12- ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ

Πλάτων Ριβέλλης: Μια φωτογραφία του Ελληνοαμερικανού Κωνσταντίνου Μάνου από την θαυμάσια δουλειά του για την Ελλάδα το Greek Portfolio, φωτογραφίες που τραβήχτηκαν τη δεκαετία του ’60. Νιώθω την ανάγκη να υπογραμμίσω όχι μόνο την καλλιτεχνική αξία της φωτογραφίας, αλλά κυρίως την αξιοπρέπεια που αποπνέουν τα πρόσωπα αυτά από τις φωτογραφίες του Μάνου 30 χρόνια πριν και που σήμερα με πολύ δυσκολία αναζητώ και ανακαλύπτω στις ελληνικές πόλεις και χωριά όταν πηγαίνω. Το βάζω αυτό σαν μια σκέψη εξωφωτογραφική και την αφήνω μετέωρη, Ανδρέα, δεν θέλω να επεκταθούμε πάνω σε αυτό. Ας μιλήσουμε καλύτερα για την φωτογραφία στην Ελλάδα γενικότερα.

Ανδρέας Παγουλάτος: Θα ήθελα να σε ρωτήσω, Πλάτων. Πότε έχουμε τις απαρχές μιας ελληνικής φωτογραφίας, δηλαδή μιας φωτογραφίας στον ελλαδικό χώρο;

ΠΡ: Νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε πολύ αργά για συγκροτημένο καλλιτεχνικό έργο. Ενδιάμεσα είχαμε μοναδικές, μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν γενική ευαισθησία, φωτογραφική γνώση και που δεν νομίζω ότι όταν έκαναν φωτογραφία καταλάβαιναν ότι έκαναν μια φωτογραφία σαν εκφραστικό μέσο. Ή τουλάχιστον όχι με πλήρη συνείδηση. Στα 150 χρόνια, τα λίγα αυτής της σύγχρονης ιστορίας, και μάλιστα με μια τουρκική κατοχή που δεν έδεσε με τον ελληνικό χώρο όπως έδεσαν οι Μαυριτανοί στην Ισπανία, είχαμε ένα πολύ μεγάλο ξέκομα. Είναι λογικό να μην έχουμε παράδοση σε πολλά πράγματα. Ειδικά στη φωτογραφία, αν σκεφτούμε ότι η άνθισή της διεθνώς έγινε μετά τη δεκαετία του ’60 και σαν αξία οικονομική αλλά και σαν εκτίμηση από το κοινό. Ο Kertesz έκανε την πρώτη του έκθεση στην Αμερική τη δεκαετία του '60. Πολύ λίγες ήταν οι περιπτώσεις παλιά που είχαν γενικότερη προβολή, όπως ο Cartier-Bresson, που ήταν από τις εξαιρέσεις. Είναι λογικό λοιπόν στην Ελλάδα η μεγάλη άνθιση να ακολουθήσει την άνθιση του εξωτερικού. Πιστεύω δηλαδή ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’70 αρχίζει η φωτογραφία στην Ελλάδα συνειδητά να ακουμπάει ορισμένους ανθρώπους είτε σαν θεατές είτε σαν δημιουργούς.

ΑΠ: Δεν υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις προηγουμένως;

ΠΡ: Ναι, υπάρχουν αρκετά ονόματα που μπορεί να πει κανείς. Εγώ θα αναφερθώ σε 2-3 που εκτιμώ πολύ: τον Κώστα Μπαλάφα, τη Βούλα Παπαϊωάννου. Ο Μπαλάφας ζει, η Παπαϊωάννου έχει πεθάνει, και θα συμπεριλάβω στους Έλληνες φωτογράφους τον Κωνσταντίνο Μάνο, με τον οποίο ξεκίνησα, διότι είναι μεν δεύτερη γενιά Ελλήνων στην Αμερική, αλλά κρατάει την ελληνική του συνείδηση και εν μέρει την ελληνική του γλώσσα. Είναι και το πιο γνωστό όνομα Έλληνα, έστω και του εξωτερικού, φωτογράφου, είναι πολλά χρόνια στο πρακτορείο Magnum και τον περιλαμβάνω για αυτή τη θαυμάσια δουλειά τού Greek Portfolio, του ελληνικού λευκώματος φωτογραφίας, το οποίο το έκανε στη δεκαετία του '60, νεαρός ακόμη. Εν συνεχεία δούλεψε στο χρώμα, έκανε θέματα Αμερικής, Βοστώνης και τα λοιπά.

