Μιλήστε μου για τις σπουδές σας. Τι αποκομίσατε από αυτές.

Από τις νομικές σπουδές λίγα πράγματα. Ίσως έμαθα να οργανώνω καλύτερα το μυαλό μου και τα επιχειρήματα μου. Αντίθετα όμως από αυτό που νομίζει ο περισσότερος κόσμος τα νομικά προσφέρουν πολύ εξειδικευμένη και όχι γενικής χρήσης γνώση. Από τη σύντομη και περιστασιακή ενασχόληση μου με την πολιτική επιστήμη κέρδισα την απελευθέρωση μου από αυτήν. Από τους λίγους μήνες που πέραση στην Αμερική παρακολουθώντας φωτογραφικά σεμινάρια απομυθοποίησα μερικούς διάσημους φωτογράφους, αλλά είχα τη μεγάλη τύχη να γνωριστώ καλά με τον -για μένα- πολύ σημαντικό φωτογράφο Garry Winogrand. Οι πραγματικές όμως σπουδές είναι αυτές που ο καθένας κάνει μόνος του. Και τις κάνει καλά όταν διαπιστώσει τι μεγάλη χαρά μπορεί να προσφέρει αυτή η προσωπική μορφωτική περιπέτεια. Οφείλω πολλά στους γονείς που συνέβαλαν ώστε να μεγαλώσω σε ένα σπίτι όπου η λογοτεχνία, η μουσική και οι πνευματικές συζητήσεις ήταν πάντα παρούσες. Από κει και πέρα ήταν σχετικά αυτονόητο να προσπαθήσω να είναι και η υπόλοιπη ζωή μου γεμάτη με αυτές τις πνευματικές χαρές. Όσα έχω μάθε μέχρι σήμερα οφείλονται σε ανθρώπους που θαύμασα, των οποίων τις σκέψεις άκουσα ή διάβασα με σεβασμό, καθώς και στην επαφή μου με έργα τέχνης που με γέμισαν χαρά.

Διδάξατε και διδάσκετε ακόμα. Ποιο είναι το βασικό σας συμπέρασμα από αυτή την ενασχόληση σας;

