Ο Βασίλης Αλεξάκης στο Μουσείο Μπενάκη με τον Πλάτωνα Ριβέλλη (09/04/2009).

Πλάτων Ριβέλλης: Όπως κάθε χρόνο ταλαιπωρώ τους φίλους μου να έρχονται να μας δουν.

Σας έχω μιλήσει πολλές φορές για τον Βασίλη Αλεξάκη. Μπορώ να πω ότι είναι ένας από τους ελάχιστους φίλους που έχω από παλιά και όταν λέω από παλιά, με τον Βασίλη χρειαζόμαστε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Και έχουμε πολλά μοιραστεί από παλιά.

Ο Βασίλης είναι πασίγνωστος. Τον ξέρετε όλοι. Εκτός από πολύ σημαντικός συγγραφέας, είναι ένας εξαιρετικός σκιτσογράφος. Και ένας πάρα πολύ καλός σκηνοθέτης στις λίγες απόπειρες που έκανε. Έχει κάνει δύο ταινίες μικρού μήκους και μια μεγάλου. Ήταν και οι τρεις εξαιρετικές, αλλά τον κέρδισε το γράψιμο.

Ζει μεταξύ Παρισιού και Αθήνας.

Tον ζηλεύω για διάφορα πράγματα και τον θαυμάζω. Ας πούμε διότι είναι ο λιγότερο τσιγκούνης άνθρωπος που έχω δει που, που κάνει όμως τα λιγότερα έξοδα. Αυτός είναι ένας συνδυασμός που για μένα μοιάζει θαυματουργός.

Τον ζηλεύω γιατί, όταν μπαίνει σε ένα χώρο, καταφέρνει και όλες οι κοπέλες ασχολούνται μαζί του Ενώ εγώ τις τρομάζω όλες και φεύγουν. Και όταν λέω χώρο εννοώ από το αρτοποιείο της γειτονιάς και οπουδήποτε αλλού.

Και πάνω απ’ όλα, μέσα από το καταιγιστικό του χιούμορ, μου έχει πει μερικές φράσεις στη ζωή μου που της έχω κρατήσει σαν πολύ καλές συμβουλές.

Εκτός των άλλων είμαστε και γείτονες, διότι έχει ένα σπίτι στην Τήνο κι εγώ μένω στη Σύρο. Βλέπω ακριβώς από το σπίτι μου την παραλία του Γιαννάκη που είναι το σπίτι του. Έχω ένα τηλεσκόπιο και σχεδόν βλέπω το σπίτι του.

Άρα έχουμε πολλά κοινά.

Συνήθως μας μιλάει για οτιδήποτε. Απλώς, βρίσκουμε και ένα τίτλο τυπικά. Δηλαδή είναι ελεύθερος να μας πει ό,τι θέλει για να τον ρωτήσουμε και να συζητήσουμε. Συνήθως τα θέματα που τον απασχολούν είναι η το προηγούμενο ή το επόμενο βιβλίο του.

Το σημερινό θέμα του είναι ποια να ήταν η πρώτη λέξη που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος.Λοιπόν, Βασίλη.

Βασίλης Αλεξάκης: Προηγουμένως ρώτησα για το Θεό. Τι θα μπορούσα να πω για αυτό; Κοιτάξτε να δείτε, εγώ ξέρω ότι κάθε δυο χρόνια πρέπει να κάνω ένα βιβλίο.Είναι μια ανάγκη δικιά μου το να γράψω ένα βιβλίο. Αυτό είναι ένα μυστήριο τώρα. Αυτό είναι ένα μυστήριο.Δεν μπορώ ακριβώς να το εξηγήσω, αλλά ίσως η ζωή μού φαίνεται λίγο φτωχή και είναι απαραίτητο να υπάρχει παράλληλα και μια άλλη ιστορία πέρα απ’ τη δίκη μου που προχωρεί.

Υποθέτω ότι είναι τέτοιου είδους η έλλειψη, αλλά υπάρχει και μια συμφωνία με δυο εκδότες στην Αθήνα και στο Παρίσι και λίγο πολύ κάθε δύο χρόνια πρέπει, και το θέλω αλλά και πρέπει, να γράφω ένα βιβλίο. Ένα μυθιστόρημα.

