fbpx

08. Εθνικές Σχολές

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017 17:56

Το όγδοο από τα είκοσι έξι video της πρώτης ενότητας μαθημάτων "Learning Photography" από τον Πλάτωνα Ριβέλλη.

Υπάρχουν εθνικές σχολές; Ο κόσμος που ενσωματώνουμε στη φωτογραφία

Σύμφωνα με όσα είπαμε πριν στην αμέσως προηγούμενη ερώτηση και απάντηση, μπορεί να πει κανείς: μήπως υπάρχουν εθνικές σχολές; Δηλαδή λέμε η γαλλική φωτογραφία, η ελληνική φωτογραφία και τα λοιπά. Εγώ, είναι κάτι που, στην εποχή μας ειδικά, δεν το δέχομαι πολύ. Ίσως σε παλαιότερες εποχές που ήταν ο κόσμος πιο κλεισμένος στα όρια του να ίσχυε. Από τα τέλη του 19ου αιώνα που άνοιξε ο κόσμος σε όλη την ανθρωπότητα, δεν νομίζω ότι ισχύει πολύ αυτό. Σκεφτείτε σήμερα τι γνωρίζουμε εμείς, με τι είμαστε σε επαφή, τι ξέρουμε από βιβλία, από internet, από ταινίες. Σκεφτείτε τον άνθρωπο που θα ζούσε στα τέλη του 19ου αιώνα, που θα είχε δει μόνο αυτά που γίνονται στον τόπο του ή το πολύ-πολύ στις γειτονικές πόλεις.

Ο Malraux και πάλι που είναι ένας διανοητής γύρω από την τέχνη που με ενδιαφέρει πολύ, είχε πει ότι οι μεγάλες επαναστάσεις του 20ού αιώνα είναι τρεις και μάλιστα είχε προσθέσει «κι εγώ δεν βλέπω άλλες». Όταν λέμε μεγάλες επαναστάσεις, μη σκεφτεί κανείς τις πολιτικές επαναστάσεις. Αυτές δεν είναι ποτέ πολύ μεγάλες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μια πολιτική επανάσταση είτε αυτή είναι η γαλλική είτε είναι η ελληνική είτε είναι η σοβιετική, στη συνέχεια ανατρέπεται, επανέρχεται. Είναι ένα μπρος-πίσω και εξάλλου, στο κάτω κάτω, και η ίδια η λέξη επανάσταση στην αγγλική γλώσσα και στη γαλλική σημαίνει την επανακύκλωση, το revolution. Εγώ μιλάω για επαναστάσεις που πραγματικά άλλαξαν πάρα πολύ τον κόσμο. Εξάλλου εμείς ζήσαμε τελευταία, και τη ζούμε, μία επανάσταση που είναι η ψηφιακή τεχνολογία που είναι κολοσσιαίας σημασίας. Πραγματικά ίσως να μην υπάρχει άλλη επανάσταση στον κόσμο όσο είναι η ψηφιακή τεχνολογία τα κομπιούτερ και το ίντερνετ.

Αν πάμε λοιπόν σε αυτά που έλεγε ο Malraux, ο Malraux λέει ότι άλλαξε ο κόσμος από την ώρα που έγινε, πρώτον συνείδηση ότι μπορεί μία βόμβα να καταστρέψει όλο τον κόσμο, δηλαδή η αίσθηση του τέλους για όλη την ανθρωπότητα μέχρι την ατομική βόμβα ήταν μια αίσθηση σταδιακή. Ξαφνικά ξέρουμε ότι μπορεί μία βόμβα, το ζήσαμε φτάσαμε πολύ κοντά στις αρχές του ‘60, να καταστρέψει τον κόσμο. Η αίσθηση λοιπόν ότι είμαστε όλοι σε ένα πιθανό επικείμενο τέλος είναι καθοριστική για την αλλαγή της νοοτροπίας μας και της σχέσης μας με την τέχνη. Η δεύτερη μεγάλη ιστορία, είναι η επικοινωνία με άλλους λαούς και άλλους πολιτισμούς. Γνωρίσαμε, δηλαδή, την αφρικανική τέχνη, τη γιαπωνέζικη, την ινδική, ήρθαμε σε επαφή με αντίστοιχα πράγματα αλλά από πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς. Και βεβαίως η τρίτη πολύ μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία μας και τη ζωή μας είναι η πρόοδος της βιολογίας. Η αίσθηση ότι πλησιάζουμε πιο πολύ σε μία αρχή ζωής, πλησιάζουμε μέσα από το DNA στην αλφαβήτα της ζωής. Άρα όλα αυτά σαφώς έχουν επηρεάσει και τη στάση του καλλιτέχνη απέναντι στον κόσμο.

Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι υπάρχουν εθνικές σχολές. Υπάρχουν σχολές, υπάρχουν τάσεις, αλλά δεν είναι εθνικές. Πολλές φορές αισθάνεται κανείς πιο κοντά σε κάποιον καλλιτέχνη που προέρχεται από άλλη χώρα γιατί μοιράζονται ίδιες θέσεις απέναντι στα μεγάλα προβλήματα και στον κόσμο. Γενικά δεν με ενδιαφέρει, προσωπικά, να ομαδοποιώ τους καλλιτέχνες, ακόμη κι αν βλέπω ότι έχουνε κοινά στοιχεία. Προτιμώ να μένω προσκολλημένος στην προσωπικότητά τους.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο αναπτύχθηκε πολύ από τις ιδεολογίες του 19ου αιώνα, κορυφαία από τις οποίες στην επιρροή της στη δική μας πλευρά του κόσμου ήταν ο μαρξισμός, οι οποίες προσπαθούσανε πάντα να βρούν γραμμές εξηγήσιμες για την πορεία των πάντων και προφανώς και της τέχνης. Εντούτοις, στην τέχνη τα καταφέρναν μέχρι ένα βαθμό, δηλαδή να πουν πώς ήρθε αυτή η μορφή της τέχνης μετά από εκείνη τη μορφή της τέχνης, σε ποιες κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικές αλλαγές βασίστηκε. Τα καταφέρνανε. Αυτό που δεν καταφέρνανε ήταν να ερμηνεύσουν την παρουσία μιας ιδιοφυίας. Έτσι ήταν ο πολιτισμός τότε στην Αγγλία, αλλά πώς μας προέκυψε ο Shakespeare; Όλα καλά πηγαίνανε στην Ιταλία, τι έγινε ξαφνικά σε ένα μικρό μέρος της Ιταλίας και άρχισαν να βλέπουν την αρχαιότητα σαν κάτι σπουδαίο και βρεθήκαμε σε μία απρόσμενη Αναγέννηση; Δεν εξηγείται η Αναγέννηση. Τι έγινε στο πλαίσιο αυτής της Αναγέννησης και μας προέκυψε ένας Μιχαηλάγγελος; Αυτά είναι όλα ανεξήγητα. Εγώ προτιμώ λοιπόν να μένω προσκολλημένος στις μεγάλες προσωπικότητες, στις ιδιαίτερες μορφές που παραμένουν ανεξήγητες και να μην προσπαθώ να τις εξηγήσω μέσα από εθνικές σχολές, έστω και αν προκύπτουν μερικά κοινά στοιχεία. Δεν με βοηθάει σε τίποτα να λέω «ο ιταλικός νεορεαλισμός», όταν ακόμη και ο ίδιος ο νεορεαλισμός στον Rossellini είναι τόσο διαφορετικός από τον De Sica. Που είναι σύγχρονοι, στην ίδια χώρα, με τον ίδιο νεορεαλισμό, αλλά τόσο διαφορετικοί δημιουργοί. Προτιμώ να μην ασχολούμαι λοιπόν με τις εθνικές σχολές.

