fbpx

Ένας οδηγός για τον επισκέπτη τής Σύρου, από τον Πλάτωνα Ριβέλλη

Ένας οδηγός για τον επισκέπτη τής Σύρου, από τον Πλάτωνα Ριβέλλη

Προσοχή: Οι παρακάτω οδηγίες αποτελούν απολύτως προσωπικές μου απόψεις, στηρίζονται σε λίγα που διάβασα και περισσότερα που διαπίστωσα, μπορεί να έχουν πολλές ανακρίβειες, και από καιρό σε καιρό θα συμπληρώνονται, θα διορθώνονται και θα αναθεωρούνται.

Ταυτότητα

Η Σύρος είναι το εμπορικό και διοικητικό κέντρο των Κυκλάδων και η έδρα τής Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Συγκαταλέγεται στα μικρά σε έκταση κυκλαδονήσια, αλλά είναι το πιο πυκνοκατοικημένο και αριθμεί περί τους 25.000 μόνιμους κατοίκους. Είναι έδρα Εφετείου και έχει πλήρες Νοσοκομείο. Έχει τρεις εφημερίδες. Μια ημερήσια, την «Κοινή Γνώμη», μια εβδομαδιαία τον "Λόγο" και μια δεκαπενθήμερη, την «Άποψη», η οποία πλέον έχει γίνει ηλεκτρονική. Έχει επίσης δυο τηλεοπτικούς σταθμούς («Σύρος TV» και «Αιγαίο TV») και πολλούς ραδιοφωνικούς. Στη Σύρο λειτουργεί επίσης εδώ και μερικά χρόνια η "Σχολή σχεδίασης προγραμμάτων πληροφορικής και συστημάτων" τού Πανεπιστημίου τού Αιγαίου.

Συγκοινωνίες

Η Σύρος βρίσκεται σε απόσταση (από τον Πειραιά) 2 ½ ωρών με τα γρήγορα πλοία που μεταφέρουν και αυτοκίνητα (Highspeed), και 4 ωρών με τα μεσαία (Blue Star Ithaki, Blue Star Paros, Blue Star Naxos, Blue Star 2, Νήσος Χίος). Διαθέτει αεροδρόμιο, που εξυπηρετείται καθημερινά από την Ολυμπιακή, ενώ το καλοκαίρι υπάρχει (ενίοτε) γραμμή πλοίου και από τη Ραφήνα (1 ½ ώρα με τα γρήγορα πλοία).

Ιστορία

Η Σύρος (ή Σύρα) κατακτήθηκε από τους Ενετούς (μαζί με τις υπόλοιπες Κυκλάδες) στις αρχές του 13ου αιώνα, παραχωρήθηκε στον Μάρκο Σανούδο (βενετσιάνο τυχοδιώκτη κατά τα φαινόμενα) και αποτέλεσε ένα μέρος τού μεγαλύτερου Δουκάτου τής Νάξου. Δεν είναι γνωστή η αιτία στην οποία οφείλεται η κυριαρχία τού καθολικού δόγματος στο νησί πριν από την Επανάσταση τού '21 και την εποίκησή του από έλληνες ορθόδοξους άλλων περιοχών. Η παρουσία των Ενετών δεν αποτελεί ικανή εξήγηση, δεδομένου ότι - για παράδειγμα - η Τήνος παρέμεινε για μεγαλύτερο διάστημα υπό την κυριαρχία τους, ενώ οι καθολικοί εκεί ήταν σαφώς λιγότεροι, ενώ σε άλλα κυκλαδονήσια που και πάλι ήταν υπό ενετική κυριαρχία δεν υπήρξαν καθόλου καθολικοί. Άλλωστε οι Ενετοί, σαν πεπειραμένοι κατακτητές που ήταν, ήξεραν να μην επιβάλουν στους ντόπιους πληθυσμούς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και το δόγμα τους. Μια άλλη πιθανή, αλλά αναπόδεικτη, εκδοχή τής παρουσίας των καθολικών στη νήσο είναι ότι ο επίσκοπος τής Σύρου κατά την εποχή τού Πρώτου Σχίσματος ακολούθησε τον Πάπα και όχι τον Πατριάρχη. Έτσι κι αλλιώς όμως η έντονη παρουσία των καθολικών παραμένει ένα μικρό μυστήριο. Σήμερα βέβαια το ορθόδοξο στοιχείο υπερτερεί αριθμητικά και με την διεύρυνση των εσωτερικών συνόρων και την σχεδόν πλήρη αποδοχή των διαφορών είναι λογικό και αναμενόμενο το καθολικό στοιχείο να φθίνει αριθμητικά όλο και περισσότερο.

Κατά την Τουρκοκρατία ίσχυσε ειδικό προνομιακό καθεστώς για το νησί, αυτό όμως δεν εμπόδισε τους Τούρκους τον 17ο αιώνα να το λεηλατήσουν και να απαγχονίσουν τον καθολικό αρχιεπίσκοπο. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα κτίστηκαν πολλά καθολικά μοναστήρια στο νησί (Φραγκισκανών, Ιησουιτών, Λαζαριστών) και έτσι το νησί, παρά το ότι ήταν υπό τουρκική κατοχή, συνέχισε να τελεί υπό την προστασία των δυτικών δυνάμεων και κυρίως του γάλλου βασιλιά. Στα τέλη τού 18ου αιώνα κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο το νησί κατέλαβαν για ένα διάστημα οι Ρώσοι οι οποίο εσύλησαν πολλά από τα μνημεία του. Καλύτερα συμπεριφέρθηκαν οι ίδιοι οι Τούρκοι, οι οποίοι παραχώρησαν σημαντικές ελαφρύνσεις στο νησί, καθώς και ένα είδος αυτοδιοίκησης.

