fbpx

Κείμενο από το βιβλίο "Πλάτων Ριβέλλης - Ζήτημα ταυτότητας"

Κείμενο από το βιβλίο "Πλάτων Ριβέλλης - Ζήτημα ταυτότητας"

Ζήτημα ταυτότητας

Σε µία κοινωνία που στηρίζεται στην έννοια της ταυτότητας, η αμφιβολία γύρω από αυτήν γεννάει µεγάλη ανασφάλεια. Αυτό όμως συνέβη σε µένα από τα μικρά µου χρόνια, και µπορεί βέβαια να µε ταρακούνησε, αλλά νομίζω ότι εντέλει µε διαμόρφωσε θετικά. Είμαι καθολικός σε µία χώρα σχεδόν ολοκληρωτικά ορθόδοξη. Έζησα µια άνετη παιδική ηλικία και μεγάλωσα αποκτώντας πολυτελείς συνήθειες, χωρίς όµως την αντίστοιχη δια βίου οικονομική κάλυψη. Τελείωσα τη Νομική και έγινα δικηγόρος, χωρίς να νιώσω ούτε µία στιγμή ότι αυτό το επάγγελμα µε αφορούσε. Σπούδασα για λίγο πολιτικές επιστήμες, αν και δεν µε ενδιέφερε ούτε η πολιτική ούτε η επιστήμη. ∆ιακρίθηκα ως δάσκαλος φωτογραφίας, αν και είναι κάτι που δε σπούδασα ποτέ κανονικά και τυπικά. ∆εν µπορώ να συνοδεύσω το ονοµατεπώνυµό µου µε κανένα επάγγελµα. Συνταξιούχος δικηγόρος είμαι αλλά δεν νιώθω (ούτε συνταξιούχος, ούτε δικηγόρος). Φωτογράφος είµαι, αφού φωτογραφίες κάνω, αλλά φωτογραφίες σπανίως πουλάω, άρα δεν ζω από αυτό. Καθηγητής φωτογραφίας δεν µπορεί να είµαι, γιατί δεν έχω καµιά θεσµική εκπαιδευτική θέση. ∆άσκαλος µάλλον είµαι και µου αρέσει, αλλά η προσφώνηση µε ξενίζει γιατί έχει κάτι το ποµπώδες. Θεωρητικός µπορεί επίσης να είµαι, αφού γράφω θεωρίες για την τέχνη, αλλά η λέξη µε ενοχλεί και δεν µε εκφράζει.  Έγραψα πολλά βιβλία και άρθρα, αλλά ουδέποτε τόλμησα να θεωρήσω τον εαυτό µου συγγραφέα ή, έστω ευκαιριακά, δηµοσιογράφο. ∆εν είχα καµία σχέση, οικογενειακή ή άλλη, µε την επαρχία και είχα πάντα έναν µεγάλο φόβο για τη θάλασσα, στην οποία µόλις και καταφέρνω να επιπλέω. Εντούτοις, επέλεξα ως µόνιµο τόπο κατοικίας µου εδώ και δεκατρία χρόνια τη Σύρο και περνάω πολλές από τις ώρες µου κοιτάζοντας τη θάλασσα και ταξιδεύοντας στο Αιγαίο. Έχω ένα όνοµα µε καθαρευουσιάνικη κατάληξη, το οποίο πλέον κανείς δεν κλίνει – το όνοµά µου δεν έχει πια αιτιατική. Το επώνυµό µου, κοινότατο στην Ιταλία αλλά άγνωστο στην Ελλάδα, µου προκαλεί πονοκέφαλο σε κάθε απόπειρα να συστηθώ. Τριβέλλης, Βαρέλης ή Λιβέρης και άλλοι απίθανοι ηχητικοί συνδυασµοί µε κάνουν να πιστεύω ότι θα έπρεπε από καιρό να το έχω αλλάξει αφού είναι σχεδόν άχρηστο. Με θεωρούν άνθρωπο των γραµµάτων, αλλά δεν έχω κανένα µμεταπτυχιακό. Οι γνώσεις µου οφείλονται µάλλον αποκλειστικά σε µένα, αλλά συχνά αμφιβάλλω µήπως αναπλάθω τη ζωή και τις πεποιθήσεις των γονιών µου ή µμήπως αναμασάω τις γνώσεις και τις απόψεις των σπουδαίων ανθρώπων που µε το έργο τους µε γαλούχησαν. Και επιπλέον, νιώθω πως είμαι εκτός ηλικίας. Ίσως γιατί δεν έχω παιδιά. Ίσως γιατί συγχρωτίζομαι µε ανθρώπους όλων των ηλικιών. Γεγονός είναι ότι αυτό που µε προσγειώνει στην πραγματική µου ηλικία, δεν είναι τόσο ο αδυσώπητος καθρέφτης, όσο οι συχνοί µικροί πόνοι που τη συνοδεύουν. Και το χειρότερο όλων, δεν έχω πάει ποτέ στο γήπεδο και δεν µε ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο, πράγμα ικανό από µόνο του να εκμηδενίσει κάθε ταυτότητα, ειδικά αν ζει κανείς στη χώρα µας. Αν όμως τα παραπάνω συμβάλλουν στη διαμόρφωση µιας ταυτότητας την ίδια ώρα που τη συγχέουν, υπάρχουν και άλλα που µε τον καιρό διεκδίκησαν προνοµιούχο σχέση στη διαµόρφωσή της. Τα δύο πράγµατα που γνωρίζω πλέον ότι µετράνε περισσότερο για µένα είναι η τέχνη και η φύση. Το πρώτο το κατάλαβα αρκετά νωρίς, για το δεύτερο χρειάστηκε η κούραση της ηλικίας. Η τέχνη µε απογειώνει και η φύση µε προσγειώνει. Η σχέση µου µε τη φύση είναι παθητική και στοχαστική. Τη ζω µέσα από τη σιωπή της και πιο πολύ µέσα από τα γνώριµα τοπία παρά µέσα από νέες εξερευνήσεις. Η φύση µε ηρεµεί χωρίς να µε αποκοιµίζει. Τα σπιτικά µας ζώα και το τοπίο των Κυκλάδων που περιτριγυρίζει το σπίτι µας µε επανατοποθετούν σε ένα σύνολο στο οποίο νόµιζα ότι δεν ανήκα. Η τέχνη, πάλι, θέλω να µε ταράζει δηµιουργικά. Η σχέση µου µαζί της είναι ενεργητική, ακόµα και όταν απλώς την απολαµβάνω. Είναι πιθανόν κάποιος να απορήσει που δεν αναφέρω µαζί µε αυτές και τις ανθρώπινες σχέσεις, που χωρίς αµφιβολία είναι η σηµαντικότερη πηγή χαράς και λύπης στη ζωή µας. Εντούτοις αυτές δεν µετράνε απλώς στη ζωή µας. Είναι η ίδια η ζωή µας. Και για τον λόγο αυτό δεν συµβάλλουν στη διαµόρφωση της ταυτότητάς µας, αλλά την υφίστανται. Σε όσα όµως προηγήθηκαν ήρθε να προστεθεί η παρουσία της διδασκαλίας, η συµβολή της οποίας στη διαµόρφωση της ταυτότητάς µου δεν θα µπορούσε να εξηγηθεί µε τίποτα από τα παραπάνω, αν δεν γινόταν αίφνης φανερή η σηµασία της παιδικής µου ηλικίας. Μια σηµασία που δεν έχει τόσο σχέση µε την ίδια την παιδική ηλικία όσο µε την αναφορά της στη µνήµη µας. Και µαζί µε αυτήν η αξία της προσωπικής µόρφωσης, µιας µόρφωσης που επίσης αποκαλύπτει τη σηµασία της όσο αποµακρυνόµαστε από τις ρίζες της. Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε ύστερα από την ξαφνική ιδέα µιας φίλης, η οποία µε παρότρυνε να βγάλω ένα βιβλίο «όχι µόνο ως φωτογράφος, αλλά µε όλα όσα είµαι». Τότε συνειδητοποίησα αιφνιδίως ότι µόνον όταν συλλαµβάνεις έναν άνθρωπο στο σύνολό του µπορείς ίσως να καταλάβεις µερικές από τις απόψεις του και τις θέσεις του. Και ότι αν δεν αναφερθώ στις καταβολές µου και τις επιρροές µου δεν θα γίνει αντιληπτή ούτε η διδασκαλία µου ούτε η φωτογραφία µου. ∆εν πρόκειται εποµένως για ένα πυροτέχνηµα εγωισµού, ούτε για έναν επίλογο της ζωής µου, η οποία εύχοµαι να συνεχιστεί αρκετά ακόµη, το ίδιο γεµάτη και ενδιαφέρουσα. Είναι µάλλον η απόπειρα, και ο τίτλος το δείχνει καθαρά, να παραθέσω ανάµικτα τα στοιχεία που νοµίζω ότι συνθέτουν την ουσιαστική µου ταυτότητα και να τα υποβάλω στους αναγνώστες µου, που στην πλειοψηφία τους µάλλον ήταν ή είναι µαθητές µου, έτσι ώστε να γίνει ελαφρώς πιο κατανοητή η στάση µου απέναντι στην τέχνη, τη ζωή και στις φωτογραφίες τους που µου ζητούν να κρίνω. Στο βιβλίο αυτό δείχνω και δείγµατα από δικές µου φωτογραφίες, όχι µε την πρόθεση ενός ολοκληρωµένου καλλιτεχνικού λευκώµατος, αλλά µε τη φιλοδοξία να ενισχύσω τον διάλογο µε τα προσωπικά µου κείµενα, που αναφέρονται στην παιδική µου ηλικία και στους γονείς µου, στη γυναίκα µου και τη Σύρο, στους µαθητές µου και τους πνευµατικούς µου δασκάλους, και µε τον παράλληλο στόχο να αποκαλύψω µε µεγαλύτερη ειλικρίνεια και ακρίβεια µια προσωπική ταυτότητα που οι ίδιες οι φωτογραφίες πρέπει να περιέχουν, αλλά που, επίσης πιστεύω, ότι (ευτυχώς) εν µέρει συγκαλύπτουν.

Η παιδική ηλικία και ο θάνατος

Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ανασύρουν από το παρελθόν τους µόνον τις καλές µνήµες. Οι άλλες σβήνουν από µόνες τους. Ίσως λοιπόν να µην είναι απόλυτα αληθινό ότι η παιδική µου ηλικία ήταν µαγική, αλλά έτσι να αποφάσισε η επιλεκτική µνήµη µου. Με τη βοήθειά της άλλωστε ερµηνεύω και τις τόσες φωτογραφίες εκείνων των χρόνων, οι οποίες µάλλον έχουν πλέον υποκαταστήσει την πραγµατική µου µνήµη. Με σποραδικές και τυχαίες επιλογές από τα κοιτάσµατα των αναµνήσεών µου αναπαριστώ µια παιδική ηλικία που µοιάζει µε προστατευτική φωλιά γεµάτη αγάπη, χαρά και εµπιστοσύνη. Τα καλοκαίρια στο Παλαιό Ηράκλειο Αττικής –στο οικογενειακό κτήµα– µε «κλέφτες κι αστυνόµους», αλλά και µε «µπουκάλα», και «Πυθία», και παιχνίδια µε κούκλες (για να είµαι πιο κοντά στα κορίτσια), και –λίγο αργότερα– µε χορούς και µε έρωτες. Την Κυριακή, λειτουργία στην παλιά γοτθική εκκλησία του χωριού και στη συνέχεια πρωινή συναυλία στη βεράντα µε δίσκους κλασικής µουσικής, που οι γονείς µου απολάµβαναν παρέα µε τον φιλόµουσο και βιολιστή θείο µου. Η Σύλβια, η καλή µου κερκυραία γκουβερνάντα, δεύτερη µαµά, χωρίς την οποία αρνιόµουν να κοιµηθώ. Οι συχνές εκδροµές στα αρχαία των ∆ελφών, της Ολυµπίας και των Μυκηνών µε τον πατέρα µου να ξεναγεί λεπτοµερώς (και εξαντλητικώς) τους προσκεκληµένους αλλοδαπούς συνεργάτες του, περισσότερο µε ποιητική διάθεση παρά µε αρχαιολογικές γνώσεις. Η νύχτα των Χριστουγέννων, όταν γυρίζαµε στο σπίτι µετά τη µεσονύχτια ακολουθία για να θαυµάσουµε το χριστουγεννιάτικο δέντρο που µόλις είχε στολίσει ο πατέρας µας. Και την άλλη µέρα το πρωί, η ανταλλαγή των δώρων µε τα πολύχρωµα χαρτιά περιτυλίγµατος και τις γλυκές συνοδευτικές καρτούλες. Και για µέρες πριν, η πορεία των µάγων προς τη Φάτνη, όπου µαζί µε τον πατέρα µου τους µετακινούσαµε κάθε πρωί ώστε να καταλήξουν την παραµονή των Χριστουγέννων µπροστά στη σπηλιά από παπιέ-µασέ, παρέα µε τα γονατισµένα αγαλµατάκια των βοσκών. Οι συχνές εκδροµές στο Μπούρτζι του Ναυπλίου, στο ξενοδοχείο-κάστρο του κυρίου Κωστούρου. Τα πάρτι της Μαρίας, της κατά πέντε χρόνια µεγαλύτερης αδελφής µου, και των συµµαθητριών της, στα οποία ήµουν πάντα καλεσµένος σαν καλός, έστω και µικρότερος, χορευτής, µε συνέπεια κάθε σαββατοκύριακο να ερωτεύοµαι και άλλο ένα, πάντα µεγαλύτερό µου, κορίτσι. Μεγαλύτερο όχι µόνο σε ηλικία, αλλά και σε µπόι. Ο πατέρας µου να χορεύει την αδελφή µoυ τανγκό µετά το φαγητό της Κυριακής. Η µητέρα µου να παίζει πιάνο το µεσηµέρι περιµένοντας τον πατέρα µου από τη δουλειά, µια και ήξερε ότι το σπίτι ήταν γι’αυτόν καταφύγιο ηρεµίας απέναντι σε µια δουλειά που τον πλήγωνε. Η µυρωδιά των γιασεµιών στην καλοκαιρινή βεράντα και ο ήχος των τζιτζικιών τα µεσηµέρια και των γρύλλων τις νύχτες. Το πανηγύρι του ∆εκαπενταύγουστου στο Μαρούσι. Τα ψώνια στην αγορά το πρωί της Καθαρής ∆ευτέρας. Αυτή η παιδική ηλικία δεν είναι για µένα τόπος φυγής ή ονειρική διέξοδος, αλλά εφαλτήριο δύναµης, κάτι σαν τα µακριά µαλλιά του Σαµψών. Είναι µια διαρκής υπόµνηση ότι, όπως λέει και ο Fellini, η ζωή µπορεί να είναι δύσκολη, άχαρη, απογοητευτική, αλλά πάνω από όλα είναι γλυκιά, όπως η παιδική ηλικία. Έτσι κι ο Θάνατος, που από τα νεανικά µου χρόνια µε γοήτευε όσο και µε φόβιζε, δεν είναι τίποτε άλλο –αφού έτσι κι αλλιώς δεν γνωρίζουµε κάτι γι’ αυτόν– παρά ο τρόπος να χαιρόµαστε τη ζωή. Η απειλή, ή µάλλον η βεβαιότητα, του σίγουρου και άγνωστου τέλους δίνει τεράστια σηµασία στη ζωή, στη δηµιουργία, στην τέχνη, στις αναµνήσεις. «Αν ήξερα ότι θα τελείωναν έτσι τα πράγµατα, θα της είχα φερθεί αλλιώς», λέει ο παππούς στην ταινία Tokyo Monogatari του Yasujiro Ozu µετά τον θάνατο της γιαγιάς. Αυτή όµως δεν είναι και η µοναδική βεβαιότητα;