Ο Κωνσταντίνος Μάνος γεννήθηκε στην Αμερική από γονείς μετανάστες, ζει στη Βοστώνη, αλλά αισθάνεται ακόμη έντονους τους δεσμούς του με την Ελλάδα. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ήρθε για πρώτη φορά να γνωρίσει τη χώρα των προγόνων του και να φωτογραφίσει τα απομονωμένα της χωριά, είχε ήδη φωτογραφική πείρα, αφού από τα 19 του ήταν επίσημος φωτογράφος της φιλαρμονικής της Βοστώνης. Η παραμονή του στην Ελλάδα μας άφησε ένα εξαιρετικό βιβλίο, το Greek Portfolio, που υπήρξε και το διαβατήριό του για το πρακτορείο Magnum, του οποίου έγινε από τότε μέλος. Χωρίς αμφιβολία το Greek Portfolio είναι η πιο διακριτική και ουσιαστική φωτογραφική συλλογή με θέμα την Ελλάδα. Ο Μάνος προσεγγίζει με σεβασμό τους φτωχούς Έλληνες, ντύνει τα κουρέλια τους με αξιοπρέπεια και αποδίδει τις στιγμές της δουλειάς ή της σχόλης με διαχρονική τελετουργική αυστηρότητα.

Μετά από αρκετές φωτογραφικές προτάσεις με θέμα την πόλη του, τη Βοστώνη, ο Μάνος μας προσέφερε μια νέα σημαντική συλλογή, έγχρωμη αυτή τη φορά, με εικόνες από την Αμερική, της οποίας το παράδοξο στις συμπτώσεις, στα χρώματα και στις φόρμες κυριαρχεί και δίνει νέα πνοή και περιεχόμενο στη δουλειά του σοβαρού αυτού Ελληνοαμερικανού φωτογράφου.

ΑΠ: Υπάρχει ελληνική ματιά που να οδηγεί σε κάποια αισθητική; Σε κάποιες συγκεκριμένες αισθητικές;

ΠΡ: Κοίταξε, όταν ήρθε ο Κωνσταντίνος Μάνος πριν από 30 χρόνια και έκανε αυτές τις θαυμάσιες φωτογραφίες στα ελληνικά χωριά, μάλιστα αν δεν κάνω λάθος είχε διαλέξει κυρίως χωριά όπου δεν είχε πάει ούτε καν το ηλεκτρικό, αυτή τη δουλειά είτε την έκανε ένας ξένος είτε ένας Έλληνας θα γινόταν καλή αν αυτός ο άνθρωπος είχε ποιότητα, ευαισθησία και καλλιτεχνική ματιά. Δεν μπορώ εγώ να διακρίνω στις φωτογραφίες αν αυτός που τις κάνει είναι Έλληνας ή ξένος, γυναίκα ή άνδρας ή αν έχει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.

Ο ηπειρώτης Κώστας Μπαλάφας είδε τη φωτογραφία πάντοτε σαν ένα χρέος. Χρέος απέναντι στην αντίσταση, που τίμησε και έγραψε με σεμνότητα, διακριτικότητα και θαυμασμό. Χρέος απέναντι στην ηπειρώτισσα μάνα, που ανέθρεψε με δυσκολία και κούραση τα παιδιά της. Χρέος απέναντι σε έναν πολιτισμό που χάνεται. Οι εικόνες του δεν υποπίπτουν σε ένα λαογραφικό συναισθηματισμό ή μια αισθητική ωραιοποίηση, αλλά ελέγχουν τη συγκίνηση, χτισμένες καθώς είναι με ένστικτο και ευφυΐα για να συγκρατούν το φωτογραφικό ενδιαφέρον του θεατή, προδίδοντας -μαζί με το χρέος- και τη χαρά που ο καλός αυτός φωτογράφος αισθάνεται κάθε φορά που σηκώνει τη μηχανή του.