Ανάπτυξη και παρακμή

Η Σύρος είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, ειδικά μέσα από το ναυτικό εμπόριο, ήδη από τις αρχές τού 18ου αιώνα. Η ανάπτυξη αυτή σε συνδυασμό με την σχετική ουδετερότητα των Τούρκων απέναντι στο νησί οδήγησε τους πρόσφυγες από άλλες περιοχές και κυρίως από τα Ψαρά, τη Χίο και την Κρήτη να εγκατασταθούν από το 1824 και μετά στη Σύρο και να ιδρύσουν την Ερμούπολη (από το όνομα τού θεού τού εμπορίου). Πολύ γρήγορα το εμπορικό δαιμόνιο και τα χρήματα των πλουσίων μεταναστών απέδωσαν θαύματα. Η Ερμούπολη έγινε μια πανέμορφη πόλη με πολλά και πλούσια αρχοντικά, με πολυάριθμα πλοία και ταρσανάδες, με ναυπηγείο που απασχολούσε πολλές εκατοντάδες εργάτες, με τράπεζες, με ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες, με πάμπολλα εργοστάσια (βυρσοδεψίας, κλωστοϋφαντουργίας, αλευροποιίας, σαπουνοποιίας, λουκουμοποιίας, αργυροχοϊας, οινοπνευματωδών ποτών, υαλουργικών ειδών κλπ). Τα πρώτα ονόματα μεγάλων ελλήνων βιομηχάνων που για χρόνια κυριάρχησαν στην Ελλάδα ξεκίνησαν από εκεί (Λαδόπουλος, Βελισσαρόπουλος, Καρέλας, Φουστάνος, Βέλτσος, κλπ). Οι άρχοντες τού νησιού είχαν εμπορικές και πολιτιστικές επαφές με την Ευρώπη, οι κυρίες ψώνιζαν από το Παρίσι και τα σπίτια ήταν διακοσμημένα από ιταλούς ζωγράφους. Κτίστηκαν σπουδαία δημόσια κτήρια (το Τελωνείο - η σημερινή Δημοτική Πινακοθήκη-, το Δημαρχείο -έργο τού Τσίλερ-, το θέατρο Απόλλων - τυπικό δείγμα ιταλικής σκηνής και όχι μικρογραφία τής Σκάλας τού Μιλάνου, όπως συνηθίζεται να λέγεται-, κλπ). Λειτούργησε η πρώτη λέσχη («Λέσχη Ελλάς» - σήμερα Πνευματικό Κέντρο τού Δήμου Ερμούπολης-), το πρώτο γυμνάσιο (με μαθητή τον Ελευθέριο Βενιζέλο και πρώτο διευθυντή τον Νεόφυτο Βάμβα), το πρώτο καζίνο. Σημαντικοί, τέλος, λογοτέχνες γεννήθηκαν και δημιούργησαν στη Σύρο και ανάμεσά τους ο Βικέλας, ο Ροϊδης και ο Σουρής.

Σύρος

Η άνθηση αυτή κράτησε περί τα 70 χρόνια. Σιγά-σιγά η ανάπτυξη τής υπόλοιπης Ελλάδας υποβάθμισε την εμπορική σημασία τής Σύρου και τού λιμανιού της. Με τα χρόνια, οι πλούσιοι έφυγαν και οι φτωχοί άρχισαν να μεταναστεύουν στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Με τη μικρασιατική καταστροφή το νησί δέχτηκε πολλούς πρόσφυγες, στους οποίους οι Συριανοί φέρθηκαν μάλλον καλύτερα από ό,τι οι υπόλοιποι Έλληνες. Μετά τον πόλεμο η Σύρος πέρασε τη μεγαλύτερη οικονομική δυσπραγία. Για τριάντα περίπου χρόνια η μόνη διέξοδος ήταν η εξεύρεση εργασίας στην ναυπηγοεπισκευαστική μονάδα τού Νεωρίου. Όταν αυτό έκλεισε, τα πράγματα φάνηκαν να οδηγούνται σε ασφυξία. Ήδη το μεγαλύτερο μέρος τού εισοδήματος προερχόταν από ναυτικούς, και από θυρωρούς ή υπηρέτριες στην Αθήνα, επαγγέλματα στα οποία αναγκαστικά καταφεύγανε οι φτωχοί συριανοί αγρότες. Σιγά-σιγά με την ιδιωτικοποίηση και επαναλειτουργία τού ναυπηγείου και την μικρή αλλά σταθερή αύξηση τού τουρισμού η Σύρος συνήλθε και σήμερα περνάει μια νέα άνθηση. Στο μεταξύ η γη πήρε αξία (αν και για την ώρα η Σύρος είναι από τα φτηνά κυκλαδονήσια), η ανοικοδόμηση έδωσε δουλειά σε πολύ κόσμο, πρώην άνεργοι αγρότες έγιναν εύποροι εργολάβοι, τα παλαιά επαγγέλματα των τεχνιτών άρχισαν να έχουν και πάλι ζήτηση, και όσοι τεχνίτες έφυγαν από το Νεώριο βρήκαν εύκολα εργασία στον ελεύθερο στίβο έχοντας αποκτήσει και πείρα και φήμη από τη δουλειά τους στο ναυπηγείο.

Πρόοδος και ακαλαισθησία

Η σημερινή Σύρος περνάει πράγματι μια νέα οικονομική άνθηση. Είναι κρίσιμη η στιγμή να καταλάβουν οι κάτοικοί της ποια ανάπτυξη τής ταιριάζει. Να αποφύγουν νεοπλουτίστικες κακογουστιές σαν τα αθηναϊκά δημαρχιακά καγκελάκια (δυστυχώς έχουν εμφανιστεί και στη Σύρο παρόμοια δείγματα: ακατάλληλες πλακοστρώσεις, αταίριαστοι σε ύφος και μέγεθος φανοστάτες κλπ). Να μην θελήσουν να μιμηθούν την τής Μυκόνου ή τής Ρόδου δόξα με πολυάριθμες ξενοδοχειακές μονάδες και αναρίθμητα τσάρτερ. Η Σύρος δεν τα αντέχει αυτά. Είναι μικρή και με ελάχιστες παραλίες. Και όσο κι αν ανθίσταται η ομορφιά τής Ερμούπολης, υπάρχει ο φόβος κάποτε να υποκύψει και αυτή. Η Σύρος έχει ανάγκη από τουρισμό χαμηλού ύφους και περιορισμένου αριθμού, όχι μαζικό, αλλά κατανεμημένο σε όλη τη διάρκεια τού χρόνου. Ας ελπίσουμε να γίνει κατανοητό, μολονότι οι αντιλήψεις που επικρατούν στην χώρα ολόκληρη για τις αξίες τής προόδου και τής επιτυχίας, σε συνδυασμό με την αισθητική που υιοθετούν οι πολίτες στον προσωπικό τους χώρο δεν αφήνουν πολλές ελπίδες.