Οι γονείς

Ένας γάλλος ψυχίατρος, ο Claude Olivenstein, ειδικευµένος στη θεραπεία τοξικοµανών, είχε γράψει πριν από αρκετά χρόνια ότι πέρασε τη µισή του ζωή να µισεί τους γονείς για το κακό που είχαν κάνει στα παιδιά τους –και ασθενείς του– µέχρι που σκέφτηκε ότι και αυτοί είχαν γονείς. Η σηµασία που έχουν οι γονείς για τη ζωή όλων των ανθρώπων έγκειται κυρίως στο ότι είναι η µόνη σχέση από την οποία ουδέποτε θα απαλλαγούν και την οποία αδυνατούν να ελέγξουν και να αντικαταστήσουν. Και αυτό άσχετα από το πόσο καλή ή κακή είναι η σχέση αυτή. Η σηµασία τους, δηλαδή, βρίσκεται στον ρόλο που εκ των πραγµάτων έχουν. Εποµένως η παρουσία τους, είτε θετική είτε αρνητική, είναι έτσι κι αλλιώς βαριά. Σε τέτοια θέµατα, όπου η σηµασία τους ξεπερνάει την πρωτοβουλία µας, η αντιµετώπιση είναι µονόδροµος. Αποδοχή, ανοχή και –µακάρι– αγάπη. Παρόλο που δεν έχω παιδιά, ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό, έχω αντιληφθεί ότι ο µόνος δυνατός ρόλος των γονιών είναι κάθε µέρα να λένε χωρίς λόγο και αιτία στα παιδιά τους τις δύο µαγικές λέξεις: «Σ’ αγαπώ» και «Μπράβο». Οι γονείς δεν είναι δάσκαλοι και η οικογένεια δεν είναι εκπαιδευτική µονάδα. Οποιαδήποτε συµβολή στη διαµόρφωση των παιδιών νοµίζω ότι πρέπει να γίνεται µε έµµεσους, αλλά εντέλει και πιο αποτελεσµατικούς τρόπους, όπως είναι το παράδειγµα και η οικογενειακή ατµόσφαιρα. Πράγµατα όµως που για να είναι πειστικά πρέπει να προκύπτουν από την αυθόρµητη εκδήλωση της αποδοχής, της ανοχής και της αγάπης και όχι από κάποια υποκριτική και καταπιεστική συµπεριφορά. Είχα την τύχη να µεγαλώσω σε ένα περιβάλλον ηρεµίας, χαράς, αξιοπρέπειας, σεβασµού και ανοχής. Από µικρός είχα αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν συνηθισµένο, σε σηµείο που διακατεχόµουν απέναντι στους άλλους από συναισθήµατα ενοχής. Οι γονείς µου είχαν δύσκολη παιδική ηλικία. Έχασαν και οι δύο τις µητέρες τους σε πολύ τρυφερή ηλικία και αναγκάστηκαν να φοιτήσουν εσώκλειστοι σε θρησκευτικά σχολεία, η µητέρα µου στην Τήνο και ο πατέρας µου στη Ρώµη. Η τόσο νεανική γνωριµία µε τον θάνατο και µε τις δυσκολίες της ζωής, αντί να τους σκληρύνουν τους έδωσαν τη δίψα για τη χαρά και την αγάπη της οικογένειας που στερήθηκαν. Η µητέρα µου ήταν το κλασικό δείγµα µιας εποχής όπου οι γυναίκες της µέσης αστικής τάξης ήταν, όπως έλεγαν τότε, µε τα γαλλικά και µε το πιάνο τους. Ο πατέρας  µου σπούδασε στην Ιταλία και εργάστηκε στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Λισαβόνα και στη Μαδρίτη, µέχρι να επιστρέψει στην Ελλάδα για να παντρευτεί και να εγκατασταθεί. Η πολύγλωσση και πολύπλευρη όµως κουλτούρα που κυριαρχούσε στο σπίτι µας δεν είχε τίποτα περισσότερο και πιο εξειδικευµένο από τη σφραγίδα µιας γενικής εγκυκλοπαιδικής µόρφωσης που θα έπρεπε λογικά να συνοδεύει κάθε ευρωπαίο µεσοαστό, φυσικά και τους Έλληνες. Θα έλεγα µάλιστα ότι αυτή η γενική παιδεία είναι ό,τι καλύτερο για µια σπιτική ατµόσφαιρα, διότι αν η κουλτούρα αγγίξει προνοµιακά υψηλά επίπεδα εξειδίκευσης µπορεί να γίνει πολύ πιεστική για ένα παιδί. Στους γονείς µου λοιπόν οφείλω την πολύ σηµαντική µου έµµεση καλλιέργεια ψυχής και πνεύµατος µε έναν τρόπο τόσο φυσικό που νοµίζω πως ούτε οι ίδιοι συνειδητοποίησαν. Παραµένω όµως µε κάποιο παράπονο ότι δεν πρόλαβα να το εξηγήσω στον πατέρα µου. ∆εν είναι υπερβολή αν ισχυριστώ –και µε όσο το δυνατόν µεγαλύτερη απλότητα και σεµνότητα– ότι το είδος των σεµιναρίων µου και ειδικά αυτά που παραδίδω σε κλειστό κύκλο στο σπίτι µου στη Σύρο, είναι µια προέκταση και ανταπόδοση αυτής της οφειλής που αισθάνοµαι ότι έχω προς τους γονείς µου.

Εθνική ταυτότητα και τέχνη

∆εν ξέρω πόσο µεγάλη αγάπη πρέπει να νιώθει κανείς για µια χώρα, ώστε να αισθάνεται συνειδητός πολίτης της, πέρα από αυτό που δηλώνει η αστυνομική του ταυτότητα. Οι ρίζες της πατρικής γραµµής της οικογένειάς µου έχουν βρεθεί στα κερκυραϊκά κατάστιχα σε βάθος επτά ή οκτώ αιώνων. Η αρχαία Ελλάδα συνεχίζει να µε εμπνέει και να µε μαγεύει, αλλά το ίδιο συµβαίνει και µε τους περισσότερους αλλοδαπούς, αν κρίνω από το παράδειγμα ενός αµερικανού φίλου, ο οποίος, όπως ανεβαίναμε τη Συγγρού και αντίκρισε για πρώτη φορά τον Παρθενώνα, έβαλε τα κλάματα. Λατρεύω την ξεραΐλα και το φως του Αιγαίου, το οποίο άλλωστε διάλεξα και ως µόνιµο τόπο κατοικίας µου, όπως όμως και πολλοί αλλοδαποί. Αν όμως κοιτάξω σήμερα γύρω µου, στον τόπο µας θα συναντήσω κυρίως πράγματα που δεν µε εκφράζουν και που δεν θέλω να µμοιράζομαι. Ας ξεχάσουμε για λίγο τις εξαιρέσεις που πάντα υπάρχουν και που επικαλούμαστε για ανακούφιση και ας εστιάσουμε στην εικόνα που κυριαρχεί. Μισαλλοδοξία, ακαλαισθησία, επιθετικότητα, μετριότητα, εθνικισμός, συναλλαγή, διαφθορά, μικρότητες. Έτσι, πρέπει να ομολογήσω ότι εδώ και πολλά χρόνια νιώθω µμετανάστης στη χώρα µου. Νιώθω µέρος της και ταυτόχρονα ξεκοµµένος από αυτήν. Ένας ακόμα λόγος για συγκεχυμένη ταυτότητα. Αποφάσισα επομένως µέσα µου ότι ανήκω εδώ αλλά και αλλού και ότι µμοιράζομαι σιωπηρά και µε άλλους άλλα. Ίσως αυτό για µένα να είναι και ένα είδος παγκοσμιοποίησης, δηλαδή η επιλογή πολλών θετών εθνικών γονιών. Χωρίς μάλιστα να πρέπει να επιλέξω οριστικά, αφού μένω στην Ελλάδα και ανήκω εδώ. Με ενθουσιάζει η αγγλοαμερικανική αξιοκρατία και δημοκρατία. Με γοητεύει το ισπανικό πάθος που βγαίνει τόσο συμπυκνωμένο στον χορό τους (αλλά, συγχωρέσετε µε, και στην, μπορεί απαράδεκτη, αλλά τόσο µμεθυστική ταυρομαχία τους). Θαυμάζω τον σεβασμό στους νόμους που επιδεικνύουν οι σκανδιναβικές χώρες. Λατρεύω τις γαλλικές τηλεοπτικές συζητήσεις για φιλοσοφικο-πολιτικά θέματά. Αλλά πάνω από όλα αγαπάω την Ιταλία, στο σύνολό της. Αυτό το μείγμα φαινομενικής ελαφρότητας και βαθύτατης σοβαρότητας. Την ικανότητα να κάνει χιούμορ µε τις αδυναμίες της. Την αίσθηση μιας αδιάκοπης και διαχρονικής πολιτιστικής συνέχειας. Την αισθητική ποιότητα που εκτείνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, από τα ρούχα πλουσίων και φτωχών μέχρι τα αντικείμενα και τα κτίρια του παρελθόντος και του σήμερα. Τον µμοναδικό κινηματογράφο της, τον παλιό και μεγάλο, αλλά και τον σημερινό που λίγοι ξέρουν, και είναι τόσο κρίμα. Τη μεγάλη παράδοση της κλασικής και σύγχρονης µμουσικής, αλλά και της τόσο σπουδαίας ελαφράς. Τα όμορφα αυτοκίνητα, τη σπουδαία αρχιτεκτονική, αλλά και την ευέλικτη και συχνά σοφή και διπλωματική αριστερή πολιτική παράταξη. Τη μοναδική κουζίνα της που ξέρει µε τον ίδιο τρόπο και τα ίδια υλικά να είναι και πληβεία και εξαιρετικά πατρικία. Τους διάσημους εγκληματίες της, τρομοκράτες ή ληστές, και τους ακόμα ικανότερους διώκτες τους, αστυνομικούς ή δικαστές. Τις πολλές µμικρές πόλεις που στην πραγματικότητα είναι πολλές μικρές πρωτεύουσες µε απαράμιλλη αισθητική, υπέροχα έργα τέχνης και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, χωρίς να ταυτίζονται µε αυτή. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν πήγα να ζήσω στην Ιταλία. Ίσως για να έχω κάτι να ζηλεύω και να ονειρεύομαι, χωρίς να κινδυνεύω να το απομυθοποιήσω µέσα από την απογοήτευση που φέρνει η καθημερινή τριβή. Όλα όμως τα παραπάνω συνδέονται µε κάποιο τρόπο και µε την τέχνη και µε την απαίτηση πολλών για την παραγωγή μιας τέχνης µε εθνικά χαρακτηριστικά. Απαίτηση παράλογη, ειδικά σε εποχή παγκοσμιοποίησης. Πώς μπορεί άλλωστε να οριστεί µε ακρίβεια η πολιτιστική ταυτότητα ενός καλλιτέχνη, όταν ακόμα και ο προσδιορισμός της εθνικής ταυτότητας παρουσιάζει τόσες δυσκολίες; Πόσο περισσότερο μπορεί να µε εκφράζει και να µε αφορά η δημοτική μουσική από τους Beatles, όταν οι τελευταίοι συνόδευσαν από νωρίς τη ζωή µου, ενώ η πρώτη μπήκε σε αυτήν πολύ αργότερα µέσα από διανοητικές διαδικασίες; Πόσο πιο κοντά στο Αιγαίο είναι για µένα το γυμνό τοπίο της Σαχάρας και οι κορυφές του ηφαιστείου της Αίτνας, από τα καταπράσινα τοπία της Χαλκιδικής; ∆εν το ξέρω µε βεβαιότητα. Αλλά γιατί ως δημιουργός ή ως άνθρωπος θα έπρεπε να το ορίσω, να το επιλέξω και ακόμα χειρότερα να το κάνω αποκλειστικό περιεχόμενο της καλλιτεχνικής µου έκφρασης;

Ο φόβος και η θρησκεία

Από μικρό παιδί φοβόμουν. Το σκοτάδι, τη θάλασσα, τις αρρώστιες, τους δασκάλους, τα µεγάλα τετράποδα, την αποτυχία, την αμαρτία, την απόρριψη. Μου πήρε πολλά χρόνια, όχι για να µη φοβάμαι, αλλά για να μετατρέψω τον φόβο σε όπλο απέναντι στη ζωή. Για να ελέγξω τον φόβο, µια και δεν ήταν για µένα εφικτό να τον αγνοήσω. Έτσι κατάλαβα µετά την πρώτη εικοσιπενταετία της ζωής µου ότι η φυγή προς τα µπρος ήταν και αυτή ένα όπλο και ότι έτσι τουλάχιστον επέτρεπα στην ίδια τη ζωή να µε εκπλήξει και να µε οδηγήσει µε το δικό της ρεύμα στη δική της κατεύθυνση. Γι’ αυτό και όταν διάβασα το Μικρό μανιφέστο του Tadeusz Kantor, όπου ο ίδιος επικαλείται και διακηρύσσει τον φόβο του ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης τον αγάπησα ακόμα περισσότερο. Είναι λάθος όμως να συνδέεται ο φόβος µε τη θρησκεία. Και εξίσου λάθος να θεωρείται ως δικαιολογία, ή ως βάση της θρησκείας, η πίστη. Η αμφιβολία και το µμυστήριο είναι αυτά που µε προσελκύουν στην έννοια της θρησκείας. Και δεν νομίζω ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να αποκλείσει την έννοια της θρησκείας, μητέρας των τεχνών και του μυστηρίου, και προνομιακής συνομιλήτριας του Θανάτου. Ο πιανίστας και μαέστρος Daniel Barenboim ισχυρίζεται ότι στην εβραϊκή γλώσσα η ρίζα των λέξεων «τέχνη» και «πίστη» είναι κοινή. Ενδιαφέρον. Οι σκηνοθέτες που έδωσαν τα μεγαλύτερα θρησκευτικά έργα ήταν συχνά αυτοί που δεν δήλωναν πιστοί, αλλά µε κάποιο δικό τους τρόπο ήταν περισσότερο από τους άλλους. Όπως ο Pasolini µε τη Ricotta και το Ευαγγέλιο Κατά Ματθαίον, ο Rossellini µε τον Messia και τον Francesco Giullare del Dio, ο Almodόvar µε το Entre Tinieblas, ο Bunuel µε τον Nazarin. Πώς άλλωστε θα μπορούσαν να μείνουν αδιάφοροι μπροστά στον μεγαλύτερο σκηνοθέτη της Ιστορίας που είναι η Εκκλησία, όλες οι Εκκλησίες, και στο πιο υπέροχο σενάριο του Χριστιανισμού όπου ένας Θεός πεθαίνει και µια Σταύρωση γίνεται σύμβολο μιας θρησκείας; Η τέχνη και η θρησκεία είναι οι μόνες που τόλμησαν να αναφερθούν στο μυστήριο και κυρίως να το αποδεχθούν. Ο Άγιος Αυγουστίνος έλεγε σχετικά µε τον Χρόνο: «Αν µε ρωτήσετε τι είναι, δεν ξέρω. Αν δεν µε ρωτήσετε, ξέρω». Γι’ αυτό δεν έχει νόημά η ερώτηση αν κάποιος πιστεύει ή όχι. Η αμφιβολία και το μυστήριο είναι αυτά που μετράνε.

Σηµαντικές αποφάσεις

Σημαντικές είναι οι αποφάσεις που αλλάζουν όχι µόνο τη διαδρομή αλλά και το περιεχόμενο της ζωής µας. Αυτές τις αποφάσεις νομίζουμε ότι τις παίρνουμε, ενώ στην πραγματικότητα εκείνες µας επιβάλλονται. Και στη συνέχεια απλώς αναζητούμε τους λόγους που συνέβαλαν στην επιβολή τους. Η μόνη συμβολή µας στη διαμόρφωσή τους είναι η ειλικρίνεια των επιθυμιών µας και των προθέσεων µας. Στις αποφάσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται (και πάλι) αυτές που αφορούν τις σχέσεις µας µε τους άλλους. Οι σχέσεις αυτές υπάρχουν ως σύνολο µε όλες τις εναλλαγές και τις συναισθηματικές τους περιπέτειες. Η συμβολή τους δηλαδή στο περιεχόμενο της ζωής µας είναι η ίδια τους η ύπαρξη και όχι οι αλλαγές και μεταπτώσεις που τις διατρέχουν. Η πρώτη απόφαση που µου «προέκυψε» ήταν η εγκατάλειψη της δικηγορίας µετά από δεκατρία συναπτά έτη µαχητικής άσκησής της. Η βασική αιτία ήταν η ξαφνική συνειδητοποίηση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να ξυπνάει κανείς το πρωί και να τον περιμένει μια μέρα χωρίς χαρά. Ίσως αυτό να ακούγεται σαν κακομαθημένη αντίδραση, αλλά είναι µάλλον πιο λογικό να σκέφτεται κανείς από µόνος του εγωιστικά, αντί να περιμένει αργότερα τον ψυχίατρο να τον επαναφέρει σε έναν υγιή εγωισμό. Όσο καλά και να κάνει κάποιος τη δουλειά του, δεν θα την κάνει ποτέ πολύ καλά, αν αυτή δεν του δίνει χαρά. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε σημαντικά ο θάνατος του πατέρα µου που προηγήθηκε από αυτήν κατά τρία χρόνια και µε οδήγησε στη μελέτη της προσωπικής του αλληλογραφίας, από την οποία φάνηκε ότι έκανε τον έμπορο για μια ζωή, χωρίς πραγματικά να το θέλει και, φυσικά, χωρίς οικονομική επιτυχία. Η δεύτερη απόφαση αφορά τη στροφή µου στη διδασκαλία της φωτογραφίας. Ξεκίνησε και αυτή ως χόμπι, όπως άλλωστε όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα. Όσα διάβαζα και μάθαινα για τη φωτογραφία τα μετέφερα σε δυο φίλες µου που µε επισκέπτονταν στο δικηγορικό µου γραφείο, εκ των οποίων μάλιστα η µία έγινε αργότερα σύζυγός µου. ∆εν περίμενα μάλιστα ούτε ότι αυτή η δραστηριότητα θα µου έδινε τόση χαρά, ούτε ότι θα κατέληγε να αποτελέσει τον βασικό βιοπορισμό µου. Η τρίτη σημαντική απόφαση ήταν η εγκατάσταση στη Σύρο. Σε µια συνέντευξη είχα δώσει επιγραμματικά τις ακόλουθες δικαιολογίες: «α) ∆εν µου αρέσει να ονειρεύομαι τις Κυκλάδες έντεκα μήνες και να τις ζω τον Αύγουστο. β) Η Αθήνα έχει όλα τα κακά της μεγαλούπολης και κανένα από τα καλά της. γ) Ό,τι καλύτερο έχει η Ελλάδα νομίζω πως βρίσκεται στο Αιγαίο. δ) Η γυναίκα µου δεν μπορεί να ζει μακριά από τη φύση και εγώ δεν μπορώ να ζω μακριά από τη γυναίκα µου». Πέρα όμως από αυτά τα αναμφισβήτητα και αληθινά, ήταν όνειρό µου να φτιάξω έναν ιδανικό χώρο σεμιναρίων μακριά από την Αθήνα. Έτσι, έξω από τον απειλητικό κόσμο της καθημερινότητας, στη Σύρο έφτιαξα το καταφύγιό µου που συγκεντρώνει την οικογένεια και τους φίλους, τη φύση και την τέχνη όπως ιδανικά τα έχω όλα αυτά ανάγκη. Οι αποφάσεις αυτές ήταν όλες βουτιά στο κενό χωρίς δίχτυ προστασίας. Καμία δεν ελήφθη µε υπολογισμό της ασφάλειας ή µε βεβαιότητα για την εξέλιξή της. Άφησα τη δικηγορία χωρίς οικονομική κάλυψη, ασχολήθηκα µε τη διδασκαλία χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς εξασφαλισμένες θέσεις εργασίας και μετακόμισα στη Σύρο από τη μια μέρα στην άλλη µε όλη την οικοσκευή αλλά χωρίς σπίτι. Όλες όμως οι σημαντικές αποφάσεις πρέπει να είναι πήδημα στο κενό. Αλλιώς είναι κινήσεις τακτικής και όχι αποφάσεις ζωής. 

