεχνικού χώρου τόσο τού παρελθόντος, όσο και τού παρόντος. Τρεις είναι οι λόγοι που καθιστούν, κατά την αντίληψή μου, απολύτως αναγκαία αυτή την αναδρομή. Ο πρώτος είναι ότι δεν μπορεί κανείς να ασχοληθεί με μια τέχνη, αν δεν αγαπήσει πρώτα έναν ή περισσότερους εκπροσώπους της. Αυτό συμβαίνει με όλους τους επίδοξους καλλιτέχνες, παραδόξως όμως δεν φαίνεται να απασχολεί τους επίδοξους φωτογράφους. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο θαυμασμός, η ταύτιση, οι επιρροές, ακόμα και η αντίδραση ενάντια στις επιρροές, είναι αναγκαίο να υπάρχουν και μάλιστα μέσα από έναν διάλογο με το παρελθόν. Η τέχνη είναι μια αέναη σύγκριση και αναφορά. Ο καλλιτέχνης τοποθετείται διαρκώς απέναντι στον κόσμο τής τέχνης, από τον οποίο προέρχεται και στον οποίον υποσυνείδητα αναφέρεται. Ο τρίτος λόγος είναι ότι όσα μαθαίνει για τη φωτογραφία πρέπει να τα μαθαίνει μέσα από οπτικά δείγματα φωτογραφικής δουλειάς και όχι μόνον μέσα από τον στείρο θεωρητικό χώρο μιας προφορικής ανάλυσης. Κάθε θεωρητικός λόγος για την τέχνη πρέπει να ξεκινάει και να καταλήγει σε αυτήν. Αλλιώς είναι ένας λόγος πιθανόν ενδιαφέρων, ίσως επιστημονικός, αλλά όχι λόγος καλλιτεχνικός. Επομένως στη διάρκεια τού βασικού σεμιναρίου επιβάλλεται η γνωριμία με το έργο των σημαντικών εκπροσώπων τής φωτογραφικής τέχνης και αυτό γίνεται με την προβολή περισσότερων από πέντε χιλιάδες φωτογραφιών διαφόρων φωτογράφων από τη γέννηση τού μέσου μέχρι σήμερα.

Η γνωριμία αυτή δεν μπορεί παρά να είναι «εισαγωγική». Ο ακροατής των σεμιναρίων οφείλει να αναπτύξει και να εκμεταλλευτεί τους δικούς του ρυθμούς και τον δικό του χρόνο για την πληρέστερη επαφή με το έργο εκείνων των φωτογράφων, που νομίζει ότι τον ενδιαφέρουν περισσότερο.

Η επιλογή των φωτογράφων που παρουσιάζονται στη διάρκεια τού εισαγωγικού σεμιναρίου στηρίζεται στην προσπάθεια να καλυφθούν οι κλασικοί και μεγάλοι φωτογράφοι, οι «φάροι» που μας φωτίζουν, παράλληλα με τους μετριότερους, αλλά άξιους, δημιουργούς, που βρίσκονται πιο κοντά στα δικά μας «ανθρώπινα» μέτρα. Δεν πρέπει όμως να παραμεληθούν τα γνωστά ονόματα, ακόμα κι αν κατά τη δική μου άποψη δεν υπάγονται σε καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες, έτσι ώστε να είναι πληρέστερη η ιστορική γνώση που παίρνουν οι συμμετέχοντες στα σεμινάρια και να αποκτούν περισσότερα στοιχεία για την διαμόρφωση κριτηρίων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σύγχρονο φάσμα τής φωτογραφίας - παρόλο που είναι λογικό τα καλλιτεχνικά του δείγματα να μην έχουν υποβληθεί στην επιλεκτική διαδικασία τού χρόνου - ώστε ο ακροατής να γνωρίσει τον κόσμο μέσα στον οποίον κινείται.