Αξίζει μια βόλτα στους μικρούς εσωτερικούς οικισμούς (Λαγκάδα, Πλατιανή, Κήποι, Μεσαριά κλπ), που διατηρούν ακόμα αρκετά παλιά σπίτια, αλλά που έχουν να επιδείξουν και μια μεγάλη σύγχρονη οικοδομική ακαλαισθησία, για να πάρει κανείς μιαν ιδέα τού μεγάλου σημερινού προβλήματος, όχι μόνον τής Σύρου αλλά ολόκληρης τής Ελλάδας. Με τον ρυθμό ανοικοδόμησης που παρατηρείται είναι ζήτημα λίγων ακόμα ετών για να γίνει η Ελλάδα μια σαφώς άσχημη χώρα, τουλάχιστον όπου υπάρχουν ανθρώπινες κατασκευές.

Μέρος τής ευθύνης για την κατάντια αυτή έχει η απότομη οικονομική άνθηση, που μετέτρεψε την ανοικοδόμηση ενός σπιτιού σε εκδίκηση για τα χαμένα παιδικά χρόνια τής φτώχειας. Η βάρβαρη αντίληψη για την πολυτέλεια (μια αντίληψη που δεν σχετίζεται με την πραγματική πολυτέλεια που οι περισσότεροι ούτε γνώρισαν ούτε θα γνωρίσουν) επιχειρεί να αντισταθμίσει τη λειτουργική ομορφιά τής απλότητας, που την είχαν χωρίς να την καταλαβαίνουν και χωρίς να την εκτιμούν, με αξίες όπως η ευθυγράμμιση, η στιλπνότητα, το μέγεθος, η αντοχή, η απουσία «χεριού» και «υπογραφής», η εξαφάνιση τής διαφοράς και άλλα πολλά μέσα στα οποία έννοιες όπως η ομορφιά, η παράδοση, η πρωτοτυπία, η προσωπικότητα, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν θέση. Ένα σπίτι που καλύπτει απλώς λειτουργικές ανάγκες και που χτίστηκε με την αίσθηση τού χώρου και τού χρόνου στον οποίο ανήκει δύσκολα μπορεί να είναι άσχημο. Ένα όμως σπίτι που γίνεται με την προσπάθεια είτε τής κοινωνικής προβολής είτε τής πολυτέλειας και με μια τυποποιημένη άποψη για τη μορφή του και τη λειτουργικότητά του, έξω από χρόνο, χώρο και προσωπική επιλογή, μπορεί ευκολότατα να είναι αποκρουστικό. Οι παλιές παράγκες τού Περάματος, άσχετα από την φτώχεια και τη λιτότητά τους, δεν προσέβαλαν την αισθητική. Τα σημερινά σπίτια μιας οποιασδήποτε κωμόπολης το κάνουν. Και το λιγότερο κακό που έχουν να επιδείξουν είναι οι τηλεοπτικές τους κεραίες. Τουλάχιστον αυτές είναι και λειτουργικές και σημεία μιας εποχής. Ισχύει το ίδιο που μνημονεύω παρακάτω για τις βραδινές ενδυμασίες που συγκεντρώνουν όλο το κιτς που αδυνατούν να προβάλουν τα ρούχα εργασίας.

Σύρος

Ένας άλλος πιθανός λόγος είναι τα σύγχρονα υλικά. Και μάλιστα τα τυποποιημένα υλικά. Τα οποία ακριβώς επειδή είναι τυποποιημένα είναι φθηνότερα, πιθανόν πρακτικά, ίσως και ανθεκτικά, πάντως όμως κακάσχημα. Και το χειρότερο, δεν «παλιώνουν» ωραία. Αφού το πάλιωμα, τον χρόνο, κανείς δεν τον αντιμετωπίζει σαν αρετή. Αντιθέτως, την οποιαδήποτε αισθητική έχει αντικαταστήσει μια ιδεολογία τού «αθάνατου» και «πρακτικού». Η νοικοκυρά θα προτιμήσει ό,τι πλένεται εύκολα και ο άντρας ό,τι δεν σπάει και δεν σκουριάζει. Αν αυτά είναι και φτηνά, ακόμα καλύτερα. Τα άλλα, τα χειροποίητα, τα μη βιομηχανοποιημένα, αυτά που ξέρουν να παλιώνουν, είναι συνήθως και ακριβότερα. Και μόνον αυτό αρκεί για να αποτρέψει κάθε αγοραστή.