Η φωτογραφία

Ο πατέρας µου φωτογράφιζε τις εκδρομές µας στην Ελλάδα και έστηνε τα οικογενειακά άλυπουµ µε τις φωτογραφίες των προγόνων. Αγαπούσε τα μεταπολεμικά εικονογραφημένα περιοδικά, το Life, το Look, το Pageant κ.ά., τα οποία πολύ συχνά αγόραζε από τα λιγοστά περίπτερα που τότε τα έφερναν. Εγώ αντίθετα προτιμούσα τα κινηματογραφικά Cinémonde και Photoplay από τη Γαλλία και την Αµερική, ίσως γιατί τα κινηματογραφικά pin-ups ερέθιζαν τη νεανική µου φαντασία περισσότερο από τις φωτογραφίες των ειδήσεων. Όταν ήγουν δέκα χρόνων, ανακάλυψα στο σπίτι τον κατάλογο, της πρόσφατης τότε –και διάσημής µμετέπειτα– φωτογραφικής έκθεσης The Family of Man. Μου έκανε µμεγάλη εντύπωση και θυμάμαι ακόμα την προσοχή µε την οποία µμελετούσα κάθε φωτογραφία της, αλλά και πάλι δεν εκδήλωσα την παραμικρή φωτογραφική έφεση. Για τις νεανικές µου εκδρομές δανειζόμουν μηχανές και έβγαζα τις πιο συμβατικές και απρόσωπες φωτογραφίες. Όταν όμως στην ηλικία των τριάντα ενός χρόνων άρχισε η εσωτερική µου μάχη µε τη δικηγορία, η φωτογραφία µου φάνηκε σαν το πιο προσιτό βήμα προς µια καλλιτεχνική δημιουργία στη σκιά της οποίας μεγάλωσα χωρίς ποτέ να τολμήσω να τη διεκδικήσω. Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Νύχτες ολόκληρες περνούσα μελετώντας την τεχνική και πολύ-πολύ γρήγορα ένα µμεγάλο δωμάτιο του σπιτιού μετατράπηκε σε σκοτεινό θάλαμο. Το ενδιαφέρον για τη δικηγορία είχε πλέον μηδενιστεί, ενώ η φωτογραφία μού άνοιγε δρόμους που δεν είχα φανταστεί. Σε πολύ λίγα χρόνια η φωτογραφία γέμισε τις ώρες µου και τη ζωή µου. Μόνο που ενώ την ξεκίνησα πιστεύοντας ότι είναι εύκολη, κατέληξα να θεωρώ ότι ίσως να είναι η πιο δύσκολη από τις τέχνες. Πρώτον, γιατί είναι η πιο φτωχή, η πιο γυμνή. ∆δεύτερον, γιατί είναι προκλητικά αφηρημένη αφού η ίδια της η  φύση είναι να δείχνει µε ακρίβεια κάτι γνωστό για να πει κάτι άγνωστο και διαφορετικό. Τρίτον, γιατί αν δεν είναι καλή, είναι για πέταμα. Ο θεατής δεν έχει να πιαστεί από πουθενά. Τέταρτον, γιατί είναι η πιο δημοφιλής και επίκαιρη τέχνη και ταυτόχρονα η πιο παρεξηγημένη και η πιο άγνωστη. Πέμπτον, και κυριότερο, διότι συνδιαλέγεται µε τον θάνατο περισσότερο και αμεσότερα από κάθε άλλη τέχνη, αφού ταυτίζεται –και συγχέεται– µε τη μνήµη.

Ο κινηµατογράφος

Ίσως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυµάτων, του Disney να ήταν η πρώτη ταινία που είδα σε ηλικία έξι ετών, το 1951. Ακολούθησαν όλες οι αµερικάνικες µουσικές κωµωδίες, οι συχνές επισκέψεις στο Σινεάκ της Πανεπιστηµίου, τα παιδικά πάρτι µε τις προβολές του Charlot, του Tom Mix, του Roy Rogers και των cartoons του Disney. Ο κινηματογράφος µε μάγευε. Μετά ξεκίνησαν οι κυριακάτικες προβολές στο «Άστυ» από τις αδελφές Μητροπούλου –τέλη του 1950 πρέπει να ήταν– και αρκετά αργότερα οι προβολές του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου και του Ρούσσου Κούνδουρου στο «Ρόδον». Ήμασταν –εγώ και λίγοι φίλοι– τακτικοί θαμώνες. Κάποιοι µας είχαν αποκαλέσει οι Λολίτες της Λέσχης. Η παρέα µου µε τον Παντελή Βούλγαρη τα καλοκαίρια στο Παλαιό Ηράκλειο µού έμαθε πολλά. Λίγο μεγαλύτερός µου, και από τότε μανιακός µε τον κινηματογράφο. Σκηνοθετούσε τα παιχνίδια µας, φωτογραφιζόμασταν σε στημένες πόζες και τρέχαμε από θερινό σε θερινό κινηματογράφο, στη Μαγκουφάνα ή στο Μαρούσι, όταν βέβαια δεν χορεύαμε ροκ, στο οποίο και οι δύο είχαμε καλές επιδόσεις. Άγνωστο γιατί, και παρά το ζωντανό και κοντινό παράδειγμα του Παντελή, δεν σκέφτηκα ποτέ ότι μπορούσα να κάνω τον σκηνοθέτη. Πιθανώς τα αστικά µου στερεότυπα να ήταν τότε βαθιά ριζωμένα.  Όταν έφτασε η ώρα να εγκαταλείψω τη δικηγορία ήταν η λογική πλέον που µε απέκλεισε από τη σκηνοθεσία µε σιωπηρά επιχειρήματα όπως ότι είναι πια αργά, ή ότι θα πρέπει πάλι να τρέχω πίσω από τα χρήματα, ή ότι ζούμε στην Ελλάδα και άλλα παρόμοια. Ο κινηματογράφος όμως παρέμεινε η πιο βαθιά µου αγάπη και οι νέες τεχνολογίες µού έδωσαν τη δυνατότητα να αποκτήσω µια συλλογή ταινιών τόσο μεγάλη που τα παλιά τα χρόνια θα φάνταζε σαν όνειρο ακόμα και για τις αξέχαστες αδελφές Μητροπούλου. Τα κινηματογραφικά σεµινάρια-αφιερώµατα που κάνω εδώ και δώδεκα χρόνια συγκεντρώνουν πολύ µμικρότερο κοινό από όσο θα περίμενε κανείς σε σχέση µε τη διάδοση της κινηματογραφικής τέχνης. Ίσως διότι οι περισσότεροι που βλέπουν ταινίες θεωρούν ότι ξέρουν και να βλέπουν. Όπως άλλωστε συμβαίνει και µε όσους βλέπουν φωτογραφίες. Μόνο που συνήθως αυτοί που βλέπουν φωτογραφίες αποπειρώνται και να τις κάνουν, και τότε, μερικοί, αντιλαμβάνονται ότι το πρόβλημα είναι πως δεν βλέπουν. Και το να βλέπεις σωστά σε μεγάλο βαθμό μπορεί να διδαχθεί. Θαυμάζω και λυπάμαι τους σκηνοθέτες διότι είναι υποχρεωμένοι να κτίσουν ένα τεράστιο και πολυσύνθετο οικοδόμημά, που είναι η κάθε ταινία τους, µε κόπο και χρήμα δυσανάλογο σε σχέση µε την ελάχιστη ουσιαστική και έμπειρη υποδοχή που μπορεί να έχει. Και το χειρότερο είναι ότι µόνο στο τέλος θα γίνουν και αυτοί θεατές και κριτές της ταινίας τους, την οποία όμως, αντίθετα από τους φωτογράφους που μπορούν να σχίσουν και να πετάξουν τη φωτογραφία τους, θα είναι υποχρεωμένοι να την υφίστανται όλη τους τη ζωή, είτε τους άρεσε είτε όχι.

Η µουσική

Η μητέρα µου ήξερε μουσική. Έπαιζε πιάνο και ήταν μαθήτρια της Gina Bachauer. Φαίνεται πως πίστευε ότι ήμουν ένας μικρός Mozart, γιατί µε έβαλε στο πιάνο τριών ετών, αλλά άρχισα να κλαίω. Η μουσική µου μόρφωση σταμάτησε εκεί. Ο πατέρας µου αγάπησε τη µουσική από έναν γερµανό παπά, δάσκαλό του στο Σχολείο των Αδελφών Χριστιανών (Fratelli delle scuole cristiane) της Ρώμης, ο οποίος του τραγουδούσε Missa Solemnis και διάφορα θρησκευτικά άσµατα στο προσκέφαλό του, όταν ήταν αδιάθετος. Εγώ συνήθισα να ακούω στο σπίτι μουσική και να την αγαπώ χωρίς να το πολυσκέφτομαι. Οι μουσικές βραδιές που οργάνωναν οι γονείς µου στο σπίτι µε έμαθαν όμως να ακούω σοβαρά τη μουσική. Όταν η οικονομική καταστροφή του πατέρα µου τον ανάγκασε να πουλήσει όλη τη δισκοθήκη του, μαζί µε το πικάπ και το πιάνο, η απουσία της μουσικής μού φάνηκε αβάσταχτη. Με ένα ταπεινό μπομπινόφωνο ξεκίνησα τότε τη δική µου συλλογή κλασικής μουσικής. Και έκτοτε δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Έμεινα όμως µε το παράπονο ότι δεν είμαι παρά ένας παθητικός ακροατής, που παραμένει έκθαμβος μπροστά σε έναν κόσμο που του διαφεύγει. Όντας όμως και χορευταράς δεν ήταν δυνατόν να µην αγαπώ και τη μουσική που µας έκανε να ερωτευόμαστε και να χορεύουμε στα πάρτι. Η μουσική αυτή είχε για µένα και τους φίλους µου τουλάχιστον δύο κύριες προελεύσεις. Αφενός την Αµερική (δεν έχει πει άδικα ο Wim Wenders ότι η ψυχή της γενιάς µας αποικιοκρατία από την Αμερική) και αφετέρου την Ιταλία. Από τον Frankie Laine και τους Platters και από τον Presley και τους Beatles µέχρι τον Sergio Endrigo και, λίγο αργότερα, την Ornella Vanoni. Όσο για τους Γάλλους, αυτοί µας απασχολούσαν διανοητικά. Ο Jacques Brel ή ο Serge Reggiani γέμιζαν τις μεταμεσονύκτιες ώρες των βαθυστόχαστων συζητήσεων. Η ελληνική μουσική ήταν τότε για µας απούσα. Για λίγο γοητευτήκαμε από το ρεμπέτικο και αναποδογυρίσαμε λίγα τραπέζια μερακλωμένοι, αλλά ήταν φανερό πως απλώς παίζαμε κάποιους ρόλους. Η μουσική όμως εξελίχθηκε και στο προνομιακό πεδίο των συγκρίσεων στη διάρκεια της διδασκαλίας µου. Όταν κάτι δεν γίνεται κατανοητό, αρκεί να το μεταφέρουμε στον χώρο της μουσικής. Της τέχνης δηλαδή που κινείται σε έναν αποκλειστικά δικό της αφαιρετικό κόσμο, όπως είναι ο κόστος κάθε τέχνης, έστω και αν προς στιγμή νομίζουμε ότι µας δείχνει, κατασκευάζει, αφηγείται ή προβάλλει κάτι συγκεκριμένο. Ο χώρος της µουσικής όπως και όλης της τέχνης είναι εκείνος της αφαίρεσης, του μυστηρίου και της ποίησης.

Οι άλλες τέχνες

Ο καθένας µας γνωρίζει καλύτερα τις τέχνες εκείνες µε τις οποίες για κάποιο λόγο ήρθε σε στενότερη επαφή. Αυτό σημαίνει ότι σε αυτές μπορεί να καταλάβει και να θαυμάσει ακόμα και τις απόπειρες για ένα καλό έργο ή και να εκτιμήσει την ποιότητα μιας αποτυχίας. Αυτό από µένα είναι εφικτό µόνο για τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Η σχέση µου µε τις άλλες τέχνες µπορεί να είναι από αρκετά στενή μέχρι λίγο αδιάφορη, πάντως δεν είμαι σε θέση να συμβουλεύσω ή µε ασφάλεια να κρίνω. Με το θέατρο δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα καλή σχέση. Η πρώτη παράσταση που είδα πρέπει να ήταν το Αυγουστιάτικο φεγγάρι στο Θέατρο Τέχνης. Έκτοτε, στα νεανικά µου χρόνια, δεν έχασα καμία παράσταση του Κουν, όπως και σχεδόν καμία στο Ηρώδειο, που αποτέλεσε για τους νέους -τη δεκαετία του 1960- πηγή σημαντικών γνώσεων. Είδα παραστάσεις μεγάλων σκηνοθετών και τις απόλαυσα. ∆εν αντέχω όμως να δω μέτριο θέατρο -πράγμα που σημαίνει ότι δεν το αγαπώ-  ενώ, αντίθετα, µε ενδιαφέρει πολύ η μέτρια φωτογραφία και ο µέτριος κινηματογράφος. Με την ποίηση έχω έλξη και απορία. Στιγμές ενθουσιασμού και άλλες αμηχανίας. Πάντως όχι σιγουριά. Μεγαλύτερο έρωτα νιώθω για τη ζωγραφική. Έχω πολλές φορές επισκεφτεί τα μεγάλα μουσεία και συνήθως τα ταξίδια µου καθορίζονται µε στόχο τις επισκέψεις µου σε αυτά. Σπανίως όμως θα επισκεφτώ μια γκαλερί. Και πάλι µε μεγάλη δυσκολία και αμφιβολία θα μπορέσω να συμβουλέψω έναν νέο ζωγράφο. Με τη λογοτεχνία έχω το πρόβλημα ότι μετά την περίοδο της νιότης -όταν λίγο πολύ όλοι κυκλοφορούσαμε µε ένα βιβλίο στο χέρι- την έχω αντικαταστήσει µε τον κινηματογράφο. Και τώρα μένω µε την ανυπομονησία προτού πεθάνω να διαβάσω ή να ξαναδιαβάσω μερικούς πολύ μεγάλους. Η σχέση µου µε τον χορό είναι πολύ πιο στενή. ∆εδεομένου ότι η πρώην σύζυγός µου ήταν χορογράφος γνώρισα από πολύ νωρίς τον χορό και είδα τους περισσότερους μεγάλους εκπροσώπους του στην Ελλάδα, τη Γαλλία ή την Αμερική. Το διαζύγιό µου έφερε αναπόφευκτα και τον χωρισμό µου από αυτή την τέχνη, αφού είχε ταυτιστεί µε ένα άτομο. Παραμένει όμως μέσα µου μια έλξη και αρκετές γνώσεις. Ξέρω ότι επικρατεί µια άποψη που υποστηρίζει ότι όλες οι τέχνες είναι µία. Είμαι πολέμιος αυτής της ιδέας. Μπορεί οι στόχοι και οι προβληματισμοί να είναι κοινοί, αλλά η γλώσσα και η µμέθοδος είναι κάθε φορά διαφορετικές. Και αυτές αλλάζουν και την προσέγγιση και το περιεχόμενο. Υπάρχει ένα γενικό «καλλιτεχνικό γεγονός», το οποίο κάθε φορά παίρνει τη μορφή άλλων συγκεκριμένων γεγονότων, π.χ. φωτογραφικού, κινηματογραφικού κλπ., τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους, όσο κοντά και αν φαίνονται. Μπορεί η Pina Bausch να χρησιµοποιεί πολλά σκηνικά ευρήματα, αλλά παραμένει Χορός, όπως ο Tadeusz Kantor χρησιµοποιεί πολύ την κίνηση, αλλά παραμένει Θέατρο. Ο κάθε καλλιτέχνης πρέπει να γνωρίσει και να ελέγξει τα συγκεκριμένα όπλα που αποτελούν το οπλοστάσιο της δικής του τέχνης. Κάθε έργο του είναι αφενός µια πρόταση σε σχέση µε τον προσωπικό του κόσμο και άλλη µία σε σχέση µε την τέχνη του.