Το 1980 ξεκίνησα να διδάσκω σε μερικές φίλες μου μέσα στο δικηγορικό μου γραφείο όσα τεχνικά και άλλα μάθαινα γύρω με τη φωτογραφία. Το είχα ανάγκη για να εμπεδώσω εκείνα που μάθαινα διαβάζοντας. Γρήγορα διαπίστωσα ότι αυτή η πρωτόγνωρη, ίσως και πρωτόγονη, διδακτική εμπειρία μού έδινε μεγάλη χαρά. Κατάλαβα επίσης ότι είχα και μια έφεση, ίσως και ικανότητα, γι’ αυτό και την επόμενη χρονιά σε ένα μικρό στούντιο που είχα νοικιάσει άρχισα να διδάσκω μια ομάδα γνωστών μου, αλλά και μια ομάδα αλλοδαπών για λογαριασμό ενός παραρτήματος ενός αμερικανικού πανεπιστημίου. Οι εμπειρίες αυτές με έκαναν να καταλάβω ότι έπρεπε να εγκαταλείψω την άσκηση της δικηγορίας διότι αλλιώς θα πρόδιδα και τους πελάτες μου και τους μαθητές μου και ότι έπρεπε να διευρύνω τη φωτογραφική μου βιβλιοθήκη, αφού αυτή ήταν η βασική πηγή της γνώσης μου και της διδασκαλίας μου. Η μετάβαση μου στην Αμερική για λίγους μήνες απάντησε στην ανάγκη μου να γνωρίσω άλλους, καλύτερους από εμένα, φωτογράφους και να σημειώσω πανηγυρικά τη μετάβαση μου από τη δικηγορία στη φωτογραφία. Δεν είχα φυσικά την ψευδαίσθηση ότι με λίγους μήνες σεμιναρίων θα γινόμουν σοφότερος. Πολύ γρήγορα η διδακτική μου δραστηριότητα πήρε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Από το 1984 μέχρι το 1990 δίδαξα παράλληλα ή διαδοχικά -εκτός από τα δικά μου ιδιωτικά σεμινάρια- στο University of La Verne, στη σχολή Μωραΐτη, στο Κολλέγιο Αθηνών (σε τμήματα λυκείου, αλλά και ενηλίκων), στην Αμερικανική Βάση της Νέας Μάκρης, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα ΜΜΕ), στη Φωτογραφική σχολή Focus, ενώ παράλληλα όργωνα την Ελλάδα παραδίδοντας σεμινάρια για λογαριασμό του Υπουργείου Πολιτισμού σε φωτογράφους-επιμορφωτές της Λαϊκής Επιμόρφωσης. Συνειδητοποίησα όμως ότι έτσι κινδύνευα να νοθεύσω τη μεγάλη χαρά που ένιωθα σαν δάσκαλος, πρώτον λόγω της πληθώρας των στόχων και δεύτερον ότι για μένα ήταν πολύ σημαντικό να με επιλέγουν οι μαθητές μου και όχι να επιβάλλομαι σε αυτούς άνωθεν. Και κάτι τέτοιο συνέβαινε μόνο στο δικό μου φωτογραφικό τμήμα. Αποφάσισα επομένως έκτοτε να αφοσιωθώ αποκλειστικά σε αυτό. Το βασικό σεμινάριο που παραδίδω ανελλιπώς από το 1982 μέχρι σήμερα τιτλοφορείται «Εισαγωγή στην Καλλιτεχνική Φωτογραφία» και περιλαμβάνει τεχνική διδασκαλία (λιγότερο από το ένα τρίτο του συνολικού χρόνου) και καλλιτεχνική διδασκαλία, δηλαδή ιστορία και αισθητική της φωτογραφίας, καθώς και κριτική της δουλειάς των συμμετεχόντων. Το σεμινάριο αυτό διαρκεί όλο τον χειμώνα από Νοέμβριου μέχρι Ιούνιο και γίνεται στο Μουσείο Μπενάκη στο Κολωνάκι. Ακολουθεί ένα δεύτερο, ας πούμε προχωρημένο, σεμινάριο που γίνεται το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου στη Σύρο (τόπο διαμονής μου από το 2000), με περιεχόμενο την καθημερινή φωτογράφιση και κριτική. Ένα τρίτο σεμινάριο ακολουθεί (τόσο στη Σύρο όσο και στην Αθήνα) με στόχο την κριτική, την οργάνωση και την παρουσίαση του συνόλου της δουλειάς ενός φωτογράφου (Portfolio). Η μόνη άλλη διδακτική δραστηριότητά μου είναι μερικά τετραήμερα (Παρασκευή με Δευτέρα) εντατικά σεμινάρια που παραδίδω σε επαρχιακές πόλεις της Ελλάδας, αλλά και στην Κύπρο, όταν με καλούν τοπικοί φορείς.

Στα σεμινάρια μου συμμετέχουν άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε μορφωτικού ή φωτογραφικού επιπέδου. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό διότι τροφοδοτεί γονιμότατες συζητήσεις. Το γεγονός επίσης ότι τα σεμινάρια δεν έχουν για στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση ή τη δημιουργία καλλιτεχνικής καριέρας (έστω και αν οι λέξεις αυτές ηχούν ενοχλητικά παράταιρες) εξασφαλίζει ότι ο κοινός κρίκος σύνδεσης των μαθητών είναι απλώς η αγάπη και η περιέργεια για την τέχνη της φωτογραφίας και η επιθυμία όλων να βελτιωθούν χωρίς κανένα άλλο χειροπιαστό όφελος.

Έχω πειστεί μετά από τόσα χρόνια που διδάσκω ότι με τη σωστή διδασκαλία γίνονται θαύματα. Έχω αντιληφθεί επίσης ότι το ταλέντο είναι δευτερεύον και ότι εν πάση περιπτώσει δεν είναι κάτι ελεγχόμενο. Κυρίως όμως έχω διαπιστώσει ότι το ενδιαφέρον, οι γνώσεις και η μέθοδος σε μεγάλο βαθμό καλλιεργούνται και ότι σε συνδυασμό με το πάθος και την ευφυία μπορούν να αποδώσουν περισσότερα αποτελέσματα από το ταλέντο όταν αυτό είναι μετέωρο. Με τα μαθήματα βοήθησα, νομίζω, πολλούς νέους φωτογράφους στην Ελλάδα να αξιοποιήσουν την αξία τους και την ποιότητά τους. Διευκρινίζω ότι με τη λέξη «βοήθησα» εννοώ καλλιτεχνικά και εκπαιδευτικά και όχι από την άποψη της προβολής, που δεν είναι ο δικός μου τομέας. Παράλληλα όμως πιστεύω ότι έχω συμβάλει σημαντικά στο να δημιουργηθεί ένα φωτογραφικά καλλιεργημένο κοινό που παλαιότερα δεν υπήρχε στην Ελλάδα.