Ακόμα ένας λόγος για την οικοδομική ακαλαισθησία είναι η κακή και κυρίως η τυχαία μίμηση. Ο νέος έλληνας ιδιοκτήτης δεν έχει αναφορές. Όλοι και πάντοτε μιμούνταν το παλιότερο. Αυτό που υπήρχε από την προηγούμενη γενιά. Αυτό με το οποίο είχαν μια σχέση γνωριμίας και συγγένειας. Σήμερα όμως μιμούνται οτιδήποτε. Ελβετικά σαλέ, μεξικανικές ασιέντες, ισπανικά παλάτια, μυκονιάτικα σπίτια, αμερικάνικα ράντσα, χολυγουντιανές βίλες, σπίτια των βορείων προαστίων, ακόμα και διαμερίσματα τής Κυψέλης. Θα μπορούσε βέβαια και ο εκλεκτικισμός, δηλαδή η ανάμιξη στυλ, αν ήταν προϊόν άποψης, να κατέληγε σε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Εδώ όμως και αυτός είναι τυχαίος. Αξίζει πάντως να προσέξετε ότι ακόμα και εκεί που γίνονται προσπάθειες πιστής μίμησης (στη Σύρο συχνά θα δείτε ένα παλιό σπίτι και πλάι ένα σημερινό αντίγραφο) το σημερινό υστερεί οφθαλμοφανώς από το παλιό. Οι λόγοι και πάλι είναι πολλοί. Πρώτον τα διαφορετικά υλικά. Δεύτερον ο διαφορετικός τρόπος εργασίας τους. Αλλά τρίτον και κυριότερο η διαφορετική σχέση των όγκων και μεγεθών. Ακόμα και δυο φαινομενικά όμοια παραθυρόφυλλα δεν είναι όμοια και εξίσου ωραία, αν το καινούργιο έχει λόγου χάριν υιοθετήσει μικρότερη κάσα επειδή οι σημερινές μηχανές δεν κόβουν το μεγαλύτερο φάρδος που είχε το παλιό. Αυτή η μικρή διαφορά μπορεί να ανατρέψει όλες τις σχέσεις τής οικοδομής.

Αμφιβάλλω όμως για το πόσοι είναι σε θέση να αντιληφθούν αυτό που βλέπουν στο παλιό. Για τα νεοκλασικά όλοι «γουργουρίζουν» από ηδονή και θαυμασμό. Έστω. Αν και στο παρελθόν είχαν ακουστεί αρκετές φωνές που με επιχειρήματα υποστήριζαν ότι δεν είχαν και μεγάλη σχέση με το ελληνικό τοπίο και την ελληνική ιστορία. Σ' αυτά όμως οι περισσότεροι αναγνωρίζουν την πολυτέλεια και το μεγαλείο. Η προσπάθεια να τα μιμηθούν ή να τα αναστηλώσουν οδηγεί συνήθως σε (πολυτελείς έστω αλλά πάντως) κακομορφίες. Από την άλλη πλευρά κάθε πολυτελής βίλα αναφέρεται στην πολυτέλεια τού lifestyle και τής τηλεόρασης (το σπίτι τού Big Brother), με αποτέλεσμα να καταλήγουμε σε υπερμεγέθη διαμερίσματα επί οικοπέδων. Διογκωμένα ρετιρέ με την αισθητική των πολυκατοικιών και των μεζονετών τής Εκάλης ή τής Βουλιαγμένης.

Τι γίνεται όμως με τα παλιά αγροτικά, χωριάτικα, φτωχικά σπίτια; Τους προδρόμους των σημερινών λαϊκών κατοικιών των νησιών και των χωριών τής χώρας; Αναγνωρίζει κανείς τη σημασία των ισορροπιών τους; Βλέπει τη σχέση των διαστάσεων των παραθύρων τους και των θυρών τους; Καταλαβαίνει τις αναλογίες των όγκων τους; Μπορεί να δει τη διαφορά ανάμεσα στο λευκό τού πλαστικού χρώματος και στο λευκό τού ασβέστη; Συνειδητοποιεί ότι η πειθαρχημένη και αυστηρή γεωμετρία των παραλληλόγραμμων όγκων αντισταθμίζεται από την απουσία απόλυτης ευθυγράμμισης και από τις διογκώσεις τής πέτρας των τοίχων; Καταλαβαίνει κανείς ότι ένας μεντεσές ισπανικού φολκλόρ (σαν αυτούς που έχουν κατακλύσει την Ελλάδα), ή ένα φερφορζέ από το Praktiker, ή ένα αλουμινένιο παράθυρο μπορούν να τινάξουν στον αέρα κάθε αισθητική ισορροπία;

Σύρος

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως όλη αυτή η ασχήμια έγινε μέσα από υποτίθεται αυστηρές διατάξεις πολεοδομίας, αρχιτεκτονικών επιτροπών και ειδικών προδιαγραφών. Πιστεύω μάλιστα ότι τις περισσότερες φορές τα άσχημα αυτά κτίρια κτίστηκαν σε συμφωνία με τις εν λόγω προδιαγραφές. Στο κάτω-κάτω εύλογα αναρωτιέται κανείς πόσο χειρότερα θα ήταν τα σπίτια αν ο καθένας έκανε τού κεφαλιού του; Ίσως να υπήρχε και ένα χιούμορ που σήμερα σπανίζει. Το χειρότερο φαίνεται να είναι ότι αυτή η γενικευμένη ασχήμια ενοχλεί μάλλον λίγους. Και από αυτούς πάλι αρκετοί ενοχλούνται μόνον επειδή τα σημερινά σπίτια δεν αποτελούν πιστή αναπαράσταση λαογραφικής αισθητικής. Είναι αυτοί που θα ήθελαν όλη την ορεινή χώρα σαν το Μέτσοβο και όλη τη νησιωτική σαν τη Μύκονο. Αυτοί όμως που υποφέρουν (στους οποίους δυστυχώς συγκαταλέγομαι), αυτοί που βρίσκουν παρηγοριά και γοητεία στις πιο απλές και φτωχικές οικοδομικές λύσεις (όταν τουλάχιστον δεν υπάρχει η σφραγίδα τού ιδιοφυούς αρχιτέκτονα) είναι ελάχιστοι. Φαίνεται όμως πως η εποχή μας δεν επιτρέπει πλέον την ευδοκίμηση απλών και φτωχικών λύσεων και δεν ανέχεται ιδιοφυείς αρχιτέκτονες. Το μέλλον φαίνεται πως έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δυο λύσεις. Ή μέσα από μια σταδιακή ενημέρωση, καλλιέργεια, μόρφωση οι ίδιοι οι πολίτες να απαιτήσουν και πάλι την ποιότητα, ή η ολοσχερής παράδοση στην πολυτελή ακαλαισθησία. Αυτή τη φορά η έμφυτη αισιοδοξία μου δεν νομίζω πως θα βοηθήσει. Η δεύτερη λύση είναι η πιθανότερη. Δεν χάνουμε όμως τίποτα να ελπίζουμε και να προσπαθούμε.