Η µόρφωση

Υπάρχουν δύο είδη μόρφωσης. Αυτή που σου επιβάλλουν και αυτή που επιλέγεις. Η δεύτερη έχει το πλεονέκτημά της διάρκειας και του βάθους. Όταν κάποτε ρώτησαν τη γαλλίδα συγγραφέα Marguerite Yourcenar, πώς ήταν τόσο μορφωμένη αφού δεν είχε πάει ποτέ στο σχολείο, απάντησε ότι το ένα πράγμα σε οδηγεί στο άλλο. Και πράγματι έτσι κανείς κτίζει τη μόρφωσή του, αρπάζοντας αυτό που βρίσκεται μπροστά του. Η μόρφωση που κτίζεται µε αυτό τον τρόπο δεν τελειώνει ποτέ και δεν ξεχνιέται ποτέ. Στηρίζεται στις επιλογές και τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου. Είναι δηλαδή «κομμένη στα μέτρα του». Δυστυχώς όμως η επίσημή παιδεία δεν προετοιμάζει τους ανθρώπους να αναζητούν τη μόρφωση. Προτιμάει να τους κάνει υποχρεωτικούς αποδέκτες μιας συγκεκριμένης μόρφωσης. Γι’ αυτό και πριμοδοτεί την ανάλυση από τη σύνθεση και τη λεπτομέρεια από το σύνολο. Αλλά πάνω από όλα δεν τονίζει τον κύριο λόγο τής χρησιμότητας της µμόρφωσης, που είναι ότι οδηγεί στην απόλαυση και τη χαρά. Αλλιώς η γνώση δεν µπορεί να είναι παρά κάτι εφαρμοσμένο και πρακτικό. Αν όμως κάποιος νιώσει τη χαρά, τότε την αναζητεί. Αυτή ήταν και η απάντησή µου σε έναν από τους πρώτους μαθητές µου που αναρωτιόταν γιατί η τέχνη θέλει κόπο για να την προσεγγίσεις. Επειδή ακριβώς οδηγεί σε πολύ μεγάλη και διαρκή απόλαυση. Και είναι αυτή η απόλαυση που µας κάνει να αρπάζουμε ό,τι η τύχη φέρνει μπροστά µας και να ακολουθούμε το νήμα αυτών των τυχαίων συναντήσεων. Γνώρισα και αγάπησα τους αρχαιολογικούς χώρους επειδή τους επισκεπτόμουν µε τον πατέρα µου. Γνώρισα και αγάπησα τον χορό επειδή έζησα µε µια χορεύτρια. Επισκέφτηκα τη Villa Adriana κοντά στη Ρώµη επειδή αγαπούσα τα αρχαία. Φωτογράφισα τα αγάλματα στη Villa Medici επειδή µου θύµιζαν το χορό που γνώριζα. Διάβασα τα Απομνημονεύματα του Αδριανού της Yourcenar, επειδή είχα γοητευτεί από την επίσκεψή µου στη βίλα του. Έμαθα ότι ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν γιος του και θυµήθηκα ότι τα Απομνημονεύματα του Μάρκου Αυρηλίου ήταν ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα του πατέρα µου. Διάβασα τα βιβλία της νομπελίστριας από τη Νορβηγία Selma Lagerloef όταν έμαθα γι’ αυτήν από ένα βιβλίο της Yourcenar. Από τον Proust ανακάλυψα την αξία του Robert Louis Stevenson που τον ήξερα µόνο από τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Έδειξα ειδικό ενδιαφέρον για τον Henri Cartier-Bresson επειδή λάτρευε τον Bach. Ανακάλυψα τον John Ford µέσα από τον θαυμασμό του Wenders γι’ αυτόν, και τον Douglas Sirk µέσα από την αγάπη του Almodόvar γι’ αυτόν. Εκτίμησα τον John Szarkowski και διάβασα µε προσοχή τα κείμενά του γιατί αυτός ανακάλυψε τον Garry Winogrand και την Diane Arbus. Έµαθα τον Atget από τον Winogrand και δίδαξα στους μαθητές µου και τους δύο. Αυτά όλα σημαίνουν προσωπική μόρφωση και στοιχειοθετούν την πνευματική συγγένεια. Το ένα σε πάει στο άλλο και σιγά-σιγά κτίζεται ένας κόσμος. Και αυτό δεν τελειώνει ποτέ.

Οι δάσκαλοί µου

∆εν µπορεία κανείς να ελπίζει πως θα έχει πολλούς δασκάλους στη ζωή του. Είχα την τύχη να έχω έναν εξαιρετικό στο δημοτικό σχολείο (Εκπαιδευτήριο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, γνωστό σαν του «Μακρή», στη Νεοφύτου Βάµβα), τον κ. Οδυσσέα Παπαχαραλαµπίδη. Βιολιστής και παθιασμένος µε την κλασική μουσική, τον θυμάμαι όταν ήμουν στην Τρίτη Δημοτικού να ακούει σπίτι µας Oistrakh (δεν είχανε πολλοί τότε τη δισκοθήκη του σπιτιού µας) και να χτυπάει γεμάτος θαυµασµό το χέρι του αναφωνώντας: «Τον άτιμο!». Πολλά χρόνια μετά, περπατώντας στον δρόμο µε τη δικηγορική µου τσάντα, έπεσα επάνω του. Και εκείνος, παρά την ηλικία του και παρά τη γενειάδα που είχα τότε αφήσει, µε αναγνώρισε αμέσως. Στην έκπληξή µου απάντησε: «Μα πώς ήταν δυνατόν να σε ξεχάσω;». Στο γυμνάσιο (Βαρβάκειο, στην οδό Κωλέττη) είχα τον φιλόλογο Νίκο Σούλια. Με έκανε να αγαπήσω την ποίηση. Στη Νομική οι καλοί καθηγητές την εποχή εκείνη ήταν πάρα πολλοί. Πώς όμως µποριές να ξεχωρίσεις κάποιον, όταν το αντικείμενο σε αφήνει αδιάφορο; Στη φωτογραφία ξεχώρισα έναν που µε γοήτευσε και µε επηρέασε βαθύτατα. Τον χαρισματικό Garry Winogrand. Παρά τη διαφορά των χαρακτήρων µας η παρέα µας ήταν τόσο στενή, ώστε είχαμε σχεδιάσει εξίσου στενή µμελλοντική συνεργασία. Ο ξαφνικός του θάνατος την επόµενη χρονιά της γνωριμίας µας µε άφησε µόνο µε τον θαυμασμό µου και τις αναμνήσεις µου. ∆εν είναι λίγο. Τα γαλλικά µου (που είναι καλά, νομίζω) τα οφείλω στην καλοσυνάτη (και µάλλον άσχημη) Madame Marie. Επί επτά χρόνια, από την ηλικία των πέντε, µου μάθαινε τη γλώσσα µε επιµονή και υπομονή µέσα από τα παραµύθια της Comtesse De Ségur κι εγώ εξίσου επίμονα αρνιόμουν να μιλήσω. Μέχρι που εμφανίστηκε η νέα και όμορφη Madame Liontas για να λυθεί η γλώσσα µου. Είχα τη χαρά µετά από χρόνια να καθησυχάσω την υπέργηρη Madame Marie ότι σε εκείνη όφειλα τα γαλλικά µου. Και κατ’ επέκταση μεγάλο μέρος των εγκυκλοπαιδικών µου γνώσεων. Θα τολμήσω όμως να πω ότι οι πιο σημαντικοί έµµεσοι δάσκαλοι µου ήταν οι γονείς µου και το σπίτι µας. Μέσα από την παρουσία τους, τη συμπεριφορά τους και τη δική τους ζωή. Οι γονείς µου δεν ήταν διανοούμενοι. Ο πατέρας µου ήταν έμπορος και η μητέρα µου νοικοκυρά. Η κουλτούρα όµως ήταν µε φυσικό τρόπο ενταγμένη στην καθημερινότητά τους. Η μεγάλη πολύγλωσση βιβλιοθήκη, η εξίσου σημαντική δισκοθήκη, οι συχνές επισκέψεις στα θέατρα και στους κινηματογράφους, οι συναρπαστικές συζητήσεις µε τους φίλους τους, όλα ήταν αφορμή για μόρφωση. Τα βιβλία που ο πατέρας µου κρατούσε ευλαβικά στο κομοδίνο του -τα Δοκίμια του Emerson και τα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου-, τα κομμάτια του Bach που έπαιζε η μητέρα µου καθημερινά στο πιάνο, ακόµα και τα διασκεδαστικά τους τσακώµατα όταν ο πατέρας µου υποστήριζε (για να την πειράξει) τον Mozart σε σχέση µε τον Bach µε το επιχείρημά ότι ο πρώτος τον ηρεμεί και ο δεύτερος τον ταράζει. Πειραματίστηκε μάλιστα και µε τον σκύλο µας, τον Graf, βάζοντάς τον μπροστά στο πικάπ να ακούει και τους δύο για να δει µε ποιον θα κάτσει περισσότερη ώρα ήσυχος. Και νομίζω ότι κέρδισε διότι ο Graf προτίμησε τον Mozart.

Οι καλλιτέχνες-δάσκαλοί µου

Είμαι ευγνώμων επειδή υπήρξαν και υπάρχουν όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες. Χωρίς αυτούς η ζωή θα ήταν πολύ πιο μονότονη, διότι δεν θα γνωρίζαμε άλλους κόστους πέρα από αυτόν που βλέπουμε. Λυπάμαι που δεν έχω τον χρόνο να γνωρίσω τους κόσμους πολλών άλλων µμεγάλων καλλιτεχνών, αλλά παρηγορούμαι όταν σκέπτομαι ότι και μόνον η γνωριμία ενός αρκεί για να αποκτήσει νόηµα μια ζωή. Ο Marcel Proust ήταν ίσως η πιο σημαντική «γνωριμία» της ζωής µου. Το πολύτοκο έργο του µε ατένιζε επί χρόνια προκλητικά πάνω από τα ράφια της οικογενειακής βιβλιοθήκης. Αρκετές φορές ξεκίνησα την περιπέτεια της ανάγνωσής του, αλλά την εγκατέλειψα μόλις η ανία ήρθε να µε αποκοιμίσει, πιστός στην αρχή µου ότι δεν διαβάζεις για να μάθεις αλλά για να χαρείς. Ήρθε όµως η ανεξήγητη στιγμή, γύρω στα τριάντα µου, όταν «χώθηκα» στα βιβλία του και παρακαλούσα να µην ξαναβγώ. Νομίζω ότι µετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο η θεώρηση του κόσμου για µένα άλλαξε. Κάτι ανάλογο συνέβη µε τη Marguerite Yourcenar. Τα βιβλία της, αρχικά ερμητικά και ύστερα φιλόξενα και σαγηνευτικά, µε οδήγησαν στην πόρτα του σπιτιού της στη Βόρεια Αμερική το 1983, µόνο και µόνο για να βρεθώ κοντά σε κάποιον που µου προκαλούσε τόσο σεβασμό και θαυμασμό. Εκείνο το απόγευμά στη βεράντα της θα παραμείνει από τα πιο σημαντικά συμβάντα της ζωής µου. Μέσα σε λίγες ώρες κατάλαβα την αξία της ακρίβειας των λέξεων και των σκέψεων. Ο André Malraux µε βοήθησε µε τα δοκίμιά του για την τέχνη και µε την ποιητική προσέγγιση της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Κάτι που ουδέποτε δέχτηκαν, ούτε κατάλαβαν, οι περισσότεροι επιστημονικολάτρες ιστορικοί της τέχνης. Είναι φανερό άλλωστε ότι όσο µμεγαλύτερη αμηχανία ή πανικό νιώθει κανείς μπροστά στο μυστήριο της τέχνης, τόσο περισσότερο καταφεύγει στα τεχνάσματα των επιστημονικών κατασκευών για να ανταπεξέλθει, δηλαδή για να αρνηθεί το ίδιο το μυστήριο. O Tadeusz Kantor, µε τα λίγα θεατρικά του έργα που είδα σε τηλεοπτικές αναπαραγωγές και µε τα μαγευτικά φιλοσοφικο-ποιητικά του κείμενα, πήρε προνομιακή θέση ανάμεσα στους φάρους που µε οδηγούν. Προτιμώ γενικά τους καλλιτέχνες που µιλούν για το έργο τους και την τέχνη παρά τους επιστήμονες - θεωρητικούς. Οι ελάχιστοι καλλιτέχνες που έχουν το χάρισµα του λόγου έχουν πάντα και το προνόμιο της ακριβολογίας. Ο Walker Evans, ο Garry Winogrand, ο Robert Frank, ο Picasso, ο Matisse, ο Francis Bacon, o Alberto Giacometti, ο Wassily Kandinsky, ο Andrei Tarkovsky, ο Roberto Rossellini, ο Jean Renoir, ο Federico Fellini, ο Mstlsav Rostropovich, ο Daniel Barenboim, ο Claudio Abbado, o Igor Stravinsky, ο Γιώργος Σεφέρης, ο T.S. Eliot, κ.ά. είναι πολύτιμοι βοηθοί της διδασκαλίας µου και τους επικαλούμαι συχνά. Οι σκέψεις τους έγιναν δικές µου.

Τέχνη ή διασκέδαση

Με τρομάζει η οποιαδήποτε µμαζικότητα. Γιατί σε καθετί µαζικό ο κοινός παρονομαστής κατ’ ανάγκην βρίσκεται σε πιο χαμηλό επίπεδο. Έτσι, και η εμπορευματοποίηση των τεχνών που πήρε τη μορφή διασκέδασης στοχεύει στη μαζικότητα -και πολύ λογικά, διότι αλλιώς τι εμπορευματοποίηση θα ήταν- και αποφεύγει να στηριχτεί στην καλλιέργεια του κάθε ατόμου. Πολλοί παρεξηγούν τη μαζικότητα και της προσδίδουν δημοκρατικό χαρακτήρα, ενώ αντίθετα στιγματίζουν την καλλιέργεια χαρακτηρίζοντάς την «ελιτισμό». Στην πραγματικότητα όμως η ενασχόληση µε τις τέχνες προϋποθέτει την έννοια του δημιουργού, είτε από την πλευρά του καλλιτέχνη είτε από αυτή του ακροατή ή θεατή. Και δημιουργός σημαίνει ατομικότητα και η ατομικότητα πρέπει να στοχεύει προς το άριστο, που δεν είναι άλλο από το διακεκριμένο, το «ελίτ». Είναι μάλιστα παράλογο σε μια εποχή που το πολιτικό της πιστεύω στρέφεται όλο και περισσότερο προς τον σεβασμό του ατόμου, της προσωπικότητάς του και του ιδιωτικού του χώρου, και απομακρύνεται από μια ισοπεδωτική κοινωνική αντίληψη που επί πολλά χρόνια καταπίεσε την ατομικότητα προς όφελος ενός πλασματικού συνόλου, να πριμοδοτείται µια προσέγγιση της τέχνης µε τη μορφή της μαζικής και κατά συνέπεια απλουστευτικής διασκέδασης. Η εισβολή των αντιλήψεων της αγοράς στον χώρο της τέχνης γίνεται µε πολλούς άμεσους και έμμεσους τρόπους. Με την επιβολή της λογικής των θεσμοθετημένων πανεπιστημιακών πτυχίων (δηλαδή, µε τον καθιερωμένο κοινωνικό ελιτισμό). Με το κυνήγι της δημοσιότητας και της διαφήμισης. Με την υποβάθμιση των δημιουργών σε όφελος όλων των πέριξ αυτών (δημοσιογράφων, κριτικών, επιμελητών, θεωρητικών κλπ.). Με την προώθηση των φεστιβάλ και των μαζικών εκδηλώσεων που υποβαθμίζουν και πάλι τη σημασία του κάθε µμεμονωμένου δημιουργού σε όφελος των διοργανωτών. Με την οικονομική αξία, την ανταποδοτικότητα και την κοινωνική αποδοχή ως κριτηρίων καλλιτεχνικής αξίας. Με την πρωτοκαθεδρία των εξωκαλλιτεχνικών μηνυμάτων, η πρόσληψη των οποίων δεν προϋποθέτει καλλιτεχνική καλλιέργεια. Με την κυριαρχία των διαφόρων like και dislike του διαδικτύου, που πριμοδοτούν το γούστο σε βάρος της καλλιέργειας και την αυθαιρεσία της προσωπικής άποψης σε βάρος της γνώσης. Η μουσική έχει υποστεί πρώτη τις συνέπειες της εμπορευματοποίησης («η κλασσική δεν πουλάει»). Όσο περισσότερο μάλιστα διαδίδονται τα φορητά µέσα που επιτρέπουν τη διαρκή κατανάλωση μουσικής ως φόντο στην οποιαδήποτε καθημερινή δραστηριότητα, τόσο θα ωφελούνται τα προϊόντα της μουσικής βιομηχανίας, όπως και κάθε βιομηχανίας διασκέδασης, σε βάρος οποιασδήποτε σοβαρής καλλιτεχνικής µη διασκέδασης. Ο καλός κινηματογράφος, που παράγεται µε πολύ κόπο και πολύ σπάνια, είναι αρκετά ακριβός ώστε να γίνεται απαγορευτικός, αλλά όχι τόσο ώστε να κερδίζει χρήματα για να συνεχίσει να υπάρχει. Οι μεγάλες και πανάκριβες κινηματογραφικές παραγωγές κερδίζουν από τα εξωκινηματογραφικά προϊόντα που διαδίδουν και πουλάνε, µε προφανή συνέπεια ο κοινός παρονομαστής να κατεβαίνει ακόμα περισσότερο. Οι τηλεοπτικές παραγωγές εξασφαλίζουν την επιτυχία των θεατρικών παραγωγών. Η τηλεοπτική μαζικότητα παρασέρνει και πάλι την ποιότητα. Η φωτογραφία διαδίδεται σε βάρος του λόγου ως ευκολότερη από αυτόν και όχι ως εξίσου δύσκολη, όπως θα έπρεπε να θεωρείται. Τα κινητά τηλέφωνα και το διαδίκτυο μετατρέπουν τη φωτογραφία σε μαζική νεύρωση. Οι εμπορικές μορφές της (διαφήμιση, ρεπορτάζ, τουρισμός, αθλητισμός κλπ.) καθαγιάζονται και καταλαμβάνουν μεγαλύτερο χώρο από αυτόν που τους αναλογεί σαν συνέπεια μιας σκόπιμής ανάμιξής τους µε την τέχνη. Η ζωγραφική ακολουθεί τον εντυπωσιασμό, την ευρηματικότητα και τη χρηµατοθηρία της show business. Οι ασχολούμενοι µε την «προώθηση» (λέξη που παραπέμπει σε προϊόντα) των τεχνών και των καλλιτεχνών υιοθετούν πλέον ανερυθρίαστα τον εμπορικό τίτλο του cultural manager («πολιτιστικού διαχειριστή»). Επειδή όμως η αισιοδοξία δεν μπορεί να µε εγκαταλείψει και επειδή η αισιοδοξία δεν έχει σχέση µε την ελπίδα, αφού αυτή συχνότατα διαψεύδεται ενώ η αισιοδοξία ποτέ, εξακολουθώ και θα εξακολουθώ να εκπλήσσομαι και να συγκινούμαι κάθε φορά που «πέφτω» πάνω σε έναν νέο πραγματικά καλό φωτογράφο, σκηνοθέτη, ζωγράφο, συνθέτη. Υπάρχουν και πρέπει να ενθαρρύνονται. Να γίνονται «σνοµπ» ώστε να περιφρονούν τα κριτήρια του συρµού μιας εμπορευματοποιημένης καλλιτεχνικής κοινότητας. Διότι η μαζικότητα, η βιομηχανοποίηση και η μετατροπή κάθε τέχνης σε διασκέδαση είναι περαστικά φαινόμενα. Η τέχνη κουράζει και δεν διασκεδάζει, αλλά ανταμείβει µε συγκίνηση και χαρά. Οι σημαντικοί δημιουργοί πάντα θα υπάρχουν. Και αυτό που θα αντιτίθεται σε κάθε εμπορευματοποίηση θα είναι πάντοτε η Ποίηση, µια και δεν υπάρχει η δυνατότητα χρηματικής της εκμετάλλευσης. Αυτή λοιπόν θα μπολιάσει και κάθε άλλη τέχνη και θα τροφοδοτήσει το όραμά µε την πάντοτε αναγκαία ποιητική διάσταση.