Μιλήστε μας για το δικό σας προσωπικό φωτογραφικό έργο

Προτού γίνω δάσκαλος φωτογραφίας ξεκίνησα να φωτογραφίζω γοητευμένος από το έργο των μεγάλων φωτογράφων που σταδιακά ανακάλυπτα. Μόνο που σήμερα νιώθω ότι η δραστηριότητά μου ως φωτογράφου έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, μια και όχι μόνο το διδακτικό μου έργο το θεωρώ πιο σημαντικό, αλλά είναι και αυτό που απορροφά και απασχολεί τη σκέψη μου περισσότερο. Συνεχίζω να φωτογραφίζω αφενός από χαρά και αφετέρου επειδή έτσι ανανεώνω τον προβληματισμό μου γύρω από τη φωτογραφία. Μου είναι δύσκολο και το θεωρώ εκτός των άλλων και άσκοπο να προσδιορίσω τις επιρροές μου. Γνωρίζω καλά την ιστορία της φωτογραφίας και θαυμάζω τόσους φωτογράφους που ευτυχώς δεν ξέρω πλέον ποιος με έχει επηρεάσει περισσότερο. Αλλά εξίσου επηρεασμένος είμαι από τους καλλιτέχνες που αγαπώ και που είναι σκηνοθέτες, χορογράφοι, ζωγράφοι. Το φορτίο επιρροών που κουβαλάει ο καθένας είναι σύνθετο και με τα χρόνια εμπλουτίζεται, ενώ κατά ένα περίεργο τρόπο γίνεται και πιο ξεκάθαρο. Ίσως γιατί με τα χρόνια προκαλούμε τις επιρροές μας ανάλογα με τη δική μας κρίση. Δεν οδηγούμαι από συγκεκριμένο φωτογραφικό προβληματισμό. Ούτε από οποιαδήποτε ιδεολογία. Τα μεταφυσικά και συναισθηματικά προβλήματα επηρεάζουν τόσο τη ζωή μου όσο και την τέχνη μου, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Οι αισθητικές προτάσεις μου είναι απόπειρες να συμφιλιώσω όσα βλέπω με εκείνα που αισθάνομαι και πιστεύω. Οι φωτογραφίες μου, αυτές που κάνω και αυτές που υποστηρίζω, απεχθάνονται τα μηνύματα και τις εικονογραφημένες έννοιες. Πιστεύω στην αφαίρεση και ελπίζω στην υπέρβαση. Αλλά τίποτε δεν επιδιώκω. Η φωτογραφία έχει το χάρισμα της φτώχιας της. Είναι μια άυλη εικόνα που αναπαράγεται απεριόριστα και πανομοιότυπα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και μέσα. Αυτό επιχειρώ να τονίσω και να διακηρύξω. Προσπαθώ να αποφεύγω οτιδήποτε θα την έκανε δήθεν πιο πολύτιμη από ό,τι είναι.

Πώς επηρεάζεται η φωτογραφία από το χρηματιστήριο της τέχνης;

Η παράθεση των λέξεων χρηματιστήριο και τέχνη με εκπλήσσει και με απωθεί. Μπορεί μια φωτογραφία να πουληθεί πολύ ακριβά επειδή ανήκε σε κάποιον διάσημο ή επειδή ο δημιουργός της έχει πεθάνει προ πολλού. Ορθώς πιθανόν πωλείται και ορθώς αγοράζεται. Αυτό δεν την κάνει πιο σημαντική από άλλες και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί η διαδικασία αυτή να αφορά ανθρώπους ου ασχολούνται με την τέχνη. Αντιλαμβάνομαι ότι αφορά εκείνους που ασχολούνται με το χρηματιστήριο.