Τα δύο δόγματα

Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε και μια άλλη κοινωνική επανάσταση. Οι φτωχοί τής Σύρου ήταν κατά παράδοση οι καθολικοί, αφού ήταν όλοι τους αγρότες ή κτίστες (συνήθως και τα δύο παράλληλα) και (όσοι δεν κατοικούσαν στον λόφο τού Σαν Τζώρτζη) ήταν κάτοικοι τής συριανής υπαίθρου. Στην αστική ζωή και κοινωνία τής Ερμούπολης συμμετείχαν ελάχιστοι. Στη Σύρο, μέχρι και τα μέσα τού 20ού αιώνα, ίσχυαν άτεγκτοι ταξικοί νόμοι. Για παράδειγμα οι πληβείοι (στην τάξη των οποίων συγκαταλέγονταν όλοι οι καθολικοί και λίγοι ορθόδοξοι εργάτες) δεν είχαν το δικαίωμα να πατούν στο πλακόστρωτο, ή έπρεπε να κινούνται σε μια περιορισμένη περιοχή τής κεντρικής πλατείας (το καφενείο Πάνθεον λόγου χάριν εθεωρείτο βάσει σιωπηρού αλλά απαράβατου κανόνα περιοχή αποκλειστικής πρόσβασης των πατρικίων μέχρι και τη δεκαετία τού '50, αν όχι και αργότερα). Έτσι η θρησκευτική διαφορά, που όπως κάθε διαφορά διογκώνεται στις μικρές κοινωνίες, συμπληρώθηκε από ταξική διαφορά. Καμία άλλωστε θρησκευτική εξουσία δεν ευνοούσε τις επιμειξίες και τους μικτούς γάμους.

Με τα χρόνια όμως παρατηρήθηκε μια προϊούσα ταξική και οικονομική ισότητα. Οι ιδιοκτήτες των παραθαλάσσιων οικοπέδων γίνανε πλούσιοι, οι τεχνίτες και οι κτίστες είδαν το εισόδημά τους να αυξάνει ταχύτερα από αυτό των μικρεμπόρων, ενώ πολλοί από τους αγρότες μετακόμισαν από την ύπαιθρο στο κέντρο και έγιναν ισότιμοι έμποροι. Παράλληλα, οι όλο και πιο φιλελεύθερες αντιλήψεις σχετικά με την καταγωγή και την θρησκεία οδήγησαν πολλούς νέους στην σύναψη μικτών γάμων και έτσι σήμερα η Σύρος παρουσιάζει το μοναδικό για την Ελλάδα παράδειγμα μιας πετυχημένης πολυπολιτισμικότητας. Και βέβαια παραμένουν οι διαφορές και τις ανασύρουν όποτε και όσοι έχουν συμφέρον (π.χ. κατά τις εκλογές για την υποστήριξη τού ενός ή τού άλλου υποψήφιου). Σε γενικές όμως γραμμές σε μια Ελλάδα που παραμένει ένα από τα ελάχιστα σχεδόν θεοκρατικά καθεστώτα (μαζί με το Ιράν και το Ισραήλ), όπου η εκκλησία έχει τεράστια οικονομική και πολιτική δύναμη και δεν έχει ακόμα διαχωριστεί από το Κράτος, η Σύρος είναι ένα φωτεινό παράδειγμα συνύπαρξης δύο κοινοτήτων με αποδοχή των εκατέρωθεν διαφορών. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως οι Συριανοί, ακόμα και όταν τονίζουν τις θρησκευτικές τους διαφορές, έχουν ζήσει από μικροί μέσα σ'αυτές και έτσι, ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιούν, είναι πιο εξοικειωμένοι από τους υπόλοιπους Έλληνες με τις πολιτισμικές διαφορές.

Ο πρακτικός βέβαια αντίκτυπος από τις πολιτισμικές-θρησκευτικές αυτές διαφορές κάθε χρόνο υποχωρεί. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι μόνον οι γηραιότεροι και ευτυχώς λίγοι μόνον κληρικοί είναι εκείνοι που υπόγεια συντηρούν μια σχετική (και πάντως όχι ανοικτά ομολογημένη) αντιπαλότητα. Ειρωνικό βέβαια μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς το γεγονός (και δεν γνωρίζω αν σε αυτό φταίνε και τα δύο δόγματα) ότι ενώ οι ζωντανοί έχουν προχωρήσει σημαντικά στον δρόμο τής συνύπαρξης, αν όχι τής ένωσης, οι νεκροί, ακόμα και αν εν ζωή ήταν σύζυγοι, είναι υποχρεωμένοι να διακρίνονται σε ορθόδοξους ή καθολικούς και να καταλαμβάνουν κομμάτι γης σε χωριστά νεκροταφεία.