Το όραµα και οι σπουδές

Πολλά χρόνια μετά από σήμερα ο 20ος αιώνας θα αντιμετωπίζεται στο σύνολό του ως ένας αιώνας εξαιρετικά δημιουργικός για την τέχνη. Σήμερα όμως ζούμε σε μια πραγματικότητα, η οποία, όσον αφορά την τέχνη, µας γεμίζει ανησυχία. Γυρνώντας προς τα πίσω και αναπολώντας διάσημά ονόματα, λ.χ. από τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο, νιώθουμε ότι οι µμεγάλοι καλλιτέχνες σταμάτησαν να εμφανίζονται εδώ και κάποιες δεκαετίες και πως οτιδήποτε σχετικά αξιοπρόσεχτο ξεπηδάει σήμερα είναι αφενός σπάνιο, και αφετέρου µάλλον αδύναμο. ∆εν υπάρχει βέβαια η παραμικρή αμφιβολία ότι στην ιστορία υπήρξαν πάντοτε μικρές και µάλλον ανεξήγητες περίοδοι, σε ορισμένες (και πάλι ανεξήγητα περιορισμένες) περιοχές, όπου μια τέχνη άνθιζε. Αυτό όμως που σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει είναι το πλέγμα των προϋποθέσεων για την ενδεχόμενη άνθιση. Οι ισχυροί και οι εύποροι, µέλη μιας άρχουσας -µε την ευρύτερη έννοια- τάξης, στους οποίους πάντοτε υπολόγιζαν οι καλλιτέχνες, δεν έχουν πλέον τον ιδεαλισμό και την παιδεία που αρκετές φορές στην ιστορία έδειξαν να έχουν οι προκάτοχοί τους. Η ίδια η παιδεία, ειδικά στον χώρο των τεχνών, έχει περιοριστεί στην απόκτηση διπλωμάτων, όπου η υπερθεμάτιση οδηγεί σε απαξίωση. Το μεταπτυχιακό απλώς αποδυναμώνει το πτυχίο. Και το πτυχίο υποβαθμίζει την πείρα. Οι σημερινοί καλλιτέχνες, προτού δημιουργήσουν έχουν στοιβάξει διπλώματα. Μου φαίνεται κωμικό στο βιογραφικό ενός καλλιτέχνη να προτάσσονται πανεπιστημιακοί τίτλοι. Για έναν καλλιτέχνη βιογραφικό πρέπει να είναι η δουλειά του και τίποτα παραπέρα, απλούστατα διότι οτιδήποτε πέρα από τη δουλειά είναι παντελώς αδιάφορο. Τα σημερινά κριτήρια για την καλλιτεχνική επιτυχία δεν είναι άλλα από αυτά που γενικώς έχουν επικρατήσει στην κοινωνία, δηλαδή η επικοινωνιακή και η οικονομική καταξίωση. Επομένως, αυτό που µμετράει σήμερα για την καλλιτεχνική κοινότητα είναι, εκτός από τα πτυχία (εννοείται, των προβεβλημένων πανεπιστημίων), η εμβέλεια της κοινωνικής επιρροής κάθε τέχνης και καλλιτέχνη και η οικονομική επιτυχία που συνοδεύει τον καλλιτέχνη και τη δουλειά του. Η µμόρφωση και η καλλιέργεια θεωρούνται ανύπαρκτες εκτός πανεπιστημιακών διαδρομών. Ως χαριτωμένο αστείο μπορώ να παρεμβάλω ένα συγκεκριμένο περιστατικό µε διακεκριμένο καθηγητή φωτογραφίας ενός από τα πρώτης κατηγορίας πανεπιστήμια της Αμερικής, ο οποίος βλέποντάς µε να γράφω ένα άρθρο για δημοσίευση µε ρώτησε πού είχα µάθει να γράφω. Με ευγενική έκπληξη του απάντησα: «στο σχολείο», µέχρι που κατάλαβα ότι εννοούσε αν είχα πάρει μαθήματα «δημιουργικής γραφής», χωρίς τα οποία υπέθετε ότι έπρεπε να ήμουν σε αδυναμία να γράψω. Αυτό επομένως που µε γεμίζει απαισιοδοξία σε σχέση µε το μέλλον της τέχνης είναι η απαιδευσία της άρχουσας καλλιτεχνικής, πολιτικής και οικονομικής τάξης, σε συνδυασμό µε τα στερεότυπα επιτυχίας των ημερών µας. Δηλαδή, τα διπλώματα, το χρήμα και τη φήμη. Αυτά μετράνε και αυτά καθοδηγούν τους καλλιτέχνες και το κοινό στην κρίση τους και την προσέγγισή τους απέναντι στην τέχνη. Μπορεί να διαθέτουμε πληθώρα εκπαιδευμένων νέων καλλιτεχνών, αλλά αυτοί στερούνται οράματος και καλλιέργειας, δηλαδή των δύο βασικών στοιχείων που χρειάζονται για την καλλιτεχνική δημιουργία. Όραμά σημαίνει μια συγκροτημένη και προσωπική άποψη για τη ζωή και αντίστοιχα άλλη µία για τη συγκεκριμένη τέχνη που υπηρετούμε και χρησιμοποιούμε. Και καλλιέργεια σημαίνει ένα πλέγμα γνώσεων και εμπειριών που µας βοηθάει να επιλέγουμε ανάμεσα στον πλούτο πληροφοριών και ποίησης που µας προσφέρει πλουσιοπάροχα η σημερινή εποχή, ώστε να προβάλουμε πιο δυναμικά το όραμά µας προκαλώντας τη µμεγαλύτερη δυνατή ένταση και συγκίνηση. 

Η διδασκαλία

Ένας δάσκαλος µπορεία να διδάξει μόνον αυτά που ξέρει και αυτά που πιστεύει. Διδάσκω από εγωισμό. Πρώτον, επειδή αυτό µου δίνει χαρά και δεύτερον, επειδή θέλω να ανακαλύπτω και να διαμορφώνω φίλους µε τους οποίους να μπορώ να µμοιράζομαι τον ενθουσιασμό µου για την τέχνη και ειδικά για τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Φτιάχνω δηλαδή έναν ιδανικό για µένα κύκλο φίλων. Αν δεν υπάρχει υγιής εγωισμός, δεν υπάρχει χαρά. Και αν δεν υπάρχει χαρά, δεν υπάρχει ποιότητα διαδικασίας και αποτελέσματος. Ο δάσκαλος θέλει, και πρέπει, να επηρεάζει. Η εξέλιξη πραγματοποιείται μέσα από διαδικασία διαδοχικών επιρροών. Η επιρροή αποβάλλεται μόλις περάσει η πιθανή γοητεία της διδασκαλίας, αλλά υιοθετείται και εγκαθίσταται μόνον όταν συμπιέσει µε τις απόψεις που έτσι κι αλλιώς υπήρχαν εν υπνώσει μέσα στον μαθητή. Οι επιρροές βοηθάνε απλώς στην αφύπνιση και τη θεμελίωση των απόψεων. Στην πιο απλή, λιτή και μινιμαλιστική εκδοχή η καλλιτεχνική διδασκαλία θα έπρεπε να περιορίζεται στην προβολή καλών φωτογραφιών (χωρίς σχόλια) και στην απόρριψη ή τον έπαινο των φωτογραφιών των μαθητών (επίσης χωρίς σχόλια). Ο καθένας θα καταλάβει όταν έρθει η στιγμή του και η ώρα της ωριμότητάς του. Εντούτοις, για το χατίρι της επικοινωνίας χρειάζεται και ο σχολιασμός. Αυτός μπορεί να πάρει δύο κατευθύνσεις. Τεχνικά σχόλια, µε την έννοια των φωτογραφικών παρεκβάσεων που βοηθούν την καλλιτεχνική έκφραση, ή ποιητικά σχόλια που αναδεικνύουν και υπογραμμίζουν το περιεχόμενο. Και σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνεται σεβαστό το μυστήριο των έργων που αποτελεί και τη βαθύτερη αξία τους. Αυτό που κυρίως λείπει από τους μαθητές δεν είναι οι πληροφορίες και οι γνώσεις, τις οποίες σήμερα μπορούν να αντλήσουν σχετικά εύκολα και γρήγορα µέσα από το διαδίκτυο, αλλά η διαμόρφωση κριτηρίων επιλογής και αρχών συμπεριφοράς. Πιο απλά, πρέπει να μάθουν να βλέπουν τα έργα και να τα συνδέουν µε τον εαυτό τους. Αυτό χρειάζεται χρόνο και πολύπλευρες προσεγγίσεις. Χρειάζεται επαφή µε άλλες µορφές τέχνης, έτσι ώστε τα καλλιτεχνικά ερωτήματα να απαλλάσσονται από το άγχος της μετάφρασής τους σε φωτογραφίες. Χρειάζεται η ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας και της αυτοδυναμίας του μαθητή - καλλιτέχνη, ώστε να µην εξαρτά τη συμπεριφορά του από εκείνη του κοινού. Πρέπει να ασκηθεί να δημιουργεί για τον εαυτό του και για εκείνους που εκτιμά και αγαπά. Πράγμα αρκετά δύσκολο σε µια εποχή που κρίνει τα πάντα µέσα από κριτήρια πλειοψηφικά και επικοινωνιακά. Η πρόσφατη εμφάνιση και επικράτηση της ψηφιακής τεχνολογίας υπήρξε ένα θείο δώρο διδασκαλίας. Τώρα πλέον οι συγκρίσεις είναι εφικτές και προσιτές, κάτι εξαιρετικά δύσκολο την εποχή των διαφανειών, και των επισκόπιων και διαφανοσκόπιων. Ανά πάσα στιγμή ο δάσκαλος μπορεί να ερεθίσει το βλέµµα του μαθητή φέρνοντας μπροστά στα µάτια του αντιθετικές εικόνες, αναφορές και παραπομπές, αλλά και κινηματογραφικά ή λογοτεχνικά αποσπάσματα που θα τον βοηθήσουν µέσα από τη σύγκριση να διαμορφώσει κριτήρια και να καλλιεργήσει τις επιλογές του. Τα παραπάνω απαιτούν μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον δάσκαλο και τον µαθητή. Και αυτή είναι δύσκολη όταν δεν υπάρχει ελεύθερη δυνατότητα επιλογής του ενός και του άλλου. ∆εν υπάρχουν καλά πανεπιστήμια και σχολές για την τέχνη. Μόνον καλοί δάσκαλοι. Καλοί για τον καθένα χώρια και όχι για όλους µαζί. 

Τα σεμινάρια

Από τα πρώτα χρόνια της διδασκαλίας µου διαμόρφωσα ένα σεμινάριο για την καλλιτεχνική φωτογραφία  (το ονόμασα Εισαγωγικό ή Βασικό), το οποίο περιλάβανε τα εξής κεφάλαια: α) Τη βασική τεχνική φωτογράφισης και επεξεργασίας, έτσι ώστε αυτή να µην αποτελεί εμπόδιο στη δημιουργία. β) Τη γνωριμία µε την καλή, την κακή και τη µέτρια φωτογραφία (µε αυτή τη σειρά) που έχει γίνει και γίνεται ανά τον κόσμο. γ) Τα βασικά αισθητικά και φιλοσοφικά προβλήματα που σχετίζονται γενικώς µε την Τέχνη και ειδικότερα µε τη Φωτογραφία. δ) Την κριτική των φωτογραφιών των μαθητών (αν και αυτό σε αυτή την πρώτη φάση δεν είναι ούτε τόσο αναγκαίο ούτε ειδικά ενδεδειγμένο). Η τεχνική πρέπει να περιορίζεται στις γενικές αρχές και να απλουστεύει τη διαδικασία λήψης και επεξεργασίας. Αν κάποιος κατανοήσει τις γενικές αρχές της τεχνικής, θα είναι σε θέση να λύσει εν καιρώ τα ειδικά τεχνικά προβλήματα που θα απαιτεί µια πιο ειδική φωτογράφιση. Πάντως, στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής διδασκαλίας η τεχνική δεν πρέπει να είναι αποκοµµένη από το καλλιτεχνικό περιεχόµενο, ούτε να επιδίδεται σε λύσεις αφηρηµένων και υποθετικών ασκήσεων. Πρέπει να συνδυάζεται πάντοτε µε ένα συγκεκριµένο καλλιτεχνικό και εκφραστικό πρόβληµα. Η προβολή των φωτογραφιών (καλών-κακών-µέτριων) πρέπει να συνοδεύεται µε σχόλια από τον δάσκαλο. Είναι υποκρισία να παροτρύνονται οι µαθητές να δουν και να κρίνουν από µόνοι τους, αφού ακόµα δεν είναι δυνατόν να διαθέτουν τα απαραίτητα κριτήρια γι’ αυτό. Ο δάσκαλος θα υποστηρίξει τις απόψεις του, ενδεχοµένως θα αναπτύξει και τις αντίθετες, έτσι ώστε µε τον καιρό οι µαθητές να συγκεντρώσουν αρκετά στοιχεία, γνώσεις και ευαισθησία, για να µπορέσουν σιγά-σιγά να κρίνουν υπεύθυνα οι ίδιοι. Η γνωριµία µε τις καλές φωτογραφίες πρέπει να προηγείται, έστω και αν είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητές, ώστε να αποτελέσουν µια βάση για την κριτική προσέγγιση των υπολοίπων. Στην τέχνη µόνο µε τη σύγκριση διαµορφώνονται τα κριτήρια και διατυπώνονται οι κρίσεις. Κακές φωτογραφίες είναι µόνον οι ψεύτικες. Οι δήθεν. Αυτές δηλαδή που δυστυχώς κατακλύζουν τον χώρο γύρω µας. Χρειάζεται εποµένως να επισηµανθούν και να γίνει η αντιδιαστολή µε τις πρώτες, τις καλές. Οι µέτριες είναι πιο δύσκολο να εκτιµηθούν θετικά, γι’ αυτό και η γνωριµία µε αυτές πρέπει να ακολουθεί τις άλλες. Από τις µέτριες όµως οι µαθητές θα αντλήσουν τις περισσότερες γνώσεις, διότι βρίσκονται, όπως είναι φυσικό, πιο κοντά στα δικά τους µέτρα. Οι φωτογραφίες των ίδιων των µαθητών δεν ενδιαφέρουν ιδιαίτερα σε αυτό το στάδιο, διότι πρώτον έχουν γίνει σε παρελθόντα χρόνο και µάλλον ευκαιριακά και δεύτερον δεν έχουν υποστεί τη σκέψη και τη βάσανο που έχουν προσθέσει τα µαθήµατα του σεµιναρίου. Πάντως η κριτική τους πρέπει να γίνεται εφόσον ζητιέται. Ο χρόνος αυτού του εισαγωγικού ή βασικού σεµιναρίου είναι αυθαίρετος. Μπορεί να είναι συµπυκνωµένος ή εκτεταµένος, µπορεί να καλύπτει είκοσι ή εκατό ώρες, δεν παίζει ρόλο. Και µε τις είκοσι ώρες µπορούν να µπουν οι βάσεις, να έχει ενσταλαχτεί ο προβληµατισµός, να έχει προκληθεί η έκπληξη και να έχει εµφανιστεί η αµηχανία. Συνδεδεµένο µε το Εισαγωγικό ή Βασικό σεµινάριο είναι και ένα άλλο που το ακολουθεί σαν αναγκαίο συµπλήρωµα της διδασκαλίας, µε την έννοια ότι η πράξη ακολουθεί τη θεωρία. Πρόκειται για ένα σεµινάριο πρακτικής µε στόχο να υπερνικηθεί η δυστοκία που προκάλεσε το πρώτο και αυτό το επιχειρεί µε όπλο την καθηµερινή λήψη φωτογραφιών και την εν συνεχεία κριτική τους µε τη συµµετοχή όλων. Η συνεχής εναλλαγή λήψεων και κριτικής θα απαλλάξει τους µαθητές από το βάρος µιας θεωρίας και την πάση θυσία αναζήτηση ενός καλού αποτελέσµατος. Στη διάρκεια αυτού του δεύτερου σεµιναρίου ο δάσκαλος οφείλει πλέον, µια και η γνωριµία µε τους µαθητές είναι στενότερη, να αποκαλύψει τις πηγές του, τις επιρροές του και οτιδήποτε τον έχει σπρώξει να υιοθετήσει τις αρχές βάσει των οποίων διδάσκει και κρίνει. Είναι επίσης καλό να πραγµατοποιηθούν πολλές λοξοδροµήσεις προς άλλες τέχνες, έτσι ώστε να ενισχυθεί η σηµασία της γενικής καλλιέργειας. Μετά από αυτά τα δύο σεµινάρια µπορεί να ακολουθήσουν περισσότερα σύντοµα σεµινάρια κριτικής των φωτογραφιών των πρώην µαθητών και σεµινάρια κριτικής της συνολικής δουλειάς τους σε σχέση µάλιστα και µε την υποστήριξη και την παρουσίασή της, δηλαδή σεµινάρια κριτικής όχι πλέον µεµονωµένων φωτογραφιών αλλά φωτογραφικών portfolios. Πιστεύω πως οι φωτογράφοι δεν πρέπει ποτέ να παύουν να επιθυµούν και να επιδιώκουν την κριτική των φωτογραφιών τους από ανθρώπους των οποίων βέβαια εκτιµούν τη γνώµη και τις γνώσεις. Στη διάρκεια όλων των σεµιναρίων  επανέρχονται  σχεδόν µονότονα τα ίδια ερωτήµατα, είτε διατυπώνονται από τους µαθητές είτε υποβάλλονται από εµένα. H επανάληψη των ερωτηµάτων αυτών δεν συνιστά για µένα βάρος, αλλά χαρά, αφού τα θεωρώ πολύ σηµαντικά για τη γενική καλλιέργεια των µαθητών. Πέραν τούτου όµως τα ερωτήµατα διατηρούν την πρωτοτυπία τους, διότι κάθε νέα σχέση δάσκαλου-µαθητή είναι και µοναδική. Μετά από σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια διδασκαλίας, αν δεν πίστευα στην ατοµικότητα και τη µοναδικότητα κάθε µαθητή, θα µου ήταν αδύνατον να συνεχίσω να διδάσκω. Οι απαντήσεις πρέπει να είναι κατά το δυνατόν αφηρηµένες, µε την έννοια της ποιητικής αφαίρεσης, έτσι ώστε να µην µετατρέπονται σε κώδικα πίστης και συµπεριφοράς. Με τα ερωτήµατα αυτά συνδέονται και άλλα πολλά συνακόλουθα. Η συζήτηση δεν είναι υποχρεωτικό να καταλήγει σε απαντήσεις. Αρκεί να καλλιεργεί τον προβληµατισµό. ∆ιότι η τέχνη είναι η µόνη διαδικασία όπου ο άνθρωπος κινητοποιεί την ευαισθησία του, τις αισθήσεις του, τα συναισθήµατά του, το ένστικτό του, πάντοτε σε συνδυασµό µε το διανοητικό δυναµικό του.