Άρα όταν τελειώνω ένα μυθιστόρημα και δημοσιεύεται, για εμένα αρχίζει μια περίοδος μεγάλου άγχους που δεν αφορά πώς θα πάει το βιβλίο μου, αν δημοσιεύθηκε, αν θα έχει καλές κριτικές, ή όχι, ή αν θα πουληθεί καλά, ή όχι. Αλλά είναι, ποιο θα είναι το επόμενο θέμα. Διότι εδώ πέρα δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο, δεν είμαι βέβαιος ότι θα βρω κάτι να πω, καταλάβατε;

Και την τελευταία φορά μετά τη δημοσίευση του «μ.Χ» πήγαινα από εδώ κι από εκεί σε εκδηλώσεις και λοιπά αλλά παρέμεινε το θέμα, δηλαδή τι κάνω τώρα; Το επόμενο ποιο θα είναι; Και μετά από έξι μήνες που είχα αρχίσει να απελπίζομαι σκέφτηκα ότι οι γλώσσες με βοήθησαν. Εγώ έχω γράψει και στις δυο γλώσσες, δηλαδή εξακολουθώ να γράφω και ελληνικά και γαλλικά και να αυτομεταφράζομαι. Δηλαδή, γράφω δυο φορές κάθε βιβλίο. Και πάντα αρχίζω από τη γλώσσα των ηρώων του μυθιστορήματος, δηλαδή αν είναι Έλληνας γράφω ελληνικά, αν είναι Γάλλοι, ή μαύροι, το γράφω μάλλον γαλλικά. Την πρώτη εκδοχή, ας πούμε, και αμέσως μετά το μεταφράζω.

Και σκέφτηκα ότι οι γλώσσες δεν είναι μόνο για μένα ένα εργαλείο, είναι και ένα θέμα στα βιβλία μου. Δηλαδή, έχω κάνει τη «Μητρική γλώσσα» που είναι έρευνα γύρω από το «Έψιλον» των Δελφών. Άρα γύρω από όλες τις λέξεις που αρχίζουν από Έψιλον, άρα γύρω από την ελληνική γλώσσα.

Αργότερα μου είχε έρθει η ιδέα ένα πρωί, το θυμάμαι, γιατί βέβαια θυμάμαι τις ημέρες που μου έρχεται η ιδέα του επόμενου βιβλίου, γιατί είναι πάρα πολύ σημαντική. Όλη μου η ζωή εξαρτάται από αυτό.

Και θυμάμαι επίσης το πρωί που είχα σκεφτεί, μου είχε έρθει η ιδέα, να μάθω μια γλώσσα της Αφρικής και να γράψω ένα μυθιστόρημα για την εκμάθηση αυτής της γλώσσας, δηλαδή να κάνω τη γλώσσα ηρωίδα ενός μυθιστορήματος. Και να δω πού θα με οδηγούσε. Εν τέλει με οδήγησε στην Αφρική φυσικά, όπως αν ήταν ένα πρόσωπο υπαρκτό.

Οι γλώσσες με βοήθησαν, όπως με βοηθήσουν και αυτή τη φορά. Και αμέσως αναρωτήθηκα ποια ήταν η πρώτη λέξη; Και κατάλαβα ότι ήταν πολύ καλή ιδέα. Και τώρα μπορώ να το πω, γιατί πάει ένας χρόνος που δουλεύω πάνω σε αυτή την ιδέα, ότι δεν έκανα λάθος. Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ καλή ιδέα. Ο μόνος φόβος μου ήταν μην τυχόν και είναι γνωστή η πρώτη λέξη, δηλαδή, περίμενα το πρώτο ραντεβού με ένα Γάλλο γλωσσολόγο που θα τον ρωτούσα τι ξέρει για αυτό το θέμα και όταν μου είπε, δεν ξέρουμε τίποτα, ησύχασα. Λέω τι ωραία, το πεδίο είναι ελεύθερο, μπορώ να ασχοληθώ με αυτό.Λοιπόν, έκτοτε έχω δει πάρα πολύ κόσμο, πολλούς γλωσσολόγους και στην Ελλάδα και στη Γαλλία, έχω δει παλαιοντολόγους. Πήγα στη Θεσσαλονίκη και έπιασα στα χέρια μου κρανίο του ανθρώπου των Πετραλώνων ο οποίος είναι διακοσίων χιλιάδων ετών. Άρα σχετικά νέος.