Ερμούπολη και Άνω Σύρος

Η σημερινή Ερμούπολη συνεχίζει να επεκτείνεται. Σκαρφαλωμένη πάνω σε ένα λόφο, τον λόφο τής Ανάστασης, με διάφορες συνοικίες, όπως το Βροντάδο, δείγμα μικροαστικής αρχιτεκτονικής και ρυμοτομίας, τα Βαπόρια, αρχοντική γειτονιά πάνω στη θάλασσα με πολλά αρχοντικά εφοπλιστών, ή, από την άλλη μεριά, τα Καμίνια και η Νεάπολη, αλλά και άλλες γειτονιές, τείνει να ενωθεί με τον λόφο τής Άνω Σύρου, που παραμένει ένας καθαρά κυκλαδίτικος οικισμός ως προς την αρχιτεκτονική και τη ρυμοτομία του. Η Ερμούπολη είναι πόλη ζωντανή χειμώνα-καλοκαίρι, επιβλητική, με πολλά καφενεία, μπαρ, καταστήματα, κεντρική αγορά, ακόμα και καζίνο. Έχει Αρχαιολογικό Μουσείο, Βιομηχανικό Μουσείο, Πινακοθήκη, Αίθουσες Εκθέσεων και πολλές εκκλησίες με πιο ενδιαφέρουσα τον Άγιο Νικόλαο στη συνοικία Βαπόρια. Αυτός ο Άγιος Νικόλαος ονομάζεται ο «πλούσιος» σε αντίθεση με μιαν άλλη ωραία εκκλησία τής Άνω Σύρου, τον Άγιο Νικόλαο τον «φτωχό», που ήταν η πρώτη ορθόδοξη εκκλησία τού νησιού. Η εκκλησία της Κοίμησης έχει μιαν εικόνα τού Θεοτοκόπουλου, η οποία όμως είναι τής πρώτης του, νεανικής, περιόδου, όταν δεν είχε αναπτύξει το προσωπικό του ύφος και ήταν ακόμα καθαρά βυζαντινός. Η εκκλησία τής Μεταμόρφωσης είναι η πρώτη εκκλησία τής Ερμούπολης και σημερινή της Μητρόπολη. Η εκκλησία τής Ανάστασης είναι αυτή που σημαδεύει την κορυφή τού ορθόδοξου λόφου και αντικρίζει την αδελφή καθολική εκκλησία τού Σαν Τζώρτζη. Κατά σύμπτωση η πρώτη (με τον χαρακτηριστικό της μπλε τρούλο) φωτίζεται το βράδυ με φωτισμό daylight, δηλαδή φωτισμό ψυχρών τόνων, ενώ η καθολική με φωτισμό tungsten, δηλαδή φωτισμό θερμών τόνων, δίνοντας έτσι και μια χρωματική διάσταση στις δογματικές διαφορές.

Σύρος

Η μεγάλη αύξηση τής κυκλοφορίας των αυτοκινήτων στην Ερμούπολη έσπρωξε τον Δήμο στην καθιέρωση πληρωμένης στάθμευσης και στην έναρξη δρομολογίων από και προς τις εισόδους τής πόλης με δημοτική συγκοινωνία (mini-bus τα λένε, αλλά είναι maxi-bus για τις διαστάσεις τής πόλης). Τα κουπόνια στάθμευσης (με το σύστημα τού «ξυστού») πωλούνται στα περίπτερα.

Ο γειτονικός λόφος, η Άνω Σύρα, είναι ο λόφος των καθολικών, όπως πιστοποιεί ο καθεδρικός ναός τού Αγίου Γεωργίου (Σαν Τζώρτζης), αρχικά τού 13ου αιώνα, αλλά ξαναχτισμένος τον περασμένο αιώνα - που φαίνεται από μακριά πάνω στην κορφή της, αλλά και πολλές άλλες μικρές καθολικές εκκλησίες. Η Άνω Σύρα θυμίζει περισσότερο κλασικό κυκλαδίτικο χωριό με τα φτωχικά μικρά λευκά σπιτάκια, όπου η κυκλοφορία οχημάτων όχι απλώς απαγορεύεται αλλά είναι αδύνατη, ενώ η Ερμούπολη παραπέμπει σε εποχές μεγάλου αστικού πλούτου και εμπορικής ανάπτυξης. Ανάπτυξης που θέτει τη σφραγίδα της και στη μετά θάνατον ματαιοδοξία, μια και η Ερμούπολη διαθέτει το ωραιότερο νεκροταφείο μετά το Πρώτο των Αθηνών με αγάλματα και μνημειακά μαυσωλεία (εκκλησία Αγ. Γεωργίου, στο πλακόστρωτο που οδηγεί στην Άνω Σύρα, συνοικία Νεάπολη).

Ο επισκέπτης τής Σύρου μπορεί να απορήσει που δεν θα δει πολλά μικρά ξωκλήσια σπαρμένα σε όλα τα βουνά, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα ελληνικά νησιά. Αυτό οφείλεται μάλλον στις συνήθειες των καθολικών, οι οποίοι κτίζουν τις εκκλησίες για τις ανάγκες τού εκκλησιάσματος. Έτσι κάθε μικρή κοινότητα έχει τη δική της εκκλησία, αλλά όχι περισσότερες.

Οι Συριανοί

Οι Συριανοί μπορεί να έχουν όλα τα καλά και τα κακά χαρακτηριστικά των κατοίκων κάθε μικρής κοινωνίας, αλλά διακρίνονται ιδιαιτέρως για τον ήπιο χαρακτήρα τους και για τρόπους πολύ πιο ευγενικούς από τον μέσο όρο τής χώρας μας. Η ελαφρά τραγουδιστή προφορά τους συμβάλλει στη δημιουργία αυτής τής εντύπωσης. Αυτή η καθημερινή μέση και τυπική ευγένεια είναι ιδιαίτερα πολύτιμη σε μια χώρα που έχει κάνει την αγένεια έμβλημά της. Οι Συριανοί έχουν χιούμορ (πράγμα εξαιρετικά σημαντικό για την αντιμετώπιση των προβλημάτων) και διαθέτουν μια μάλλον φιλελεύθερη και ανεκτική στάση απέναντι στις ανθρώπινες αδυναμίες, σεξουαλικές ή άλλες. Όπως σε όλα τα μικρά μέρη, όπου οι κάτοικοι είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ξαναπέσουν συχνά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν είναι ιδιαίτερα ειλικρινείς και δεν δείχνουν εύκολα τον φθόνο ή την αντιπάθειά τους. Το χαμόγελο τα καλύπτει όλα. Δεν ανοίγουν εύκολα τα σπίτια τους, παρά την αναμφισβήτητη ανοχή τους απέναντι στους ξένους.