Μερικά από αυτά τα ερωτήµατα είναι και τα παρακάτω:

Καλλιτεχνικά ερωτήµατα  ■  Οι καλλιτεχνικές κρίσεις είναι υποκειµενικές ή αντικειµενικές;  ■  Το έργο συνδέεται µε την εποχή της γέννησής του;  ■  Η εποχή πρέπει να αντανακλάται στο έργο;  ■  Με ποιο τρόπο υπάρχει έξω από αυτή;  ■  Ποια είναι η σχέση του κόσµου που αποτυπώνουµε µε τον κόσµο που αποδίδουµε;  ■  Με ποιο τρόπο το έργο αποκαλύπτει τον κόσµο µας στους τρίτους την ίδια ώρα που τον αποκαλύπτει και σε µας τους ίδιους;  ■  Αυτό που νοµίζουµε ότι ενσωµατώθηκε στο έργο πρέπει άραγε να είναι µε τον ίδιο τρόπο φανερό και στον θεατή;  ■  Είµαστε σίγουροι για το τι ενσωµατώσαµε στο έργο;  ■  Ποια είναι η σχέση φόρµας και περιεχοµένου; Τι από τα δύο προηγείται; Τι ακριβώς είναι το ένα και τι το άλλο;  ■  Ποια η διαφορά ανάµεσα στην έννοια (concept) και στο θέµα;  ■  Τι είναι πιο σηµαντικό, η ιδέα πίσω από την εικόνα ή η ίδια η εικόνα;  ■  Πρέπει τα έργα να ερµηνεύονται;  ■  Πρέπει να αφήνουµε ανέπαφο το µυστήριο;  ■  Τι διαφορά έχει το συναίσθημά που προσπαθούμε να αποφεύγουμε από τη συγκίνηση που επιχειρούµε να ενσωματώσουμε και να προκαλέσουμε;  ■  Πρέπει να κάνουµε έργα «σύγχρονα»; Και τι σηµαίνει «σύγχρονα»;  ■  Τι σημαίνει «Αλήθεια» στην τέχνη;  ■  Η φωτογραφία μπορεί να αφηγηθεί ή απλώς περιγράφει;  ■  Μια φωτογραφία µπορεί να συνεχίσει να υπάρχει όταν το θέμα της αποδειχτεί ψευδές;  ■  Γιατί το ψέμα μπορεί να είναι η δημιουργική αλήθεια;  ■  Γιατί όλες οι φωτογραφίες είναι σκηνοθετημένες;  ■ Γιατί δεν πρέπει ούτε έχει νόημα να «πιστεύουμε» τις φωτογραφίες;  ■  Γιατί στη φωτογραφία δεν υπάρχει πρωτότυπο;  ■ Πώς πρέπει να συντάσσεται και τι να περιέχει ο τίτλος μιας φωτογραφίας;  ■  Η φωτογραφία µιλάει για την κίνηση ή για την ακινησία;  ■  Γιατί και πότε το χρώμα και γιατί και πότε το ασπρόμαυρο;  ■  Τι σημαίνει υπέρβαση, αφαίρεση, υπαινιγμός;  ■  Ποια είναι η σχέση του πραγματικού χρόνου µε τον φωτογραφικό χρόνο;  ■  Ποια είναι η σχέση του πραγματικού γεγονότος µε το φωτογραφικό γεγονός;  ■  Ποια είναι η σχέση ηθικής και αισθητικής;  ■  Ποια είναι η σχέση της φωτογραφίας µε την ανάμνηση;  ■  Ποια είναι η σχέση της φαντασίας και της μνήμης µε την παρουσία της υλικότητας των αισθήσεων;  ■  Τι σημασία έχουν οι αντιθέσεις μέσα στη φωτογραφία;  ■  Ποια η σχέση πληροφορίας και ποίησης στη φωτογραφία;  ■  Τι αξία έχουν και πώς λειτουργούν οι φωτογραφικές περιοχές χωρίς πληροφορίες (το απόλυτο µαύρο ή άσπρο);  ■  Ποια η σχέση των εφαρμοσμένων μορφών επαγγελματικής φωτογραφίας µε την τέχνη;  ■  Τι σημαίνει καθρέφτης και τι παράθυρο στη φωτογραφία;  ■  Μπορεί ένα σημαντικό θέμα να γίνει σημαντική φωτογραφία;  ■  Μπορεί η φωτογραφία να περιγράψει τη δυστυχία και την ασχήμια; 

Συμβουλές προς φωτογράφους  ■  Ο φωτογράφος πρέπει να αγαπάει τη διαδικασία, όχι το αποτέλεσμα. Το καλό αποτέλεσμα είναι σπάνιο, μια και θα είναι ελάχιστες οι καλές φωτογραφίες στη ζωή ενός φωτογράφου. Από τις πολλές αποτυχίες μαθαίνει. Με τις λίγες επιτυχίες ικανοποιεί µόνο τον εγωισμό του.  ■  Πρέπει να αποζητά και να δέχεται την κριτική, αλλά από εκείνους των οποίων τη γνώμη σέβεται και µόνο σε αυτούς να υποβάλλει τις φωτογραφίες του για κρίση. Η κακή κριτική είναι ευκταία, η καλή αδιάφορη.  ■  Οι εκθέσεις είναι χρήσιμες για να σηµειώνει ο φωτογράφος τους σταθμούς της φωτογραφικής του ζωής και για να αντιμετωπίζει τη δουλειά του.  ■  Είναι αδιάφορη η γνώμη των θεατών. Ο φωτογράφος φωτογραφίζει για να ικανοποιήσει πρωτίστως τον εαυτό του, δευτερευόντως τους ανθρώπους που αγαπά και εκτιμά (ακόμα καλύτερα αν οι δύο κατηγορίες ταυτίζονται) και εκ τρίτου το ευρύτερο κοινό. Η αντιστροφή αυτής της σειράς είναι καταστροφική για το έργο του.  ■  Ο φωτογράφος είναι συλλέκτης φωτογραφιών του. Και όπως κάθε συλλέκτης έχει τις προτιμήσεις και τις εµµμονές του. Οποιαδήποτε επίτευξη στόχου πέρα από τη χαρά της προσωπικής συλλογής πρέπει να είναι ενδεχόμενη και ευκταία αλλά όχι πρωτεύουσα και αναγκαία. Δόξα, φήμη, χρήμα, καταξίωση μακάρι να έρχονται, αλλά δεν είναι στόχοι. Ο σμπάρος πρέπει να στοχεύει ένα τρυγόνι και όχι περισσότερα.  ■  Το ταλέντο και η ευφυΐα είναι χρήσιμα, αλλά και άχρηστα αφού δεν μπορεί να ελεγχθούν. Η καλλιέργεια και η δουλειά είναι πιο σημαντικές.  ■  Η Φωτογραφία πρέπει να αποτελεί μέρος της ζωής του φωτογράφου. ∆εν είναι ζήτημα ωρών, όσο σημασίας.  ■  Ο φωτογράφος πρέπει να µάθει να απορρίπτει τις φωτογραφίες του και να είναι αυστηρός µε τον εαυτό του. Όπως λέει ο σημαντικός Χιλιανός φωτογράφος Sergio Larrain «όταν κρατάς τις μέτριες φωτογραφίες σου, εθίζεσαι στη μετριότητα».  ■  Το πιο σημαντικό είναι το κάδρο, αλλά σημασία έχουν όλα όσα δεν περιλαμβάνονται σε αυτό. Το καδράρισμα είναι διαδικασία αποκλεισμού. Αν οι τέσσερις γωνίες του κάδρου παρουσιάζουν ενδιαφέρον, τότε θα παρουσιάζει και το κέντρο. Η σηµασία του κάδρου δηλώνει και τη σημασία επιλογής φακού, δηλαδή γωνίας λήψεως.  ■  Όσα επιμέρους στοιχεία συμπεριληφθούν στη φωτογραφία πρέπει στο τέλος να γίνονται ένα και µμοναδικό. Η φωτογραφία είναι ενιαία και αδιαίρετη.  ■  Όταν ο φωτογράφος φωτογραφίζει βλέπει ζωή και δεν σκέφτεται. Αντιδρά. Σκέφτεται πριν, όταν αποφασίζει τη θεματολογία και τον τρόπο προσέγγισής της, και σκέφτεται µετά, όταν πλέον βλέπει φωτογραφίες, τις επιλέγει και τις επεξεργάζεται. Η φωτογραφία ολοκληρώνεται µετά το πέρας και των δύο αυτών διαδικασιών.  ■  Κάθε επεξεργασία είναι θεμιτή, αρκεί να σέβεται την ουσία της φωτογραφίας που είναι η αληθοφανής αναπαράσταση. ∆εν ωφελεί (και µάλλον βλάπτει) η επεξεργασία φωτογραφιών που αρχικά δεν επιλέγει ο φωτογράφος µε τη µόνη ελπίδα να τις µετατρέψει σε αποδεκτές µέσω αυτής. Η επεξεργασία βελτιώνει µια ενδιαφέρουσα φωτογραφία, δεν αναβαθµίζει µια αδιάφορη.  ■  Η φωτογραφία είναι µια συνεχής διαδικασία επιλογών. Επιλογή ιδέας, επιλογή θέµατος, επιλογή κάδρου, επιλογή λήψης, επιλογή επεξεργασίας. Στην επιλογή τη µμεγαλύτερή σηµασία παίζει η καλλιέργεια. Γι’ αυτό και αποτελεί σηµαντικό όπλο του φωτογράφου. ■  ∆εν έχει σηµασία η εξάσκηση στην τεχνική. Η τεχνική µαθαίνεται µέσα από την δημιουργική προσπάθεια.  ■  Κάθε φωτογραφία πρέπει πρώτα να είναι καλή από µόνη της και στη συνέχεια να πολλαπλασιάζει τη δύναμή της εντασσόµενη σε ένα σύνολο.  ■  Το θέμα που ο φωτογράφος επιλέγει να φωτογραφίσει είναι απλώς η αφετηρία. Εκείνος µε τα φωτογραφικά του όπλα (καδράρισµα, βάθος πεδίου, επεξεργασία, αντιπαραθέσεις, γωνία κλπ.) θα το µεταµορφώσει σε ένα φωτογραφικό γεγονός, σε κάτι δηλαδή που δεν θα υπήρχε χωρίς την παρουσία του φωτογράφου. Και µόνο τότε θα υπάρχει το ενδεχόµενο να επιτευχθεί µια υπέρβαση του θέµατος.