Λοιπόν, το θέμα ποιο είναι; Πώς άρχισε η ομιλία. Υποθέτω ότι κάποια στιγμή άρχισε και φαντάζομαι ότι θα άρχισε από μια λέξη. Αυτή τη λέξη ψάχνω να βρω. Βεβαίως και ευτυχώς οι παλαιοντολόγοι διαφωνούν. Δεν ξέρουν για ποιους λόγους, τι πίεσε τον άνθρωπο να μιλήσει. Δεν είναι μια απόφαση. Να ανακαλύψει τέλος πάτων ότι είχε τη δυνατότητα να μιλήσει.

Διότι δεν έχουμε ένα όργανο δεδομένων για την ομιλία. Στην ομιλία συμμετέχει ο εγκέφαλος, ο φάρυγγας, η γλώσσα και τα λοιπά και τα λοιπά.Είναι θέμα μιας μεγάλης εξέλιξης. Και αυτό είναι το καταπληκτικό που ήταν το πρώτο που έμαθα και ενθουσιάστηκα, ότι αποκτήσαμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε πριν εκατό χιλιάδες χρόνια.

Είναι πολύ μικρό το διάστημα για τους παλαιοντολόγους αυτό.Δηλαδή από ένα εκατομμύριο και πέρα θεωρούν ότι είναι κάποια διάρκεια. Αλλά η ιστορία της ομιλίας θεωρείται ότι άρχισε πριν σαράντα χιλιάδες χρόνια.Δηλαδή μεσολάβησε ένα είδος σιωπής εξήντα χιλιάδων ετών. Και λες τώρα, γιατί διέκοψαν αυτή την ωραία σιωπή και άρχισε αυτή η φλυαρία, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα;

Ενώ μπορούσαν να συνεννοηθούν. Όταν λέω σιωπή δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Υποτίθεται ότι μιλούσαν με χειρονομίες και με κραυγές, όπως περίπου κάνουν οι μεγάλοι πίθηκοι σήμερα. Και έχουμε ένα αρκετά προχωρημένο τρόπο επικοινωνίας. Είναι πράγματα που έμαθα. Δηλαδή σαν φοιτητής, σαν να κάνω ένα διδακτορικό πάνω σε αυτό το θέμα.

Έμαθα ας πούμε ότι, δεν ξέρω αν σας ενδιαφέρει αυτό το θέμα, ότι οι χιμπατζήδες, ας πούμε, έχουν τρεις διαφορετικές κραυγές για να προειδοποιούν την ομάδα για την εμφάνιση ενός κινδύνου. Ανάλογα με το εάν ο κίνδυνος προέρχεται από πουλί, από τετράποδο ή από ερπετό.

Καταλάβατε; Δηλαδή συνεννοούνται αμέσως. Κάποιος πίθηκος βγάζει αυτή την κραυγή και αμέσως ξέρουν ότι πρέπει να ανέβουν στα δέντρα, εφόσον ο κίνδυνος προέρχεται από ερπετό. Είναι κάπως προχωρημένη δηλαδή η επικοινωνία τους.

Επίσης έμαθα, αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι οι χιμπατζήδες και οι άλλοι μεγάλοι πίθηκοι είναι απατεώνες, είναι ψεύτες. Έχει γίνει το εξής τεστ,Ένας παλαιοντολόγος απομονώνει έναν χιμπατζή από μια ομάδα σε ένα δάσος και μπροστά του θάβει μέσα στη γη μπανάνες. Τις λατρεύουν οι χιμπατζήδες. Και τις σκεπάζει. Ποια είναι η αντίδραση του χιμπατζή; Πηγαίνει και βρίσκει τους άλλους και τους παρασύρει μακριά από το μέρος που είναι θαμμένες οι μπανάνες. Και όταν τους πάει μακριά αυτός γυρίζει πίσω και τις τρώει. Καταλάβατε; Δηλαδή, μιλάμε για ευφυέστατα ζώα, δηλαδή θυμίζουν αυτά που διαβάζουν στις εφημερίδες για τους πολιτικούς, τους υπουργούς και τα λοιπά. Αυτό γίνεται. Τους πηγαίνουν όλους κάπου και γυρίζουν μετά πίσω. Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να συνεννοηθούν.