Αλλά, ασχολούμαι πάρα πολύ με το πώς βλέπουν τον κόσμο. Διότι το ερώτημα είναι τι κάνει το έργο και ο καλλιτέχνης; Στην πραγματικότητα κάνουν δύο πράγματα, δίνουν μία άποψη μέσα από το προσωπικό τους όραμα για το πώς είναι ο κόσμος και πώς θα έπρεπε να είναι και πώς τον βλέπουν εκείνοι. Άρα μία άποψή τους για τον κόσμο και ταυτόχρονα, εξίσου σημαντικό, μία άποψή τους για την τέχνη, για τη φωτογραφία εν προκειμένω και για την τέχνη γενικά. Αυτό το πράγμα είναι. Δεν είναι ένα εργαλείο κατανόησης του κόσμου η τέχνη, ούτε η φωτογραφία. Δεν είναι ένα εργαλείο βελτίωσης του κόσμου, ούτε η φωτογραφία ούτε η τέχνη, αλλά είναι ένα εργαλείο με το οποίο κάποιος άνθρωπος μάς αποκαλύπτει έναν νέο κόσμο. Αυτό που λέει ο Proust, ξαφνικά έρχεται ένας και σαν δώρο μου αποκαλύπτει έναν Γαλαξία που χωρίς την παρουσία του ανθρώπου αυτού δεν θα τον ήξερα. Άρα, στην πραγματικότητα ο μεγάλος καλλιτέχνης σου αποκαλύπτει έναν κόσμο. Τον αποκαλύπτει έχοντας ένα όραμα του κόσμου και ένα όραμα για την τέχνη του. Άρα αυτά τα δύο κάνουμε. Όταν κάνουμε μια φωτογραφία, όταν κάνουμε πολλές φωτογραφίες, όταν δείχνουμε ένα σύνολο φωτογραφιών αυτό είναι ένα όραμα για τον κόσμο και μια άποψη μας για την τέχνη μας.

Τώρα, αυτό που ενσωματώνουμε στη φωτογραφία μας είναι ήδη κάτι αφηρημένο. Βεβαίως είναι ο κόσμος, αλλά δεν είναι ο συγκεκριμένος κόσμος. Και εδώ μετράει πάρα πολύ μια διχογνωμία που μπορεί να έχει κάποιος. Ενσωμάτωσα στο έργο μου τα πράγματα που αποτελούν το όραμά μου. Περιμένω αυτό να το δει ο θεατής; Περιμένω να γίνει επικοινωνία του οράματος μου; Κατά τη γνώμη μου όχι. Αυτό που μετράει είναι η επικοινωνία. Τελεία. Όχι του οράματός μου. Τι περιμένω να δει ο θεατής; Να συλλάβει μέσα από το δικό του όραμα προσέγγισης τις φωτογραφίες μου, να συγκινηθεί, να ταραχτεί, να ενδιαφερθεί και αυτό μου αρκεί. Δεν θέλω να του μεταβιβάσω ακριβώς αυτό το οποίο είχα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου, διότι στην πραγματικότητα δεν ξέρω τι είχα. Άρα μεταβιβάζω μία ένταση, όχι ένα μήνυμα.

Αντίθετα, για να επανέλθω σε μία από τις πρώτες ερωτήσεις. Ο επαγγελματίας φωτογράφος δεν επιτρέπεται να μεταφέρει ούτε ένταση ούτε όραμα. Μήνυμα πρέπει να μεταφέρει. Πληρώνεται ο διαφημιστής για να μεταφέρει ένα μήνυμα, πληρώνεται ο δημοσιογράφος για να μεταφέρει ένα μήνυμα, μία πληροφορία, ενώ ο καλλιτέχνης «πληρώνεται» για να μεταφέρει μία ένταση, μία συγκίνηση και έτσι ξαναγυρνάμε στην πνευματικότητα. Αν υπάρχει η επικοινωνία της πνευματικότητας, έχει γίνει η επικοινωνία με τον θεατή. Δεν του μεταφέρω λοιπόν τον κόσμο μου. Του επιτρέπω να δει έναν άλλο κόσμο για να ανακαλύψει τον δικό του. Και οι δυο μας παραμένουμε στο τέλος με γοητευτικά ερωτηματικά.