Συµβουλές από τους «καλλιτέχνες-δασκάλους µου»  ■  Πιστεύω ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες εργάζονται στην πραγµατικότητα για ένα πολύ µικρό κοινό [ Walker Evans ].  ■  Οι φωτογράφοι πρέπει να µάθουν να µην ντρέπονται να κάνουν τις φωτογραφίες τους να µοιάζουν µε φωτογραφίες [ Alfred Stieglitz ].  ■  Το να σκέφτεσαι τους νόµους της σύνθεσης προτού κάνεις µια φωτογραφία, είναι λίγο σα να σκέφτεσαι το νόµο της βαρύτητας προτού βγεις περίπατο
[ Edward Weston ].  ■   Μια αλλαγή φόρµας είναι αλλαγή περιεχοµένου [ John Szarkowski ]. 
■  ∆ουλεύω για τον εαυτό µου. Για ποιον άλλο λόγο θα δούλευα; Πώς είναι δυνατόν να δουλεύεις για ένα κοινό; Πώς µπορείς να φανταστείς τι θέλει ένα κοινό; ∆εν έχω να συγκινήσω κανέναν άλλον από τον εαυτό µου [ Francis Bacon ].  ■  Είναι τόσο εύκολο να γυρίσεις όµορφα µια σκηνή µόνο για εφέ, για τον έπαινο των άλλων. Ωστόσο, αρκεί να κάνεις ένα και µόνο βήµα προς αυτή την κατεύθυνση, κι είσαι χαµένος [ Andrei Tarkovsky ].  ■  Ένα ζωγραφικό γεγονός περιορισµένο στην εποχή του δεν νοείται [ André Malraux ].  ■  Χωρίς αµφιβολία αποκαλούµε βαθύ αυτό που αγγίζει το µυστήριο. Ο µύθος της αβαν-γκαρντ που βασίστηκε στην ευρηµατικότητα, δεν µπορεί να στηριχτεί για πολύ µόνον στην αµφισβήτηση, όσο επιθετική κι αν είναι αυτή [ André Malraux].  ■  Όταν ένας σκηνοθέτης λέει ότι θα φτιάξει µια εµπορική «σούπα» για να έχει µετά τη δύναµη και τα µέσα να γυρίσει την ταινία των ονείρων του απατάται οικτρά, ή κάτι χειρότερο: αυταπατάται. Ποτέ πια δεν θα κάνει την ταινία του [ Andrei Tarkovsky ].  ■  Ο καλλιτέχνης δεν είναι δυνατόν να θέτει στόχο του το να είναι κατανοητός – θα ήταν παράλογο όσο και το αντίθετό του: να προσπαθεί να είναι ακατανόητος [ Andrei Tarkovsky ].  ■  Είναι πάρα πολύ λίγοι οι άνθρωποι που θα µπορούσαν να µε βοηθήσουν µε την κριτική τους και θα ήµουν πολύ ευχαριστηµένος αν άρεσα κάπως σ’ αυτούς [ Francis Bacon ].  ■ Ένα µεγάλο µέρος της δηµιουργίας οφείλεται στην αυτοκριτική του καλλιτέχνη και νοµίζω πως αυτό που συχνά κάνει έναν καλλιτέχνη καλύτερο από έναν άλλον είναι η οξύτερη κριτική του αίσθηση [ Francis Bacon ]. 
■  Η ιδέα να κάνω έναν πίνακα ή ένα γλυπτό ενός πράγµατος όπως το βλέπω δεν µε απασχολεί πια. Θέλω να καταλάβω γιατί δεν πετυχαίνει [ Alberto Giacometti ].   ■ Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις και ξεκινάς από το θέµα που σιγά-σιγά, αν όλα πάνε καλά, ξεθωριάζει και αφήνει αυτό το κατακάθι που ονοµάζουµε πραγµατικότητα και που ίσως έχει κάποια πολύ δυσδιάκριτη σχέση µε το αρχικό θέµα, αν και πολύ συχνά έχει ελάχιστη σχέση µαζί του [ Francis Bacon ].  ■  Η ιδέα του έργου που πρέπει να γίνει είναι για µένα τόσο στενά δεµένη µε την ιδέα της οργάνωσης των υλικών και της ικανοποίησης που µου γεννά η ίδια η πράξη της κατασκευής, ώστε αν συνέβαινε το απίθανο και ξαφνικά µου προσφέρανε το έργο µου τελειωµένο πλήρως, θα ένιωθα αµηχανία και εκνευρισµό σαν να µε είχαν εξαπατήσει [ Igor Stravinsky ].  ■  Η µεγάλη τέχνη πάντα ασχολείται µε την έκθεση της φθαρτής φύσης του ανθρώπου [ Francis Bacon ].  ■  Το να προχωρείς µε διαδοχικούς αποκλεισµούς, το να ξέρεις πώς να ξεσκαρτάρεις, όπως λένε οι χαρτοπαίκτες, αυτή είναι η µεγάλη τεχνική της επιλογής [ Igor Stravinsky ].   ■  Εντάξει κύριε Duchamp µπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, αλλά µακριά από εµένα. Κρατήστε το στο σπίτι σας [ Garry Winogrand ].  ■  Μια φωτογραφία δεν είναι αυτό που φωτογραφήθηκε, είναι κάτι άλλο [ Garry Winogrand ].  ■  Φωτογραφίζω για να δω πώς δείχνει κάτι φωτογραφηµένο [ Garry Winogrand ].  ■  Υπάρχει µια µεταµόρφωση µόλις βάλετε τέσσερις πλευρές γύρω-γύρω. Ένας νέος κόσµος δηµιουργείται [ Garry Winogrand ].  ■  Προσπαθώ να πάρω διαζύγιο από οποιαδήποτε σκέψη πιθανής χρησιµοποίησης της δουλειάς µου. Αυτό είναι µέρος της πειθαρχίας µου [ Garry Winogrand ].  ■  Αντί να εκπαιδεύουµε το κοινό, προσφέροντάς του εµπνευσµένα έργα τέχνης, εκπαιδεύουµε τους καλλιτέχνες πώς να εξασφαλίζουν τα εισοδήµατά τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό θα εξακολουθήσει ανενόχλητα και αυτάρεσκα να πιστεύει πως έχει δίκιο – πεποίθηση που σπάνια είναι δικαιολογηµένη [ Andrei Tarkovsky ].   ■  Μια φωτογραφία είναι, για µένα η ταυτόχρονη αναγνώριση, σε ένα κλάσµα δευτερολέπτου, από τη µια της σηµασίας ενός γεγονότος, και από την άλλη της αυστηρής οργάνωσης των µορφών, που αντιλαµβανόµαστε οπτικά και που εκφράζουν το γεγονός αυτό [ Henri Cartier-Bresson ].  ■  Το να φωτογραφίζεις σηµαίνει να αναγνωρίζεις –ταυτοχρόνως και µέσα σε κλάσµα δευτερολέπτου– το γεγονός καθεαυτό και την αυστηρή οργάνωση της οπτικά αντιληπτής φόρµας που του δίνει νόηµα. Είναι σα να βάζεις το µυαλό, το µάτι και την καρδιά στην ίδια ευθεία [ Henri Cartier-Bresson ].  ■  Χαίροµαι να τραβάω φωτογραφίες, να είµαι παρών. Είναι ένας τρόπος να λες «Ναι, ναι, ναι!» [ Henri Cartier-Bresson ].  ■  Στην τέχνη αυτό που µπορεί να λεχθεί µε λέξεις δεν µετράει [ Henri Matisse ].  ■  Ο στερνός σκοπός του ποιητή δεν είναι να περιγράφει τα πράγµατα αλλά να τα δηµιουργεί ονοµάζοντάς τα. Είναι νοµίζω και η πιο µεγάλη χαρά του. Γι’ αυτό του χρειάζεται µια όσο γίνεται τελειότερη προσαρµογή προς τα πράγµατα, ένας ταυτισµός. Και ο ταυτισµός αυτός εξαρτάται από την ένταση, ποτέ από την έκταση ή τον γλωσσικό φόρτο [ Γιώργος Σεφέρης ].  ■  Ποίηση είναι η τέχνη που έχει για εκφραστικό της όργανο καθαρά, απλά και ξάστερα τη γλώσσα. Μ’ αυτήν ο ποιητής δεν µπορεί να κάνει άλλη τέχνη, µήτε ζωγραφική, µήτε γλυπτική, µήτε µουσική, αλλά µόνον ποίηση, που θα είναι είτε καλή είτε κακή  [ Γιώργος Σεφέρης ].  ■ Ο καλλιτέχνης πρέπει να γνωρίζει τον τρόπο µε τον οποίο να πείθει τους άλλους για την ειλικρίνεια των ψεµάτων του [ Pablo Picasso ].  ■  Ένα έργο όπου υπάρχουν θεωρίες είναι σαν ένα αντικείµενο πάνω στο οποίο ξέχασαν την ετικέτα µε την τιµή αγοράς του [ Marcel Proust ].   ■ Το ύφος είναι για τον συγγραφέα, όπως και το χρώµα για τον ζωγράφο, θέµα όχι τεχνικής, αλλά οράµατος [ Marcel Proust ].  ■  Η φαντασία, η σκέψη µπορεί να είναι από µόνες τους αξιοθαύµαστες µηχανές, αλλά µπορεί να µένουν αδρανείς. Όταν υποφέρεις µπαίνουν µπρος [ Marcel Proust ].  ■  Ρόλος της τέχνης είναι να δίνει πνευµατικό όραµα στην πραγµατικότητα [ Andrei Tarkovsky ]. Και εκείνο που έχουµε να κατακτήσουµε µε δύναµη και υποταγή, έχει κιόλας ανακαλυφθεί µια φορά ή δυο, ή κάµποσες φορές, από ανθρώπους που δεν µπορείς να ελπίζεις πως θα παραβγείς µαζί τους –αλλά δεν υπάρχει συναγωνισµός– υπάρχει µονάχα ο αγώνας να ξαναβρείς αυτό που χάθηκε και βρέθηκε πάλι και πάλι και τώρα [ T.S. Eliot ].  ■  Μόνον αυτό που δεν διδάσκει, δεν κραυγάζει, δεν επεξηγεί είναι ακατανίκητο [ William Yeats ].  ■  ∆εν προσπαθώ να πω τίποτα, προσπαθώ να κάνω κάτι [ Francis Bacon ].  ■  Η ζωγραφική ασχολείται µε την ψυχή µου, ασχολείται –ας το πω µε τρόπο που να ηχεί ευχάριστα– µε την εύθυµη απόγνωσή µου. Αν µπορούσες να εξηγήσεις τη ζωγραφική σου, θα µπορούσες να εξηγήσεις τα ένστικτά σου  [ Francis Bacon ].  ■  Η ελευθερία µου έγκειται στο ότι κινούµαι µέσα στα στενά πλαίσια που έχω καθορίσει εγώ ο ίδιος για κάθε µου ενέργεια 
[ Igor Stravinsky ].  ■  Οι µόνοι άνθρωποι που µπορούν να βοηθήσουν τον καλλιτέχνη στην πεισµατώδη αναζήτησή του είναι αυτοί που τον αγαπούν και αυτοί που, οι ίδιοι δηµιουργοί, βρίσκουν µέσα στο δικό τους πάθος το µέτρο όλων των παθών και εποµένως γνωρίζουν πώς να κρίνουν [ Albert Camus ].  ■  Κλείνοµαι στο µικρό µου δωµάτιο της φαντασίας, και εκεί, µόνον εκεί, τακτοποιώ τον κόσµο, όπως στα παιδικά µας χρόνια. Πιστεύω ακράδαντα ότι µέσα σ’ αυτό το µικρό δωµάτιο της παιδικής ηλικίας βρίσκεται η αλήθεια [ Tadeusz Kantor ].  ■  Η εικόνα δεν είναι ένα νόηµα, που εκφράζει ο σκηνοθέτης, αλλά ολόκληρος ο κόσµος αντικαθρεφτισµένος σε µια σταγόνα νερό [ Andrei Tarkovsky ].  ■  Η τέχνη είναι αφαίρεση  [ Paul Gauguin ].  ■  Κάθε µορφή τέχνης γεννιέται και ζει σύµφωνα µε τους δικούς της νόµους [ Andrei Tarkovsky ].  ■  Ο νους όπως και το σώµα µας χρειάζεται διαρκή άσκηση, γιατί διαφορετικά ατροφεί [ Igor Stravinsky ].  
■  Πιστεύω ότι γλυπτική δεν είναι παρά αυτό που δεν µπορεί να λεχθεί παρά µόνον µέσα από τη γλυπτική [ Alberto Giacometti ].  ■  ∆εν µπορούµε να κατανοήσουµε ολόκληρο το σύµπαν. Η ποιητική εικόνα όµως µπορεί να το εκφράσει ολόκληρο [ Andrei Tarkovsky ].   ■  Κανένας δεν µπορεί να εξηγήσει το ουσιαστικό σηµείο ενός πίνακα, ούτε ο ίδιος ο ζωγράφος [ Georges Braque ].  
■  ∆εν αρνούµαι την ύπαρξη της ιδιοφυΐας και µάλιστα το έµφυτο που υπάρχει σ’ αυτήν. Αλλά τα συµπεράσµατα που βγάζουν απ’ αυτό, ότι δηλαδή η θεωρία και η διδασκαλία είναι κατ’ ακολουθίαν άχρηστες, αυτό το αρνούµαι πλήρως [ Vincent Van Gogh ].  ■  Οι µαθητές φωτογραφίας θα πρέπει να έχουν ζωή µε καλλιέργεια και παιδεία. Θα κάνουν έτσι καλύτερες φωτογραφίες
[ Walker Evans ].  ■  Αυτό που αποκαλούµε ακόµα τέχνη είναι το παιχνίδι της µεταµόρφωσης και του θανάτου [ André Malraux ].  ■  Είτε επρόκειτο για εντυπώσεις... είτε για υποσυνείδητες µνήµες... έπρεπε να προσπαθήσω να τις ερµηνεύσω σαν σηµεία ισάριθµων νόµων και ιδεών, επιχειρώντας να σκεφτώ, δηλαδή να βγάλω απ’ το σκοτάδι, αυτό που είχα νιώσει, να το µετατρέψω σε ένα πνευµατικό αντίστοιχο. Εποµένως, αυτό το µέσον που µού φαινόταν το µοναδικό, τι άλλο ήταν από το να κάνω ένα έργο τέχνης; [ Marcel Proust ].  ■  Όταν ονειρεύεσαι µε ακρίβεια, επικαλείσαι την τέχνη [ André Malraux ].  ■  Να δουλεύεις µαζί µε άλλους και να µπορείς να ανταλλάσσεις. Νοµίζω θα ήταν τροµερά όµορφο να έχεις κάποιον να συζητάς. Σήµερα δεν υπάρχει απολύτως κανείς µε τον οποίο να µπορώ να συζητήσω. Ίσως να είµαι άτυχος και να µην έχω βρεθεί µε τέτοιους ανθρώπους. Αυτοί που γνωρίζω είχαν πάντα διαφορετική στάση απ’ τη δική µου. Πάντως νοµίζω ότι οι καλλιτέχνες µπορούν πραγµατικά να βοηθούν ο ένας τον άλλον. Ο ένας µπορεί να ξεκαθαρίζει τα πράγµατα για λογαριασµό του άλλου [ Francis Bacon ].  ■  Πρέπει να συντέµνεις µε στόχο την ένταση [ Francis Bacon ]. ■  Στις αληθινές ερωτήσεις δεν υπάρχει ποτέ απάντηση [ André Malraux ].  ■  Πιστεύω ότι η ζωή είναι τόσο σύντοµη και προχωράει τόσο γρήγορα, ώστε, αν είσαι ζωγράφος, πρέπει να ζωγραφίζεις [ Vincent Van Gogh ].  ■  Πιστεύω πως η µεγάλη τέχνη είναι βαθιά τακτοποιηµένη. Ακόµα και όταν µέσα στην τάξη υπάρχουν πολύ ενστικτώδη και τυχαία πράγµατα, πιστεύω πως όλα αυτά βγαίνουν από µια επιθυµία τακτοποίησης και επαναφοράς του γεγονότος στο νευρικό σύστηµα µε πιο βίαιο τρόπο [ Francis Bacon ].  
■  Όµως πραγµατικά θέλω τα έργα µου να µένουν κατά το δυνατόν ανώνυµα και ο κόσµος να διαβάζει σ’ αυτά ό,τι του αρέσει, γιατί νοµίζω πως οι τίτλοι εµπεριέχονται στις εικόνες και ο κόσµος µπορεί να τις διαβάζει όπως θέλει [ Francis Bacon ].

Ο «Φωτογραφικός Κύκλος»

Το 1988, µετά από µερικά χρόνια διδασκαλίας και αφού είχε αρχίσει να δηµιουργείται ένας πυρήνας καλών µαθητών µου, αποφάσισα να ιδρύσω µαζί τους ένα σωµατείο που να ασχολείται µε τη φωτογραφία. Στην πραγµατικότητα επρόκειτο για άλλη µια εκδήλωση της ανάγκης µου να περιστοιχίζοµαι από ανθρώπους µε τους οποίους θα µπορούσα να µοιράζοµαι κοινές αντιλήψεις και επιθυµίες. Η αρχική µας σκέψη ήταν να κάνουµε ένα σωµατείο µε συµµετοχή του µεγαλύτερου δυνατού αριθµού φωτογράφων. Άλλωστε, αυτά που σκεφτόµασταν να κάνουµε νοµίζαµε ότι θα ενδιέφεραν λίγο-πολύ όλους. Θέλαµε να µοιραζόµαστε έναν πολύ καλά εξοπλισµένο σκοτεινό θάλαµο και µια πλούσια βιβλιοθήκη, να διοργανώνουµε καλλιτεχνικά σεµινάρια και φωτογραφικές εκθέσεις, να εκδίδουµε βιβλία και περιοδικά και να συναντιόµαστε συχνά για ανταλλαγή γνωµών και απόψεων σχετικά µε τις φωτογραφίες µας. Έτσι γεννήθηκε ο «Φωτογραφικός Κύκλος». Μετά την πρώτη ευφορία αναγκαστήκαµε να αναθεωρήσουµε µερικές ουτοπικές απόψεις. Πριν από όλα αντιληφθήκαµε ότι τίποτα δεν µπορεί να χωρίσει τους ανθρώπους περισσότερο από τις διαφορετικές αντιλήψεις περί τέχνης. Έπειτα, καταλάβαµε ότι η δηµιουργική παρουσία µιας οµάδας δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει µέσα από µαζικές συγκεντρώσεις, αλλά µόνον µέσα από επιλεκτικές οµαδοποιήσεις. Εποµένως ο «Κύκλος» έπρεπε να µικρύνει και να περιοριστεί σε εκείνους που ασπάζονταν µια ορισµένη προσέγγιση της φωτογραφίας, όχι βέβαια πολύ περιοριστική, αλλά πάντως µε συγκεκριµένα χαρακτηριστικά. Ως δάσκαλος των περισσοτέρων µελών αποφάσισα να συντάξω ένα Μανιφέστο των πεποιθήσεών µας, οι περισσότερες από τις οποίες νοµίζω ότι εκφράζουν την πλειοψηφία των µελών ακόµα και σήµερα. Η επόµενη, λίγο οδυνηρή, διαπίστωση ήταν ότι, µαζί µε τον έρωτα και τη θρησκεία, η τέχνη καλλιεργεί και υποθάλπει εγωισµούς και συντηρεί µισαλλοδοξίες και πάθη µε συνέπεια να καθιστά προβληµατική την ισότιµη οµαδικότητα. ∆εν είναι λάθος να σκεφτεί κανείς ότι αυτά µπορεί να συµβαίνουν επειδή ο έρωτας, η θρησκεία και η τέχνη είναι ταυτόχρονα ανεξήγητα και πολύ σηµαντικά. Και πάλι ως δάσκαλος και πρόεδρος είχα όλα αυτά τα χρόνια το δύσκολο αλλά απαραίτητο έργο να ελέγχω αυτές τις εγωιστικές παρεκτροπές, όχι βέβαια πάντοτε µε επιτυχία. Η φωτογραφία την οποία κάνουµε, υποστηρίζουµε και διαδίδουµε επί τόσα χρόνια στον «Φωτογραφικό Κύκλο» κρατάει αποστάσεις, πρώτον, από την ευρύτερη επαγγελµατική, εφαρµοσµένη ή εµπορική φωτογραφία, την οποία σεβόµαστε απόλυτα, αλλά η οποία υπακούει σε άλλους στόχους, και, δεύτερον, από την ονοµαζόµενη εικαστική φωτογραφία ή φωτογραφία των γκαλερί, ένα είδος φωτογραφίας που ερωτοτροπεί πρωτίστως µε τη συµπεριφορά της σύγχρονης εικαστικής σκηνής, φωτογραφία που δεν µπορούµε παρά να τη δεχτούµε, αφού υπάρχει, αλλά που δεν µας γεµίζει ούτε χαρά, ούτε ικανοποίηση. Όλος ο υπόλοιπος χώρος τον οποίο αγκαλιάζουµε και καλλιεργούµε µπορεί να είναι ο µεγαλύτερος, αλλά παραµένει ο πιο δύσκολος και δυσπρόσιτος για το ευρύ κοινό. Στο πέρασµα των χρόνων προέκυψε και ένα άλλο αναµενόµενο πρόβληµα: οι οικονοµικές δυσκολίες για την πραγµατοποίηση των ονείρων µας. Εκδώσαµε πολλά βιβλία, ένα πολύ ενδιαφέρον περιοδικό («Φωτοχώρος»), κάναµε πάµπολλες οµαδικές και ατοµικές εκθέσεις (για ένα διάστηµα είχαµε και τον δικό µας εκθεσιακό χώρο), άπειρες οµιλίες και διαλέξεις και εξοπλίσαµε έναν θάλαµο µε δέκα θέσεις εργασίας και άριστα µηχανήµατα. Σιγά-σιγά όµως διαπιστώσαµε ότι δεν υπήρχε η οικονοµική δυνατότητα να συνεχίσουµε σε αυτό το ρυθµό. Η συµφωνία µε το Μουσείο Μπενάκη να φιλοξενήσει τις δραστηριότητές µας ήταν µια σηµαντική βοήθεια για την καλύτερη δυνατή συνέχεια των σεµιναρίων, διαλέξεων, συναντήσεων και εκθέσεων. Ο σκοτεινός θάλαµος δεν µας ήταν πλέον αναγκαίος λόγω της ψηφιακής τεχνολογίας, και τα βιβλία βρήκαν τη θέση τους στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου, στη διάθεση πλέον κάθε ενδιαφερόµενου. Παραµένει όµως το πρόβληµα των εκδόσεων, κάτι που είναι σηµαντικός στόχος για κάθε φωτογράφο και που δεν αντικαθίσταται πλήρως –για µας τουλάχιστον– από τη νεφελώδη κινητικότητα του διαδικτύου. Η παρουσία του «Κύκλου» συµβάλλει στην ανάπτυξη πολλών αξιόλογων φωτογράφων και παράλληλα στη διαµόρφωση ενός φωτογραφικά καλλιεργηµένου κοινού, ενώ ταυτόχρονα συνιστά ένα καταφύγιο για µερικούς από εκείνους που θεωρούν τη φωτογραφία και την τέχνη ζητήµατα ζωτικής σηµασίας, την ώρα που για την πλειοψηφία είναι από αδιάφορα έως περιττά. Το µέλλον του «Κύκλου» είναι –πολύ λογικά– αβέβαιο. Η προσφορά του όµως είµαι σίγουρος ότι κρίνεται –και θα κριθεί στο µέλλον ακόµα περισσότερο– ως εξόχως θετική. 