Υπάρχει καλλιτεχνική φωτογραφία και, αν ναι, γιατί;

Το δικαίωμα να θεωρείται η φωτογραφία τέχνη το έχουν κατοχυρώσει οι δημιουργοί φωτογράφοι που από την εποχή της Julia Margaret Cameron μέχρι σήμερα τη χρησιμοποιούν με ιδιοφυείς και πολύ προσωπικούς τρόπους σαν καλλιτεχνική γλώσσα. Από τη στιγμή που κάποιος το αντιληφθεί -και λυπάμαι αλλά πολύ λίγοι στον χώρο των τεχνών το έχουν αντιληφθεί- δεν τίθεται καν θέμα και δεν υπάρχει ούτε γιατί ούτε διότι.

Ποια είναι η σχέση σας με τον κινηματογράφο;

Με τον κινηματογράφο είχα από παιδί μεγαλύτερη σχέση από ό,τι με τη φωτογραφία. Ήμουν τακτικότατος θαμώνας και των δύο κινηματογραφικών λεσχών που υπήρχαν στην Αθήνα. Στη διάρκεια των θερινών εντατικών σεμιναρίων πρόβαλα στους μαθητές μου -μεταξύ πολλών ντοκιμαντέρ για διάφορες τέχνες- και μερικές δύσκολες και πολύ σημαντικές ταινίες. Τότε αντιλήφθηκα ότι χωρίς βοήθεια σχεδόν κανένας δεν τις καταλάβαινε. Σιγά-σιγά άρχισα να γράφω σημειώσεις για να τις εξηγώ. Οι σημειώσεις έγιναν δύο μεγάλα βιβλία (τώρα γράφω το τρίτο) και άρχισα να διοργανώνω μικρά σεμινάρια για σκηνοθέτες που γνωρίζω και αγαπώ. Η διαφορά της ενασχόλησης μου με τον κινηματογράφο σε σχέση με τη φωτογραφία είναι πρώτον ότι τα μαθήματα κινηματογράφου απευθύνονται -κυρίως- σε ήδη μαθητές μου της φωτογραφίας (και φίλους τους) και δεύτερον ότι δεν επιχειρώ να διδάξω κανέναν να κάνει κινηματογράφο (αφού είναι κάτι που αγνοώ), αλλά μόνον να δει κινηματογράφο (όπως τουλάχιστον εγώ τον βλέπω) και τρίτον δεν χάνω τον χρόνο μου να μιλάω για σκηνοθέτες που δεν αγαπώ, κάτι που κάνω με φωτογράφους που δεν αγαπώ χάριν της πληρότητας των φωτογραφικών μαθημάτων μου.

Ασχολείστε με το γράψιμο. Αναφερθείτε στα σπουδαιότερα βιβλία που έχετε γράψει.