Έχει λεχθεί πως οι Συριανοί έχουν μια τάση προς τις Τέχνες και τον πολιτισμό. Κάτι τέτοιο δεν έχω διαπιστώσει μέχρι σήμερα. Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι με ενδιαφέρον για την Τέχνη, αλλά δεν έχω την αίσθηση πως αυτό συμβαίνει σε ποσοστό ειδικά υψηλό. Θα ήταν άλλωστε παράξενο. Όλοι οι Έλληνες τρεφόμαστε με την ίδια τηλεόραση και έχουμε βγάλει το ίδιο σχολείο. Υπάρχουν βέβαια πολλές ερασιτεχνικές ομάδες θεάτρου (και μια κλασικής μουσικής), κάτι που μπορεί να οφείλεται και στην παρουσία τού ωραίου Θεάτρου «Απόλλων», αλλά που γενικώς απαντάται συχνά στην Ελλάδα, μια χώρα με παράδοση στο θέατρο. Υπάρχει επίσης ένας πολύ σύγχρονος ανακαινισμένος κινηματογράφος («Παλλάς»), που προβάλλει ταινίες ευρείας κυκλοφορίας, τον χειμώνα απέναντι από το θέατρο και το καλοκαίρι σε έναν ωραίο χώρο στην κεντρική πλατεία.

Κάθε καλοκαίρι γίνονται τα Ερμουπόλεια, φεστιβάλ που καλύπτει τρεις ολόκληρους μήνες, με αποτέλεσμα οι μέτριες εκδηλώσεις να υπερτερούν κατά πολύ των σημαντικών.

Οι εξοχές

Οι αποστάσεις στη Σύρο είναι μικρές και οι δρόμοι πολυάριθμοι. Σε όλα τα μέρη μπορείς να πας από δυο και τρεις δρόμους. Είναι καλό μάλιστα να ψάξει κανείς και τους πολύ μικρούς, αλλά βατούς εσωτερικούς δρόμους μέσα από τα χωριά, που είναι και οι πιο γραφικοί, μέσα από καλαμιές και ξεραμένες κοίτες ποταμών. Μόνον αν περπατήσετε μέσα από περιβόλια και λόφους μακριά από τις κεντρικές αρτηρίες θα καταλάβετε τη μυρωδιά του νησιού. Οι παραλιακές περιοχές είναι κατά σειράν, φεύγοντας από την Ερμούπολη με κατεύθυνση νότια και από κει δυτικά, η Αζόλιμνος (περιοχή με υπερβολικά πολλές ταβέρνες και ξενοδοχεία), η Φάμπρικα (ήσυχο και απόκοσμο μέρος), ο Όρμος Βάρης (παλιομοδίτικη, οικογενειακή, αρκετά θορυβώδης το καλοκαίρι, αλλά γοητευτική περιοχή), ο Μέγας Γιαλός (εκτεταμένη παραθαλάσσια και μάλλον άχρωμη περιοχή), η Δελαγράτσια (ονομασία που προέρχεται από την τοπική καθολική εκκλησία τής Παναγίας των Χαρίτων και που τελευταία μετονομάσθηκε σε Ποσειδωνία), μια περιοχή με υπέροχα σπίτια, πολλά δέντρα και αξεπέραστη γοητεία), ο Φοίνικας (πιθανόν η πιο πυκνοκατοικημένη το καλοκαίρι περιοχή, χωρίς ύφος και με πολύ κόσμο), τα Κόκκινα (παρακλάδι τού Φοίνικα, η «Εκάλη» τής Σύρου με αραιά κτισμένες βίλες), ο Γαλησσάς (η πρώτη γνωστή και πιο τουριστική περιοχή, που διατηρεί όμως μια ποιότητα), το Δανί (μια «καινούργια», πανέμορφη περιοχή με λιγοστές και καλόγουστες βίλες), τα Τρία Λαγγόνια, περιοχή κοντά στην Ποσειδωνία, όπου τελευταία χρίζονται πολυτελείς βίλες, και τέλος, εντελώς δυτικά, το Κίνι (περιοχή με παλιομοδίτικο ύφος, από τις πιο γραφικές στο είδος). Ο δρόμος σταματάει εκεί και μπαίνει στο εσωτερικό, αφήνοντας για την ώρα την εξερεύνηση των πιο βόρειων παραλιών στους περιπατητές, αναρριχητές ή κοτεράκηδες. Μέχρι βέβαια να ενσκήψουν οι μπουλντόζες. Με δεδομένες τις αντιλήψεις των Νεοελλήνων για την πρόοδο, δεν θα αργήσουν.

Σύρος

Οι οικισμοί στο εσωτερικό δεν έχουν τον χαρακτήρα χωριών. Είναι εν τούτοις εξαιρετικά ενδιαφέροντες και αξίζουν την επίσκεψη. Παλαιές περιοχές παραθερισμού των Ερμουπολιτών, με δέντρα και μοναδικές επαύλεις, ήταν το Επισκοπείο (Πισκοπιό), τα Χρούσσα, το Άνω Μάννα και η Παρακοπή. Απολύτως εσωτερικό χωριό είναι και ο Πάγος, ίσως το μόνο κλασικό στο είδος του. Το Μάννα (σκέτο Μάννα ή Κάτω Μάννα) είναι ένας μάλλον άχαρος οικισμός που συγκεντρώνει πολλές βιοτεχνίες και αντιπροσωπείες. Τείνει να γίνει η οδός Βουλιαγμένης τής Σύρου. Εκεί βρίσκεται και το αεροδρόμιο. (Στα σύνορα τού Κάτω Μάννα με τη Βάρη βρίσκεται και ο «Φωτογραφικός Κύκλος»). Υπάρχουν και άλλοι μικροί εσωτερικοί οικισμοί, όπου μας οδηγούν στενοί και συνήθως τσιμεντένιοι δρόμοι, οικισμοί που αξίζει κανείς να επισκεφθεί γιατί βλέπει και την καθαρά αγροτική πλευρά τού νησιού. Το Ατελιό λόγου χάριν ή τα Άδειατα είναι τέτοιες περιοχές.

Ειδική μνεία απαιτεί η Απάνω Μεριά. Πρόκειται για ένα άλλο νησί. Ο δρόμος τής Άνω Σύρου, μετά το πάρκινγκ τού καθολικού καθεδρικού ναού, συνεχίζει σε μια περιοχή που γίνεται όλο και πιο ορεινή, όλο και πιο απόκρημνη και όλο και πιο έρημη. Βουνά, πεζούλες, μικροί οικισμοί και απίστευτη θέα. Οι Κυκλάδες στην πιο αγνή τους εκδοχή με μικρά χωριά ιδιαίτερης ομορφιάς, όπως ο Σαν Μιχάλης, η Χαλανδριανή, το Πλατύ Βουνί και άλλα.