Γόνος αστικής αθηναϊκής οικογένειας και με σπουδές ζωγραφικής, η Βούλα Παπαϊωάννου άρχισε να ασχολείται λίγο πριν τον πόλεμο με τη φωτογραφία. Οι κακουχίες της Κατοχής στάθηκαν το πρώτο της θέμα, ενώ μετά την απελευθέρωση την απασχόλησαν οι προσπάθειες για την ανόρθωση της χώρας, αλλά και η καταγραφή του νέου αστικού τοπίου που γεννιόταν. Οι φωτογραφίες της Παπαϊωάννου, αν και ντοκουμέντα μιας εποχής δυστυχίας και πόνου, διαποτίζονται από χαρά και αισιοδοξία. Δεν πέφτουν στην παγίδα του δραματικού. Καταφέρνουν να φέρουν σε αντιπαράθεση αυτή τη δυστυχία με τον σπινθήρα της ανατροπής της, που είναι η ελπίδα. Αλλά το πιο σημαντικό στη φωτογραφική δουλειά της Παπαϊωάννου είναι οι συνθέσεις της, που εκπλήσσουν με την πρωτοτυπία και ενότητα ύφους, αρετές σπάνιες αν σκεφτεί κανείς και την καλλιτεχνική απομόνωση των Ελλήνων φωτογράφων της εποχής.

ΑΠ: Οι σημερινοί Έλληνες φωτογράφοι, του καλλιτεχνικού χώρου ειδικά, δέχονται επιρροές και επιδράσεις από μεγάλους και ξένους φωτογράφους; Υπάρχουν τάσεις; Σχολές;

ΠΡ: Το πρόβλημα στην Ελλάδα ήταν πρόβλημα παιδείας και γνώσεων. Όχι μόνο φωτογραφικών. Μπορώ να πω ότι η φωτογραφία ξεκίνησε λίγο με ανθρώπους που έπαιζαν με τις μηχανές τους πιο πολύ, αλλά συνειδητά ίσως το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών.

ΑΠ: Πότε δημιουργήθηκε;

ΠΡ: Τέλη της δεκαετίας του ’70 αν δεν κάνω λάθος. Από μερικούς νέους που είχαν πάει στο εξωτερικό, που είχαν κάποια επαφή και που ασχολήθηκαν με τη φωτογραφία και επαγγελματικά, και συνεχίζουν οι περισσότεροι από αυτούς και σήμερα να έχουν ένα φωτογραφικό έργο με αξία. Θα αναφέρω τα ονόματα του Κωστή Αντωνιάδη, του Γιώργου Δεπόλα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Στέφανου Πάσχου, του Γιάννη Δήμου, που σήμερα διευθύνει το φωτογραφικό κέντρο Σκοπέλου, και νεότερες γενιές που βγήκαν από αυτούς, είτε φίλοι είτε μαθητές, όπως είναι ο Νίκος Μάρκου, η Ελένη Μαλιγκούρα, η Νατάσα Μαρκίδου και προφανώς ξεχνάω πάρα πολλούς. Αλλά θέλω να πω ότι το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών προσέφερε και ήταν οι πρώτοι που είχαν μια συνειδητή παρουσία στον καλλιτεχνικό αυτό χώρο. Μεμονωμένες περιπτώσεις συνέχιζαν να υπάρχουν και μετά. Μέχρι τότε όμως μιλούσαμε για μια φωτογραφία χομπίστικη γύρω από τις μηχανές ή γύρω από την ωραία ελληνική φύση και τα λοιπά. Θέλω να τονίσω ότι τα μεγάλα αυτά ονόματα που έθιξα πριν, Μπαλάφας, Παπαϊωάννου και τα λοιπά, δεν έχουν συνείδηση του τι έκαναν. Δηλαδή, είχαν συνείδηση καλλιτεχνική, αλλά για αυτούς μεγαλύτερη σημασία είχε η απόδοση του θέματος. Δηλαδή, ο Κώστας Μπαλάφας έχει μια λατρεία στην Ελλάδα που χάνεται και με σεβασμό και ευλάβεια την αποτυπώνει. Για αυτόν έχει δευτερεύουσα σημασία η ποιότητα της εικόνας του. Θυμίζει λίγο τον Eugene Smith σε σχέση με τη δικαιοσύνη που λέγαμε σε μία άλλη εκπομπή.