Εκτός από τα παραπάνω βιβλία μου σε σχέση με τον κινηματογράφο, ξεκίνησα να γράφω βιβλία για να βοηθήσω τους μαθητές των φωτογραφικών μου τμημάτων. Το πρώτο ονομάστηκε «Φωτογραφία» και περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες τεχνικές συμβουλές. Το σωστό θα ήταν να ονομαστεί Εγχειρίδιο Φωτογραφίας, αλλά με προειδοποίησαν ότι ελάχιστοι θα καταλάβαιναν τον τίτλο. Η τελευταία έκδοση αυτού του βιβλίου περιλαμβάνει ένα κομμάτι γραμμένο από τον συνεργάτη μου και πρώην μαθητή μου Μάνο Λυκάκη σχετικά με την ψηφιακή τεχνολογία της οποίας δεν είμαι ακόμα τόσο καλός γνώστης. Ακολούθησε ένα βιβλίο που μου παράγγειλε η Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης που φέρει τον τίτλο «Μονόλογος για τη Φωτογραφία». Βλέπετε, πιστεύω ότι στην τέχνη δεν χωράει και πολύ ο διάλογος. Αν κάποιος βλέπει διαφορετικά τα πράγματα, δεν υπάρχουν ατράνταχτα επιχειρήματα, λογικά ή άλλα, για τον πείσεις. Θα βλέπει διαφορετικά και τον κόσμο και τη ζωή. Ύστερα έγραψα ένα άλλο θεωρητικό βιβλίο με τον τίτλο «Σκέψεις για τη Φωτογραφία» και τον υπότιτλο «Μια προσωπική ανάγνωση της Ιστορίας της». Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει και καμιά εκατοστή φωτογραφίες διασήμων φωτογράφων με λίγα ελεύθερα δικά μου σχόλια. Επειδή στο μεταξύ με κάθε ευκαιρία, έγραφα και διάφορα άρθρα και κείμενα που φιλοξενούνταν σε εφημερίδες και περιοδικά τα εξέδωσα σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Κείμενα για τη Φωτογραφία». Μετά από ένα σεμινάριο μου στη Λευκωσία εξέδωσα την απομαγνητοφώνηση αυτών των είκοσι διδακτικών ωρών σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Εισαγωγή στην Καλλιτεχνική Φωτογραφία». Στο βιβλίο αυτό δημοσιεύονται και πολλές από τις φωτογραφίες στις οποίες αναφέρομαι. Παράλληλα ένιωσα την υποχρέωση, αφού διδάσκω και προτρέπω τους μαθητές μου  να εκδίδουν και να εκθέτουν τις φωτογραφίες μου, να το κάνω κι εγώ ο ίδιος ώστε να μη μένω στο απυρόβλητο.  Αφού συμμετείχα σε δύο μικρές σειρές εκδόσεων των μελών του Κύκλου (τίτλοι των δικών μου λευκωμάτων «Φως και Σιωπή» και «Ερείπια»), εξέδωσα ένα μεγάλο λεύκωμα με τον τίτλο «Άνω Τελεία» με πολλές φωτογραφίες μου από διάφορες περιόδους της δουλειάς μου. Τέλος εξέδωσα ένα βιβλίο με τον τίτλο «50 Φωτογραφίες 50 κείμενα» που περιλαμβάνει 50 κείμενά μου για τη φωτογραφία δημοσιευμένα τα τελευταία χρόνια στον Τύπο και 50 πανοραμικές φωτογραφίες μου.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Ελπίζω να συνεχίσω να κάνω ό,τι και σήμερα αφού όλα αυτά μου δίνουν χαρά. Δηλαδή να διδάσκω στο Μουσείο Μπενάκη τις Τετάρτες, να παρουσιάζω φωτογράφους στο Μουσείο Μπενάκη τις Πέμπτες, να κάνω το εντατικό σεμινάριό μου στη Σύρο, στο σπίτι μου, όπου έχω διαμορφώσει έναν θαυμάσιο χώρο σεμιναρίων, να διοργανώνω εκθέσεις για λογαριασμό διαφόρων ιδρυμάτων με έργα διασήμων φωτογράφων, να ολοκληρώσω το τρίτο μου βιβλίο για τον κινηματογράφο, να συνεχίσω κάθε Οκτώβριο να παραδίδω τη σειρά διαλέξεων στην Ελληνοαμερικανική Ένωση με θέμα τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο και να μπορέσω να ξανακάνω τηλεοπτική σειρά εκπομπών για τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο, όπως έχω κάνει στο παρελθόν. Βλέπετε, η δύναμη της τηλεόρασης σαν διδακτικό μέσον υπερβαίνει κάθε τι άλλο. Και αν ανάμεσα σε όλες αυτές τις δραστηριότητες βρίσκω τον χρόνο και να φωτογραφίζω, όπως θέλω και έχω ανάγκη να το κάνω, η χαρά μου θα είναι πολύ μεγαλύτερη.

Πώς βλέπετε τη σύγχρονη φωτογραφική πραγματικότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;