Οι παραλίες

H Σύρος δεν είναι Μύκονος. Ούτε Πάρος. Ίσως και γι αυτό δεν κατακλύσθηκε νωρίτερα από τουρίστες. Δεν παύει όμως να έχει ποικιλία από παραλίες κάθε είδους. Δυστυχώς, οι πιο προσιτές είναι πάνω στον δρόμο και κατά συνέπεια οικογενειακές. Ο Όρμος Βάρης (ρηχή, καλή αμμουδιά, αλλά πολύ οικογενειακή, με το πρόσθετο για μερικούς πλεονέκτημα τής παρουσίας συμπαθέστατων παραθαλάσσιων ταβερνών και ενός μπαρ - Εν πλώ - για διασκέδαση μετά το μπάνιο). Η παραλία τής Φάμπρικας (γάργαρη, μικρή αμμουδιά, λιγότερο ρηχή από τη Βάρη, πιο ήσυχη, και αυτή όμως ελαφρώς οικογενειακή). Τα βραχάκια τής Φάμπρικας γνωστά και ως Κατεργάκι (ήσυχα, λίγο δυσπρόσιτα). Η παραλία των Σαντορινιών (ωραίο και λιτό τοπίο που περιβάλλει την παραλία, κρύα και γάργαρα νερά που βαθαίνουν γρήγορα, με χοντρές πέτρες μπαίνοντας και βότσαλα έξω). Τα λιμανάκια στους Σαντορινιούς, πριν και μετά από την κυρίως παραλία, (θάλασσα εξαίρετη, ησυχία, γύμνια, αλλά χρειάζεται να μπουν λίγο τα πόδια στο νερό για να φτάσει κανείς στους διάφορους ορμίσκους). Η παραλία στον Μέγα Γιαλό (μπροστά στην ταβέρνα τού Ταλαρά) αμμουδερή και εύκολη. Η παραλία στην Αμπέλα (μεταξύ Μεγάλου Γιαλού και Δελαγράτσιας) όμορφη, αμμουδερή, με ωραία νερά και αρμυρίκια (μειονέκτημα ο οικογενειακός χαρακτήρας και τα λίγα βραχάκια μπαίνοντας). Η παραλία στο Δελφίνι είναι προσιτή με αυτοκίνητο (αρκετός καρόδρομος) και παραμένει μια πολύ καλή παραλία (παρά την τουριστική της ανάπτυξη και την αφαίμαξη τής άμμου). Η πρόσβαση γίνεται με αυτοκίνητο (ή με τα πόδια) από το Κίνι. Συμπαθητική και καλή παραλία και ο Λωτός κοντά στο Κίνι. Επίσης οι ΑγκαθωπέςΚόμητο, πιο νεανική, με beach bar για beach parties και beach volley. Η παραλία τού Γαλησσά είναι πολύ όμορφη (αν και απελπιστικά ρηχή), αλλά υποφέρει, όπως και όλος ο Γαλλησσάς, από την υπερβολική τουριστική ανάπτυξη. Η παραλία τού ΑρμεούΑγία Πακού (παραφθορά τού αρχαίου Επήκοος). Οι υπέροχες και πιο ερημικές παραλίες όμως βρίσκονται προς την δυτική και βορειοδυτική πλευρά μετά το Δελφίνι (Αετός, Βαρβαρούσσα - η καλύτερη-, Λία, Γράμματα), και η πρόσβαση γίνεται είτε με βάρκα από το Κίνι, είτε με τα πόδια από την Απάνω Μεριά τής Σύρου. στη Δελαγράτσια (Ποσειδωνία) που είναι και η κοσμική παραλία τού νησιού, αλλά εκεί κοντά στη συνέχεια τού δρόμου και η παραλία στο (δυο βήματα από τον Γαλησσά, αλλά μέσω απόκρημνου δρόμου πλάι στο ξενοδοχείο Dolphin), ευχάριστη, νεανική και απολύτως γυμνιστική. Ανάμεσα στις δυο παραλίες το εκκλησάκι πάνω στο λόφο (που αξίζει την επίσκεψη), η Αγία Πακού (παραφθορά τού αρχαίου Επήκοος). Οι υπέροχες και πιο ερημικές παραλίες όμως βρίσκονται προς την δυτική και βορειοδυτική πλευρά μετά το Δελφίνι (Αετός, Βαρβαρούσα - η καλύτερη-, Λία, Γράμματα), και η πρόσβαση γίνεται είτε με βάρκα από το Κίνι, είτε με τα πόδια από την Απάνω Μεριά τής Σύρου.

Σύρος

Διασκέδαση και ψώνια

Στην παρούσα εκδοχή του ερασιτεχνικού αυτού οδηγού που έχω συντάξει αποφάσισα να αφαιρέσω τις πληροφορίες που αφορούν τη διασκέδαση και τα ψώνια. Τα καταστήματα ανοίγουν και κλείνουν και η ποιότητα αλλάζει με γοργούς ρυθμούς. Δεν υπάρχει επομένως νόημα να δίνω συμβουλές που διαρκώς θα πρέπει να αλλάζουν. Άλλωστε και τα γούστα ποικίλλουν. Ας αποφύγω επομένως να δυσαρεστήσω καταναλωτές ή μαγαζάτορες. Το σίγουρο είναι ότι το νησί έχει πολλές ταβέρνες, εστιατόρια, καφενεία και μπαρ που καλύπτουν όλα τα γούστα. Γεγονός βέβαια είναι ότι κατά τους χειμερινούς μήνες μόνο η Ερμούπολη είναι σε πλήρη δραστηριότητα και ελάχιστα είναι τα μαγαζιά που παραμένουν ανοιχτά στην περιφέρεια ή στην Άνω Σύρο. Όσο για ψώνια, ρουχισμό και δώρα υπάρχουν πολλά και καλά μαγαζιά.