ΑΠ: Η δική σας η κίνηση, ο Φωτοχώρος και ο Φωτογραφικός Κύκλος;

ΠΡ: Και οι δύο αυτές κινήσεις, ο Φωτοχώρος ήταν και είναι ένας εκθεσιακός χώρος και ο Φωτογραφικός Κύκλος είναι ένα σωματείο φωτογράφων, ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’80. Εκθεσιακοί χώροι υπήρχαν ήδη, αν δεν κάνω λάθος, ένας στη Θεσσαλονίκη και το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών στην οδό Σίνα. Ο Φωτοχώρος ξεκίνησε αργότερα στην Τσακάλωφ τη δεκαετία του ’80. Από το ’80 και ύστερα άρχισαν να αναπτύσσονται αυτές οι φωτογραφικές δυνάμεις και τα διαφορετικά ύφη, στυλ, στην φωτογραφία. Είχαμε πια την πολυτέλεια να είμαστε σε επαφή με τον έξω κόσμο, με τα βιβλία, με τις εκθέσεις. Αναπτύχθηκαν πολύ τα βιβλία τη δεκαετία αυτή και διαδόθηκαν, μέσα από τα οποία γνωρίσαμε τι γίνεται και έξω.

Ο Κωστής Αντωνιάδης, συνιδρυτής του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών στα τέλη της δεκαετίας του ’70, βοήθησε σημαντικά την πρόοδο της νέας ελληνικής φωτογραφίας, όχι μόνο με το φωτογραφικό του έργο, αλλά και με την εκπαιδευτική και θεωρητική του προσφορά. Αν και επαγγελματίας φωτογράφος στο χώρο της διαφήμισης, δεν παρέλειψε να καλλιεργεί το προσωπικό του καλλιτεχνικό-φωτογραφικό έργο, που κάλυψε πολύ γρήγορα μια μεγάλη διαδρομή, από την απλή καταγραφή έως τις εικαστικές και ψηφιακές παρεμβάσεις. Το έργο του Αντωνιάδη χαρακτηρίζεται από συναισθηματική αυτοσυγκράτηση, από αισθητική αναζήτηση και μοιάζει να ανιχνεύει περισσότερο τα όρια του μέσου από εκείνα του φωτογράφου.

Σπάνια γεννιόνται φωτογράφοι με την αμεσότητα του Ανδρέα Σχοινά. Αμεσότητα που αναφέρεται στη σχέση του τόσο με το φωτογραφικό μέσο όσο και με τα θέματα που φωτογραφίζει. Για τον Σχοινά ο κόσμος αποτελείται από τον προσωπικό του περίγυρο. Μόνο που αυτός ο περίγυρος συνιστά μια απέραντη αυλή των θαυμάτων, και η δυστυχία καλύπτεται από τη γεμάτη χιούμορ και τρυφερότητα ματιά του φωτογράφου.

Ακόμα και οι επαγγελματικές φωτογραφίσεις του στη διάρκεια γάμων και συναθροίσεων γίνονται αφορμές για να παρεισφρήσει διακριτικά στα παρασκήνια και να στήσει με σιγουριά το δικό του σκηνικό. Ο Ανδρέας Σχοινάς μας εξαπατά δίνοντάς μας την εντύπωση ότι φωτογραφίζει απλώς την καθημερινότητά του, ενώ στην πραγματικότητα την χτίζει ο ίδιος.

ΑΠ: Ποιοι από τους φωτογράφους τους οποίους ανέφερες ασχολήθηκαν με διάφορα είδη της φωτογραφίας; Ας πούμε υπήρχε φωτοδημοσιογραφία στην Ελλάδα;