Η φωτογραφία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό είναι της μόδας. Αυτό με φοβίζει. Όπως με φοβίζει ότι χρησιμοποιείται επειδή είναι το ιδανικό εργαλείο της εννοιολογίας, της διαφήμισης, της προπαγάνδας, κάθε πιθανής ευκολίας που έχει σχέση με την παραγωγή της και την προβολή της. Η φωτογραφία είναι δύσκολη, επειδή είναι εύκολη, φτωχή και απλή. Αλλά για όλα αυτά είναι και ευάλωτη. Οι φωτογραφίες που προβάλλουν τα media είναι αυτές των χρηματιστηρίων της τέχνης -στα οποία αναφερθήκατε- και οι εφαρμοσμένες φωτογραφίες που κατακλύζουν τα έντυπα. Η πληθώρα και κατάχρηση των πτυχιακών και μεταπτυχιακών διπλωμάτων ανά τον κόσμο δεν θα βελτιώσει την κατάσταση. Θα έχουμε απλώς πολλούς κακούς καλλιτέχνες με πτυχίο. Παρόλα αυτά οι καλοί φωτογράφοι υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ίσως θα έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να γίνουν γνωστοί, αν δεν παίξουν το κυρίαρχο παιχνίδι. Αλλά αυτό δεν πειράζει. Η ψηφιακή τεχνολογία θα μπερδέψει επίσης για λίγο τα χαρτιά με τη φλυαρία της, αλλά εντέλει θα βοηθήσει γιατί θα επαναφέρει τη γοητευτική φτώχια της φωτογραφίας, η οποία δεν σηκώνει μοναδικότητας, τεράστιες εκτυπώσεις και αριθμημένα αντίτυπα.

Ποιος είναι ο ρόλος του δημιουργού;

Η ερώτηση θα ήταν άστοχη μερικά χρόνια πριν, αλλά δεν είναι καθόλου σήμερα. Η τέχνη δεν είναι παρά ο δημιουργός. Χωρίς αυτόν όχι μόνον δεν υπάρχει τέχνη, αλλά δεν υπάρχει καν ενδιαφέρον γι’ αυτήν. Ο Marcel Proust έλεγε ότι τα έργα τέχνης μάς συγκινούν διότι μας αποκαλύπτουν έναν άλλο Γαλαξία, αυτόν του δημιουργού τους, Γαλαξία ο οποίος θα συνεχίσει να λάμπει για μας για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του. Σήμερα όμως επιχειρείται συνειδητά να υποβαθμιστεί ο ρόλος του δημιουργού και επιπλέον να αποδοθεί στην αντίθετη άποψη ο χαρακτηρισμός της παλαιολιθικής εμμονής. Και αυτό γίνεται προς όφελος όλων των άλλων παραγόντων της καλλιτεχνικής αγοράς, όπως είναι οι τεχνοκριτικοί, οι ιστορικοί τέχνης, οι καθηγητές πανεπιστημίων, οι art dealers (τρομερός όρος), οι cultural managers (άλλος τρομερός όρος), οι ειδικοί δημοσιογράφοι και, πάνω από όλα οι επιμελητές των εκθέσεων. Μόνο που κανένας εκτός από τον δημιουργό δεν μπορεί να γεννήσει από το μηδέν. Αλλά και αυτό προσπαθούν να το κερδίσουν μέσω του σκεπτικού που συνοδεύει το έργο, το οποίο τείνει και αυτό να γίνει σημαντικότερο από το ίδιο το έργο.

Ζούμε στην εποχή του Μοντερνισμού ή του Μεταμοντερνισμού;

Παρά το γεγονός ότι το όνομά μου ακολουθείται συχνά από την ιδιότητα του «θεωρητικού», φαίνεται ότι δεν είμαι αρκετά θεωρητικός για να αρέσκομαι στις κατηγοριοποιήσεις της τέχνης. Με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η ίδια η δημιουργία. Αν με τη λέξη Μεταμοντερνισμός εννοούμε την κρατούσα τέχνη των τελευταίων είκοσι χρόνων και με τη λέξη Μοντερνισμός την αντίστοιχη των προηγούμενων εβδομήντα, τότε εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η πλάστιγγα της ποιότητας και της βαρύτητας γέρνει αναμφισβήτητα προς το παρελθόν. Αλλά αυτό είναι και λογικό και αναπόφευκτο. Αναρωτιέμαι μόνο γιατί πρέπει να ανακηρυχτεί πανηγυρικά ο θάνατος μιας εποχής για να δούμε την επόμενη να διαγράφεται. Η μεγάλη γοητεία της τέχνης βρίσκεται στο γεγονός ότι, αντίθετα από την επιστήμη, μια νέα αλήθεια δεν αναιρεί τις παλαιότερες. Προτιμώ επομένως να αποτιμώ την τέχνη με βάση τους καλλιτέχνες και το έργο τους. Και οπωσδήποτε να μη με απασχολεί με ποιες θεωρητικές κατασκευές το υποστηρίζουν.