Στο παρελθόν με απασχόλησε το ερώτημα αν η παρουσίαση των φωτογράφων έπρεπε να γίνεται ασχολίαστη ή όχι. Νωρίς όμως κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η σιωπηλή παρουσίαση έδινε μιαν απατηλή ελευθερία γνώμης στους συμμετέχοντες, τη στιγμή που στην πραγματικότητα δεν διέθεταν τις γνώσεις και τα απαραίτητα νοητικά εργαλεία, για να διαμορφώσουν άποψη πάνω στα διάφορα έργα. Άλλωστε, ένα καλλιτεχνικό μάθημα φέρει, όπως είπαμε, τη σφραγίδα τού δασκάλου, αρκεί αυτός να τονίζει ότι η εκάστοτε εκφραζόμενη άποψη είναι αυστηρώς δική του. Είναι προφανές ότι για κάθε θέμα θα υπάρχουν περισσότερες γνώμες, κρίσεις και προσεγγίσεις, τόσο μέσα στην καλλιτεχνική κοινότητα, όσο και μέσα στην αίθουσα τού σεμιναρίου. Στο σύντομο όμως διάστημα ενός καλλιτεχνικού σεμιναρίου αυτό που ενδιαφέρει είναι η άποψη τού ομιλητή, που είναι και υπεύθυνος των επιλογών. Εξάλλου είναι εύλογο η «ελεύθερη» γνώμη των «φρέσκων» ακόμα συμμετεχόντων να εκδηλώνει μεγαλύτερη εύνοια προς τα εύκολα και προφανή έργα και μικρότερη προς τα δύσκολα και πιο σημαντικά. Και εκεί η γνώμη τού ομιλητή αποτελεί μια πρώτη προτροπή. Είναι συνηθέστατο μάλιστα φαινόμενο οι ακροατές μου να ομολογούν ότι χρειάστηκαν ένα ή δύο χρόνια για να προσεγγίσουν (αποφεύγω τον όρο «να καταλάβουν») το έργο μερικών πολύ μεγάλων, αλλά «ερμητικών», φωτογράφων. Όπως άλλωστε συνέβη και σε μένα και σε όλους όσους ασχολούνται με την τέχνη.

Η συζήτηση γύρω από φωτογραφικά και γενικότερα καλλιτεχνικά προβλήματα είναι το τρίτο κομμάτι τού εισαγωγικού σεμιναρίου. Η συζήτηση αυτή καλλιεργεί και ερεθίζει το πνεύμα, δίνει κατευθύνσεις στον φωτογράφο και τον τοποθετεί απέναντι στον κόσμο, στην τέχνη και στο μέσον.

Στη σύντομη διάρκεια ενός εισαγωγικού σεμιναρίου δύσκολα χωράει και η πρακτική εξάσκηση. Εντούτοις πάντοτε θεώρησα απαραίτητο οι συμμετέχοντες στα σεμινάριά μου να φωτογραφίζουν παράλληλα με τα θεωρητικά μαθήματα. Και τούτο ακόμα κι αν κάποιος δεν δηλώνει φωτογράφος, αλλά επιθυμεί μόνον να μορφωθεί θεωρητικά γύρω από τη φωτογραφία. Ως καλλιτεχνικό μέσο η φωτογραφία παρουσιάζει πολλές ιδιομορφίες. Η κυριότερη από αυτές είναι ότι εργαλείο της δεν είναι η φωτογραφική μηχανή αλλά το μάτι μας. Κι αυτό ασκείται μόνο με τη βοήθεια τού φωτογραφικού σκόπευτρου. Αλλά ακόμα περισσότερο αναγκαία είναι η φωτογραφική λήψη, όταν διαπιστώσει κανείς πως είναι ο μόνος τρόπος να αντιληφθεί τι κάνουν οι μεγάλοι φωτογράφοι και ο καλύτερος τρόπος να ασκήσει το κριτικό του βλέμμα. Γι αυτό προτρέπω τους συμμετέχοντες να φωτογραφίζουν, έστω και αν δεν έχουν αρχικά την επιθυμία να γίνουν φωτογράφοι, και φροντίζω να αφιερώνονται πάντοτε και αρκετές ώρες για την κριτική των φωτογραφιών που παράγονται κατά τη διάρκεια τού σεμιναρίου. Η κριτική, άλλωστε, αυτή διαλευκάνει πολλές από τις θεωρίες και σκέψεις που αναφέρονται στη διάρκεια των παραδόσεων.