ΠΡ: Υπήρχε, αλλά υπήρχε η κλασική ειδησεογραφία, όπως το πρακτορείο Μεγαλοοικονόμου, το οποίο αποτύπωνε τον Βενιζέλο, τον Παπανδρέου, τον Καραμανλή και τα λοιπά γεγονότα, με ποιότητα, με ενδιαφέρον και με πολύ χρήσιμες πληροφορίες. Η δημοσιογραφία που αγγίζει αυτό που λέγαμε καλλιτεχνική δουλειά αρχίζει πάλι στις μέρες μας. Το πιο γνωστό όνομα στον χώρο αυτό είναι του Νίκου Οικονομόπουλου, ο οποίος μπήκε στο πρακτορείο Magnum στη δεκαετία του ’90. Κινείται στα μέρη που κινούνται και οι υπόλοιποι διεθνώς φωτοδημοσιογράφοι. Η πρώτη δουλειά που έκανε ο Οικονομόπουλος ήταν πάντως μία παράλληλη φωτογράφιση ελληνικών και τουρκικών χώρων, όπου σχεδόν οι άνθρωποι φαίνονται σαν να είναι ένα και το αυτό. Δεν αναγνωρίζεις διαφορά.

ΑΠ: Σήμερα πια παίζει κάποιο ρόλο η φωτογραφική παραγωγή εκτός από την Αθήνα και σε άλλες πόλεις, ας πούμε στη Θεσσαλονίκη ή και στις επαρχιακές πόλεις;

ΠΡ: Η φωτογραφία στη Θεσσαλονίκη έχει ακουστεί πολύ. Στην πραγματικότητα, με μία δουλειά που έχει προβάλλει όχι αναγκαστικά τη φωτογραφία της πόλης, αλλά γενικώς τη φωτογραφία, υπήρξε μία σειρά εκθέσεων που κάθε Φεβρουάριο γίνεται με την ευθύνη του Άρη Γεωργίου, ενός αρχιτέκτονα φωτογράφου, και που ονομάστηκε «Φωτογραφική Συγκυρία». Όπως επίσης πρέπει να τονίσω την πολύ καλή δουλειά που έχει γίνει από τη Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης και συγκεκριμένα από έναν υπεύθυνο του τμήματος φωτογραφίας, τον Βασίλη Σπηλιόπουλο, που εδώ και χρόνια οργανώνει τμήματα στην Ελλάδα ανθρώπων που ασχολούνται με την καλλιτεχνική φωτογραφία. Για την επαρχία αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι διότι πρόκειται να βγουν φωτογράφοι επαγγελματίες που θα μείνουν άνεργοι μέσα στον μικρό και περιορισμένο χώρο που μπορεί να τους απορροφήσει, αλλά γιατί βγαίνουν άνθρωποι που εκφράζονται. Και μερικοί με πολύ ποιότητα.

ΑΠ: Η διασπορά καλλιτεχνών στην Ευρώπη ή στην Αμερική έχει παίξει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο. Τον ρόλο ενός μοχλού πολλές φορές για να μπαίνουν μπροστά καινούργια πράγματα και να προχωράνε. Συνέβη το ίδιο με τη διασπορά φωτογράφων στην Ευρώπη ή στην Αμερική, οι οποίοι μετά ενδεχομένως γύρισαν στην Ελλάδα;

ΠΡ: Δεν γνωρίζω ονόματα σημαντικών Ελλήνων φωτογράφων στο εξωτερικό. Αντίθετα, γνωρίζω πλέον νέους φωτογράφους από την Ελλάδα που πήγαν να σπουδάσουν φωτογραφία στο εξωτερικό. Και πιστεύω ότι θα γυρίσουν και θα ανθίσουν (εντός εισαγωγικών) φωτογραφικά στην Ελλάδα.

Ο Πάνος Κοκκινιάς, από τα ιδρυτικά μέλη του Φωτογραφικού Κύκλου μαζί με τον Ανδρέα Σχοινά και πολλούς άλλους, ανήκει στη νέα γενιά φωτογράφων που αποφάσισε να μορφωθεί φωτογραφικά. Ο ίδιος έφτασε μέχρι και το μεταπτυχιακό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Yale της Αμερικής. Η φωτογραφική του δουλειά ακολούθησε την πορεία των σπουδών του, ξεκινώντας από τις νευρώδεις και συχνά χιουμοριστικές μαυρόασπρες φωτογραφίες του, φόρο τιμής στον εμπνευστή τους, τον Gary Winogrand, για να φτάσει σήμερα, μέσα από το χρώμα και την μεγάλων διαστάσεων μηχανή, σε συλλογές εικόνων που συνιστούν αυτόνομα αισθητικά γεγονότα, αγγίζοντας ενίοτε τα όρια του εννοιακού.