Σήμερα όλοι μας φωτογραφίζουμε, εξάλλου η φωτογραφία έχει και μια χρηστικότητα. Στα σεμινάρια σας στην επαρχία συνομιλώντας με τους μαθητές σας θα τους κατευθύνετε στο να βλέπουν πιο σφαιρικά τη φωτογραφία ή θα μιλήσετε και για τη χρηστικότητα της φωτογραφίας στις εφημερίδες και στα μέσα;

Είναι λίγες οι ώρες των σεμιναρίων και θα ήταν αμαρτία να τις σπαταλήσουμε. Οι διάφορες μορφές και εφαρμογές της φωτογραφίας είναι άπειρες. Είναι όμως πιο βατές από αυτό το παράξενο πράγμα που το λέμε ωραία φωτογραφία, μια φωτογραφία με καλλιτεχνική ή προσωπική αξία. Εξάλλου δεν νομίζω ότι θα έχει κανείς δυσκολία να διαβάσει μια φωτογραφία των εφημερίδων ή της διαφήμισης. Και μάλιστα το κοινό είναι πολύ εξοικειωμένο, όχι μόνο γιατί βομβαρδίζεται, αλλά σκεφτείτε ότι όλοι είναι πλέον φωτογράφοι μέσω του κινητού τηλεφώνου. Το ζήτημα είναι από τη μια πλευρά να εκμεταλλευτούμε τη διάδοση της ψηφιακής τεχνολογίας και από την άλλη να διαμορφώσουμε κριτήρια και επιλογές, αλλιώς σε λίγο δεν θα έχουμε κανένα ενδιαφέρον να βλέπουμε φωτογραφίες. Θα γίνουμε βαριεστημένοι θεατές της φωτογραφίας. Η προσπάθεια μου τόσο στα σύντομα όσα και στα μεγαλύτερα που κάνω στην Αθήνα είναι να βοηθήσω το κοινό να μάθει να βλέπει. Ακούγεται ίσως παράξενο. Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν να βλέπουν φωτογραφίες ή ταινίες. Κι εγώ έτσι νόμιζα παλαιότερα. Αλλά κάθε χρόνος που περνάει και όσο περισσότερο εμβαθύνει κανείς τα κριτήρια γίνονται πιο απαιτητικά και πιο δουλεμένα με αποτέλεσμα να απολαμβάνει περισσότερο.

Παλιότερα βλέποντας μία ταινία, του Ταρκόφσκι για παράδειγμα, μας έμενε η μαγεία της εικόνας. Σήμερα μέσα από το διαδίκτυο και τα τεχνολογικά επιτεύγματα, όπως οι 3D ταινίες που μας κατακλύζουν, φοβάστε ότι θα χαθεί αυτή η προσπάθεια που κάναμε να αντιληφθούμε τη μαγεία της εικόνας;

Νομίζω ότι το πρόβλημα αυτό αφορά όλον τον πολιτισμό μας και όχι μόνο την τέχνη. Όσο περισσότερα πράγματα μας προσφέρονται -και φαινομενικά γίνονται για να απολαύσουμε περισσότερο- τελικά μας αφαιρούν απόλαυση. Η πρόκληση δεν είναι να το αρνηθούμε αλλά να το αξιοποιήσουμε. Δεν πρέπει να αρνηθούμε την τεχνολογία, ούτε και να αφεθούμε σε αυτή. Πρέπει να την ελέγξουμε. Αυτό στη φωτογραφία πια είναι πάρα πολύ αναγκαίο, γιατί πράγματα που παλιότερα ήταν αδύνατον να γίνουν, τώρα γίνονται με τη μεγαλύτερη ευκολία. Επομένως η δυσκολία, που πάντα υπάρχει, πρέπει να μετατεθεί από το τεχνολογικό μέρος στο μέρος των επιλογών. Το θέμα είναι να αντλήσουμε χαρά από αυτό που έχουμε, επιλέγοντας. Άρα το θέμα δεν είναι να γυρίσουμε την πλάτη στη φωτογραφική παραγωγή, απλώς να γίνουμε πιο επιλεκτικοί.

Φαντάζομαι ότι από την κατανάλωση θα περάσουμε κάποια στιγμή στην επιλογή. Θα το διδαχτούμε αυτό.