Ανήκω στη μειοψηφία των δασκάλων που δεν αναθέτουν συγκεκριμένες φωτογραφικές εργασίες ή θέματα στους μαθητές τους. Στην τεχνική εξάσκηση δεν το κάνω διότι πιστεύω ότι σιγά-σιγά μέσα από απόπειρες καλλιτεχνικών λήψεων οι επίδοξοι φωτογράφοι θα μάθουν τα περί βάθους πεδίου, φωτομέτρησης, φακών κλπ, χωρίς να περάσουν από την ανία των αποκλειστικά τεχνικών λήψεων. Όσο για το καλλιτεχνικό μάθημα πιστεύω ότι ο ακροατής πρέπει να ανακαλύψει, και πάλι σιγά-σιγά, αβοήθητος τον κόσμο και να αντιληφθεί ότι το «τι» φωτογραφίζει έχει βαρύνουσα σημασία ως προσωπική του επιλογή, ανάλογη με τον τρόπο με το οποίο αυτό το «τι» από «κόσμος» θα γίνει «φωτογραφημένος κόσμος».

Μπορεί η επικράτηση της ψηφιακής τεχνολογίας να επηρέασε σημαντικά τη φωτογραφική τεχνική και κατ’ επέκταση και τη φωτογραφική καλλιτεχνική πρακτική, αλλά είναι η διάδοση του διαδικτύου που μετέβαλε κάπως τους στόχους του σεμιναρίου μου. Τώρα πλέον οι πάντες είναι σε θέση να έρθουν σε επαφή με το έργο των μεγάλων φωτογράφων μέσα από το internet. Κατά συνέπεια, τώρα πλέον και το βάρος του μαθήματος έχει την άνεση να πέφτει όχι τόσο στην απλή γνωριμία με το έργο των μεγάλων φωτογράφων όσο στην κατανόηση της ιδιαιτερότητας της καλλιτεχνικής τους παρουσίας. Πρέπει δηλαδή να χρησιμοποιήσουμε το έργο τους για να βοηθήσουμε τη διαμόρφωση καλλιτεχνικών κριτηρίων, τα οποία μαζί με τη σκέψη μας και τις συζητήσεις μας θα κατευθύνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις φωτογραφικές επιλογές μας.

Η διάρκεια ενός τέτοιου σεμιναρίου θα μπορούσε να είναι απεριόριστη, μια και, με εξαίρεση την τεχνική, τα υπόλοιπα τμήματα του μαθήματος δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που θα ευχόταν κάποιος να κάνει συνεχώς στη ζωή του. Η διάρκεια που έχει επιλεγεί είναι μάλλον αυθαίρετη και έχει κυρίως σχέση με πρακτικούς περιορισμούς παρά με μαθησιακές ανάγκες. Είναι πάντως αρκετή για να πάρει κανείς μια ιδέα και όχι αρκετή για να ιδρυματοποιηθεί.

Με το τέλος του σεμιναρίου οι συμμετέχοντες έχουν πάρει μια πολύ μεγάλη ποσότητα νέων πληροφοριών, τις οποίες βέβαια δυσκολεύονται να αφομοιώσουν, ακόμα και αν τις έχουν κατανοήσει και τις έχουν αποδεχτεί. Απαιτείται χρόνος και προσωπική δουλειά. Θεωρώ πάντως επιτυχία, αν, μετά το τέλος του σεμιναρίου, οι συμμετέχοντες έχουν συνειδητοποιήσει τη σημασία, αλλά και τη δυσκολία του φωτογραφικού μέσου και αν έχουν αναπτύξει έναν ελάχιστο αλλά ουσιαστικό κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους και μαζί μου, που στηρίζεται αφενός στην ποικιλία των έργων που έχουν παρουσιαστεί και έχουν αναλυθεί και αφετέρου στις συζητήσεις που έχουν μεσολαβήσει πάνω σε διάφορα καλλιτεχνικά προβλήματα. Αυτό όμως που αναπόφευκτα έχει εκ παραλλήλου συμβεί είναι και μια φωτογραφική δυστοκία, που οφείλεται στο βάρος των νέων γνώσεων που δέχτηκαν και στη χαμένη φωτογραφική αθωότητά τους. Κάτι που στην πορεία μιας καλλιτεχνικής εξέλιξης συνιστά ένα αναγκαίο στάδιο. Για την υπέρβαση αυτού του σταδίου και για την ενσωμάτωση των θεωρητικών συζητήσεων του εισαγωγικού σεμιναρίου στη φωτογραφική πράξη ακολουθεί το δεκαήμερο σεμινάριο της Σύρου στις αρχές Ιουλίου κάθε χρόνο με τον τίτλο «Σεμινάριο Φωτογράφισης και Κριτικής».

Πλάτων Ριβέλλης