Η φωτογραφική βιβλιοθήκη

Ένας φίλος, που δεν υπάρχει πια, µου έδωσε την πρώτη σωστή φωτογραφική συµβουλή. «Να βλέπεις φωτογραφίες». Έτσι ξεκίνησα την προσωπική µου φωτογραφική βιβλιοθήκη. Έφτασα τα τέσσερις χιλιάδες βιβλία, στα οποία οφείλω το µεγαλύτερο ποσοστό των φωτογραφικών µου γνώσεων. Κάποια στιγµή όµως διαπίστωσα ότι είχα διαβάσει περισσότερα βιβλία από όσα χρειαζόµουν και ότι δεν υπήρχε λόγος να µαθαίνω την ύπαρξη και το έργο ακόµα περισσότερων φωτογράφων, κατά τεκµήριο µάλιστα µέτριων, αφού οι πολύ µεγάλοι είναι σπάνιοι και όσο περνάνε τα χρόνια και σπανιότεροι. Η αποθησαύριση άλλωστε γνώσεων µε την ίδια µέθοδο και προς την ίδια κατεύθυνση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε νεύρωση και σε εθισµό. Η πολυγνωσία που καταντάει αυτοσκοπός είναι µια επιστροφή στην αγνωσία. Οι µαθητές µου στο µεταξύ είχαν πληθύνει και εξελιχθεί σε εντυπωσιακό βαθµό. Με ενδιέφερε πλέον πολύ περισσότερο το δικό τους έργο και µάθαινα πιο πολλά από αυτό. Σε γενικές γραµµές και µε λίγα λόγια: µε ενδιαφέρουν (σε όλες τις τέχνες) οι πολύ σπουδαίοι που µπορεί να λειτουργούν ως φάροι και εµπνευστές και όλοι οι µέτριοι, αλλά ειλικρινείς, στο έργο των οποίων διακρίνει κανείς το πάθος, την αγνότητα, τη χαρά και ενδεχοµένως το ταλέντο. Οι υπόλοιποι έχουν συνήθως χάσει την αθωότητά τους, χωρίς να προλάβουν να κερδίσουν τη σοφία. Η φωτογραφική µου βιβλιοθήκη βρήκε τη θέση της στο Μουσείο Μπενάκη, στο οποίο τη δώρισα, έτσι ώστε όλοι όσοι ενδιαφέρονται να µπορούν και αυτοί να έχουν πρόσβαση στα βιβλία που τόσο µε βοήθησαν στο ξεκίνηµά µου, πολλά άλλωστε από τα οποία έχουν εξαντληθεί. Η συγκίνησή µου πάντως ήταν µεγάλη όταν ένας από τους πιο αγαπηµένους µου φωτογράφους, ο Bruce Davidson, µε το βιβλίο του οποίου είχα ξεκινήσει τη φωτογραφική µου βιβλιοθήκη, ήρθε στην Αθήνα για µια έκθεση του που είχα επιµεληθεί και διοργανώσει και µου χάρισε το ίδιο βιβλίο, καθώς και ένα από τα καινούργια του µε µια εξόχως τιµητική αφιέρωση, για να αρχίσω µια νέα φωτογραφική ζωή.

Το καλλιτεχνικό «Πιστεύω»

∆εν υπάρχουν κανόνες που διαµορφώνουν, εκφράζουν ή περιέχουν τις καλλιτεχνικές µου πεποιθήσεις και προτιµήσεις. Εντούτοις, πιθανόν να ισχύουν µερικές γενικές αρχές. Όχι όµως και απαράβατες. Όπως λόγου χάριν η Απλότητα. Θυµάµαι ότι ένας φίλος µαθηµατικός έλεγε ότι ανάµεσα σε περισσότερες δυνατές λύσεις ενός (µαθηµατικού) προβλήµατος προτιµάται η πιο απλή, «διότι είναι και η πιο ωραία». Η Γνησιότητα επίσης, µε την έννοια ότι µόνον η αλήθεια του καλλιτέχνη µπορεί να προσδώσει ενδιαφέρον στο έργο. Η στενή σχέση Φόρµας και Περιεχοµένου, έτσι ώστε να µη δηµιουργείται η εντύπωση ότι το έργο οφείλει τον λόγο ύπαρξής του στο ένα από τα δύο. Η ερωτοτροπία µε την Αποτυχία, αφού µόνον τότε µπορεί να ελπίζει κανείς σε σπουδαίο αποτέλεσµα. Η Diane Arbus έλεγε µάλιστα: «Είναι σηµαντικό να παίρνεις κακές φωτογραφίες. Οι κακές έχουν να κάνουν µε αυτό που δεν έχεις ξανακάνει». Η έννοια του Μη Περιττού. Ό,τι περικλείεται σε ένα έργο έχει τη δική του σηµασία –µικρή ή µεγάλη δεν ενδιαφέρει– αναγκαία για τη δηµιουργία του συνολικού έργου. Η λέξη εποµένως Αφαίρεση παίρνει και την κυριολεκτική της σηµασία µε την έννοια της αποµάκρυνσης κάθε µη αναγκαίου στοιχείου. Η Υπέρβαση που συµβαίνει σπανίως, αλλά που είναι παρούσα σε κάθε σηµαντικό έργο, µια και εξασφαλίζει ότι αυτό που παρουσιάζεται είναι η παραποµπή σε κάτι υπαινικτικά παρόν. Οι Εµµονές που πείθουν για την αναπαράσταση ενός προσωπικού κόσµου. Η ανάγκη για µια Γενική Ιδέα για την υποστήριξη της οποίας πρέπει να βρεθεί το κατάλληλο όχηµα, που δεν είναι άλλο από το θέµα –το ρούχο– του έργου. Το κάθε έργο υπάρχει από µόνο του, αλλά παίρνει ευρύτερη σηµασία όταν συντροφεύεται από περισσότερα έργα του ίδιου καλλιτέχνη. ∆εν υπάρχει πειραµατική τέχνη ούτε έργο εν τω γίγνεσθαι. Ό,τι παρουσιάζεται είναι και πρέπει να θεωρείται ολοκληρωµένο. Έναν καλλιτέχνη τον αγαπάει κανείς και για τις αποτυχίες του. Με αυτές γίνεται και φίλος µας. Η περιφρόνηση κάθε προφανούς µηνύµατος που απορρέει από λογικές και φιλοσοφικές κατασκευές έξωθεν του ίδιου του έργου. Το έργο πρέπει να είναι αυτό καθεαυτό το µήνυµα και η παλαίστρα. Ο καλλιτέχνης µε το έργο του λέει κάτι για τον εαυτό του και κάτι για την τέχνη του. Ο τελικός στόχος ενός έργου δεν µπορεί παρά να είναι η συγκίνηση, η ένταση, η χαρά.  

Μικρό Μανιφέστο ή Στοιχεία Καλλιτεχνικής Ταυτότητας των µελών του «Φωτογραφικού Κύκλου»  ■  Ο «Φωτογραφικός Κύκλος» δεν ήταν, ούτε είναι, σχολείο, έστω κι αν σ’ αυτόν επιτελείται εκπαιδευτικό έργο. Ξεκίνησε από την επιθυµία µας να µοιραζόµαστε αυτά που πιστεύουµε και ίσως, χωρίς να το επιδιώκουµε συγκεκριµένα, να έγινε σιγά-σιγά και ένα είδος «Σχολής». Οι άγραφοι ηθικοί και αισθητικοί κανόνες που εκφράζουν τη συνοχή του διαµορφώθηκαν σταδιακά και συνεχίζουν να εξελίσσονται.  ■  Τα µέλη του «Κύκλου» σεβόµαστε την καλλιτεχνική φωτογραφία τόσο, ώστε να µην ζητούµε από αυτήν περισσότερα από όσα θα ’πρεπε να µας δώσει. Κι αυτά είναι: α) να µας γεµίζει χαρά µε τη διαδικασία άσκησής της και β) να µας αφήνει να ελπίζουµε σε όλο και υψηλότερη ποιότητα καλλιτεχνικού αποτελέσµατος. ΄Ο,τι άλλο µας φέρει θα είναι ευπρόσδεκτο ή αναπόφευκτο, πάντως όµως παρεπόµενο.  ■  Ξέρουµε ότι η καλλιτεχνική φωτογραφία, ακόµα κι αν αποφέρει οικονοµικά οφέλη, δεν είναι σηµαντικά κερδοφόρα. Για τούτο σεβόµαστε τον τρόπο µε τον οποίο ο καθένας κερδίζει τη ζωή του, είτε µε τη φωτογραφία, είτε αλλιώς, και δεν τον χαρακτηρίζουµε µέσα από το επάγγελµά του, ούτε τον κατατάσσουµε ως επαγγελµατία ή ερασιτέχνη φωτογράφο. Τον αποκαλούµε και τον θεωρούµε απλώς φωτογράφο.  ■  Χαιρόµαστε για το αξιόλογο φωτογραφικό έργο που παράγεται, µέσα ή έξω από τον «Κύκλο», έργο που γίνεται για όλους µας πηγή έµπνευσης. Η καλλιτεχνική φιλοδοξία (που σε άλλους φαίνεται εύλογη, σε άλλους παράλογη) δεν θέλουµε να µεταµορφώνεται σε ανταγωνισµό.  ■  Έχουµε µεγάλο θαυµασµό για τη φωτογραφία και, γενικότερα για την τέχνη, που προηγήθηκε, αφού σε αυτήν αναφερόµαστε για να δηµιουργήσουµε. Μελετούµε µέσα από βιβλία τη φωτογραφία που έγινε και γίνεται σ’ όλον τον κόσµο και παίρνουµε δύναµη από αυτήν. Παράλληλα απολαµβάνουµε, και µελετούµε αν µπορούµε, όλες τις άλλες τέχνες, αφού και αυτές αποτελούν καλλιέργεια και βάση της δηµιουργίας µας.  ■  Η φωτογραφία που υποστηρίζουµε και χαιρόµαστε κινείται µέσα σε ευρύτατα πλαίσια. Από τον ρεαλισµό µέχρι το όνειρο µε στόχο την πνευµατική καλλιτεχνική συγκίνηση. Πάντοτε όµως η πραγµατικότητα, µέσω µιας έστω στοιχειώδους καταγραφής, είναι αντικειµενικά παρούσα, αλλά ταυτόχρονα υποκειµενικά µεταλλαγµένη.  ■  ∆εν απορρίπτουµε ούτε τη φωτοδηµοσιογραφία, που ασχολείται µε την περιγραφή γεγονότων, ούτε την εφαρµοσµένη εµπορική φωτογραφία, που προβάλλει προϊόντα, ούτε την εικαστική φωτογραφία, που αµιλλάται τη ζωγραφική στο δικό της εικαστικό παιχνίδι. Χαιρόµαστε αν διαπιστώσουµε και σε αυτές τις κατηγορίες την ύπαρξη εντιµότητας, διακριτικότητας και αισθητικής ποιότητας, ∆εν θεωρούµε, όµως, ότι είναι περιοχές όπου κατά κανόνα µπορεί η προσωπικότητα του φωτογράφου και η φύση του καλλιτεχνικού µέσου να αναδειχθούν κατά τον καλύτερο τρόπο.  ■  Πιστεύουµε ότι η φωτογραφία, επειδή έχει πολύ εύκολη τεχνική, ζητά κατ’ ανάγκην από µας να θέσουµε οι ίδιοι όρια ηθικής και αισθητικής αυστηρότητας, η οποία στα άλλα µέσα τίθεται συνήθως µέσω της τεχνικής.  ■  Μας ενδιαφέρει να δουλεύουµε πάνω σε συγκεκριµένα θέµατα και να παρουσιάζουµε τη δουλειά µας µέσα από αυτά. ∆εν συµφωνούµε όµως µε τη βασανιστική απαίτηση πολλών θεωρητικών για υποχρεωτική παρουσίαση του φωτογραφικού έργου αποκλειστικά µέσα από συγκεκριµένη θεµατογραφία. Ο φωτογράφος πρέπει να διατηρεί πάντοτε την ελεύθερη επιλογή, και η ενότητα του θέµατος συχνά προκύπτει από µόνη της.  ■  ∆εν έχουµε προτίµηση σε κανένα ιδιαίτερο θέµα φωτογραφίας, ούτε στη διαµόρφωση συγκεκριµένης εθνικής ή πολιτιστικής ταυτότητας. Το µόνο που µας ενδιαφέρει είναι η παρουσία και η προσωπικότητα του κάθε φωτογράφου. ΄Ολα τα άλλα είναι δικές του επιλογές.  ■  Η συνθηµατολογία, τα µηνύµατα, οι συµβολισµοί και ό,τι άλλο κινείται έξω από την καθαρή φωτογραφική εικόνα, µας αφήνουν αδιάφορους. ∆εν πιστεύουµε ότι η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία, ή οτιδήποτε εκφράζεται µε λόγια και τοποθετείται πριν, µετά ή έξω από την εικόνα, µπορεί να αφορούν την τέχνη, ή ότι µπορεί η τέχνη να υπηρετεί µε ποιότητα και αποτελεσµατικότητα το πεδίο αυτών των γνωστικών χώρων. Ο φωτογράφος πρέπει να µιλάει µόνον µε τις φωτογραφίες του, κατά τρόπο πάντοτε αφηρηµένο και υπαινικτικό και, στην καλύτερη περίπτωση, υπερβατικό. Μας ενδιαφέρει ο θεωρητικός λόγος πάνω στη φωτογραφία και προσπαθούµε να τον καλλιεργούµε. Αρκεί να είναι λόγος περί τέχνης.  ■  Μας ενδιαφέρει ο προβληµατισµός που αναφέρεται στον τρόπο παρουσίασης της φωτογραφίας, είτε έχει σχέση µε το είδος και τα µεγέθη της εκτύπωσης, είτε µε τον τρόπο της έκθεσης ή δηµοσίευσης. Αποφεύγουµε όµως να φτάνουµε στο σηµείο, όπου η φωτογραφία παύει να λειτουργεί κυρίως ως εικόνα και υπάρχει περισσότερο ως αντικείµενο, η αξία του οποίου οφείλεται πρωτίστως στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά.  ■  Αποφεύγουµε τον πειρασµό να δηµιουργούµε µε τη σκέψη στραµµένη στον θεατή. Αυτό θα οδηγούσε σε έργα γοητευτικώς λαϊκιστικά. Φωτογραφίζουµε πρώτα για τον εαυτό µας, ύστερα για τους ανθρώπους που αγαπούµε και εκτιµούµε και τέλος για το κοινό. Με αυτή τη σειρά ελπίζουµε να αρέσει το έργο µας. Και ελπίζουµε ότι έτσι είναι ευκολότερο να παραµείνουµε καλλιτεχνικά ειλικρινείς.  ■  ∆εν αποκρούουµε την παραγγελία συγκεκριµένου φωτογραφικού έργου, για λόγους επαγγελµατικούς ή άλλους,  αρκεί αυτός που παραγγέλλει να επιτρέπει στον φωτογράφο να παραµένει απόλυτος κύριος των κριτηρίων και των επιλογών σε όλες τις φάσεις της φωτογραφικής διαδικασίας. Αλλά και ο τελευταίος να γνωρίζει πώς να αντισταθεί στην τάση υποταγής του στην ευαρέσκεια του εντολέα του.  ■  ∆εν δουλεύουµε για τα βιογραφικά µας σηµειώµατα, τα οποία πιστεύουµε ότι έχουν περισσότερο βλάψει παρά βοηθήσει την τέχνη. Γι’ αυτό και τα κρατάµε σκόπιµα σε χαµηλούς τόνους και λίγες γραµµές.  ■  Εκθέτουµε τις φωτογραφίες µας σε χώρους που µας αρέσουν και µας «ζεσταίνουν», όχι αναγκαστικά περιωπής. Εκθέτουµε, παλαιότεροι και νεότεροι µαζί, για να τονίσουµε την πνευµατική µας συγγένεια και τη συνέχεια της καλλιτεχνικής δηµιουργίας. Εκθέτουµε, µόνοι µας, όποτε νοµίζουµε ότι έχουµε να δείξουµε µια καινούργια δουλειά σε ένα κοινό που δεν την ξέρει. Εκθέτουµε και για να πουλήσουµε έργα µας, αν µπορέσουµε. Εντούτοις, δεν θεωρούµε τις εκθέσεις σκοπό της φωτογραφικής µας δραστηριότητας, ούτε της ζωής µας.  ■  Θέλουµε να δηµοσιεύουµε φωτογραφίες µας σε βιβλία και κατά προτίµηση σε µονογραφίες. Ο λόγος είναι ότι έτσι το έργο διαδίδεται περισσότερο και διατηρείται µέσα στον χρόνο.  ■  Θεωρούµε τους εαυτούς µας αιώνιους µαθητές, ικανούς να µάθουν από τους παλιούς, τους συναδέλφους µας και τον εαυτό µας. Η καλλιτεχνική φωτογραφία είναι για µας και εργαλείο παιδείας. Είναι πιθανόν το µέλλον να επιφέρει αλλαγές στις αισθητικές µας απόψεις. Ελπίζουµε να µην επηρεάσει  τις ηθικές µας θέσεις.

Πλάτων Ριβέλλης