Οι κρίσεις που περνάμε σαν κοινωνία, σαν πολιτισμός, σαν οικονομία μπορεί να είναι θετικές.

Έχετε πει ότι η μεγάλη γοητεία της τέχνης έγκειται στο γεγονός ότι αντίθετα από την επιστήμη μια νέα αλήθεια δεν αναιρεί τις παλαιότερες. Τελικά υπάρχουν πράγματα πίσως στα οποία μπορούμε να ακουμπάμε; Οφείλουμε δηλαδή να ξέρουμε και τις παλαιότερες αλήθειες;

Αλλοίμονο αν δεν υπήρχαν αυτά. Θα ήταν τραγικό. Θα ήταν σαν να μην είχαμε μνήμη. Ο καθένας μας δεν είναι ένα είδος αυτοφυές σήμερα. Στην ουσία είμαστε το παρελθόν μας. Αυτό το παρελθόν με κάνει να αρνούμαι τις χρονολογικές κατατάξεις, λέγοντας αυτό είναι σύγχρονο, αυτό είναι παλιομοδίτικο. Για μένα ο Ευριπίδης μπορεί να είναι πολύ πιο σύγχρονος από έναν σημερινό συγγραφέα, γιατί μπορεί και μου μιλάει και για το παρελθόν και για το παρόν. Η επιστήμη έχει την ικανότητα να προχωράει πατώντας πάνω στα παλιά, αλλά και αναιρώντας τα. Αν παραδεχτείς ότι η γη είναι στρογγυλή, δεν μπορείς μετά να πεις ότι είναι τετράγωνη, παρά μόνον αναιρώντας ότι είναι στρογγυλή. Ενώ στην τέχνη το στρογγυλό και το τετράγωνο μπορούν θαυμάσια να χορεύουν μαζί για πάντα. Και αυτό μου αρέσει πιο πολύ γιατί αισθάνομαι τη χαρά του παρελθόντος και όχι το βάρος του.

Σε ένα εισαγωγικό σημείωμα του ιστότοπου σας λέτε «φωτογραφίζω για να μην είμαι απλός θεατής της τέχνης». Η τέχνη είναι παντού; Μπορούμε να αντιληφθούμε αν αυτό που βλέπουμε μέσα από τον φακό είναι ένα έργο τέχνης;

Η τέχνη δεν είναι παντού. Είναι αστείο να το ισχυρίζεται κανείς. Δεν πρέπει να μπλέκουμε την έννοια τέχνη με την έννοια αισθητική, ούτε τη δημιουργία με την τέχνη. Ένας άνθρωπος που αγαπάει πάρα πολύ την τέχνη κάποια στιγμή αισθάνεται σαν μωρή παρθένα που δεν μπορεί να απολαύσει. Από όλα αυτά τα πράγματα το πιο δελεαστικό που έχει η φωτογραφία και που την κάνει όχι την πιο σημαντική αλλά την πιο δελεαστική είναι ότι εύκολα γίνεται. Για να μπορέσεις να δημιουργήσεις με μια φωτογραφική μηχανή και να έχει η δημιουργία σου μια συνοχή και αξία και να ενταχθεί στον κόσμο της τέχνης και της ιστορίας πρέπει μερικά πράγματα να τα μάθεις. Βέβαια είναι σημαντικό να έχει κανείς ένστικτο και διαίσθηση, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να τα μαθαίνουμε και ένα από τα πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε ότι χρειάζεται να μάθουμε είναι το να βλέπουμε. Υπάρχει η πολύ σοφή λαϊκή φράση «δεν πιστεύω στα μάτια μου». Και όμως οι άνθρωποι που βλέπουν μια ταινία ή μια φωτογραφία και την πραγματικότητα ακόμα στην ουσία δεν τη βλέπουν. Αυτό που με ενδιαφέρει να δω σε μια φωτογραφία δεν είναι τα στιγμιότυπα, είναι το βλέμμα του φωτογράφου, να δω πώς αυτός βλέπει τον κόσμο, αλλιώς δεν με ενδιαφέρει. Στα τριάντα χρόνια που ασχολούμαι με τη φωτογραφία δεν περιμένω να εκπλαγώ από μια φωτογραφία. Ο φωτογράφος είναι η έκπληξη μου.