Τώρα κοιτάξτε, πρέπει να εξηγήσω κάτι άλλο, ότι για εμένα σκοπός βέβαια δεν είναι να μάθω ποια ήταν η πρώτη λέξη. Είναι ένας άλλος ο σκοπός. Είναι να κάνω ένα μυθιστόρημα. Καταλαβαίνετε; Δεν είναι απλώς δηλαδή να μάθω ποια είναι η πρώτη λέξη. Και τι θα γίνει;. Χρειάζομαι ιστορία. Χρειάζομαι πρόσωπα. Πρέπει να δηλαδή, δεν αρκεί μια ιδέα για να κάνεις μυθιστόρημα. Καλή είναι η πρώτη λέξη σαν αφετηρία, αλλά πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο. Κάτι να συμβαίνει στα πρόσωπα. Δηλαδή, ποιο άτομο θα ψάξει ποια ήταν η πρώτη λέξη και για ποιο λόγο; Και αυτό τι συνέπειες θα έχει στη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος; Άρα χρειάζομαι μια πραγματικότητα.

Και έτσι μου ήρθε η ιδέα να βάλω μέσα στα πρόσωπα του μυθιστορήματος και μια κωφάλαλη. Μια κοπελίτσα κωφάλαλη. Αυτό είναι μια άλλη ιστορία.Αλλά πολύ καλά έκανα, και το διαπιστώνω εκ των υστέρων, διότι ένα μέρος της επικοινωνίας των προγόνων μας γινόταν με χειρονομίες. Δεν είχαν αναπτύξει τόσο προφανώς την νοηματική γλώσσα, διότι αν συνέβαινε αυτό μπορεί να μην είχαν μιλήσει ποτέ. Δηλαδή, υπάρχουν κωφάλαλοι οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να χειρουργηθούν και να μπορέσουν να ακούσουν και να μιλήσουν και δεν το δέχονται, διότι η γλώσσα τους είναι η νοηματική. Δεν θέλουν να αλλάξουν γλώσσα.

Είναι σαν να ζητούν από εμάς να μας κάνουν επέμβαση και να γίνουμε κινέζοι. Δεν θέλω. Και δεν αισθάνονται καμία έλλειψη μιλώντας στη γλώσσα αυτή. Είναι πιθανό ότι δεν είχαν προχωρήσει οι πρόγονοι μας, να τους πω έτσι, στη νοηματική γλώσσα αρκετά, ώστε να μην χρειάζονται το λόγο. Αλλά είναι βέβαιο ότι επικοινωνούσαν με χειρονομίες όπως κι εμείς.

Άλλωστε, οι παλαιοντολόγοι, ξέρετε, λένε ότι οι χειρονομίες που κάνουμε όταν βρίζουμε, όταν λέμε όχι, ναι, και τα λοιπά, με το κεφάλι, ότι είναι αναμνήσεις ενός εκατομμυρίου ετών αυτές. Δηλαδή, ότι συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τα χέρια μας για να πούμε κάποια πράγματα, για να συμπληρώσουμε. Αυτό θεωρείται ανάμνηση μιας πολύ παλιάς εποχής που μιλούσαν σχεδόν αποκλειστικά έτσι.

Να σας πω και κάτι άλλο. Η λέξη κωφάλαλη είναι φτιαγμένη. Δεν είναι άλαλη, είναι απλώς κουφή. Έχουν γεννηθεί κουφοί και δεν μπορούν να μιλήσουν επειδή δεν έχουν ακούσει ποτέ κανέναν να μιλάει. Δεν ξέρουν τι θα πει φωνή. Έχουν προσπαθήσει στα σχολεία που πάνε να τους μάθουν να μιλάνε, αλλά είναι σχεδόν αδύνατον, διότι για να καταλάβουν τη διαφορά ανάμεσα στα φωνήεντα και τα λοιπά, είτε πρέπει να βαστάνε με το χέρι τους το λαιμό αυτού που τους μιλάει είτε πρέπει κάποιος να τους τοποθετήσει τη γλώσσα μέσα στο στόμα με το δάχτυλο του.

Επίσης δεν ελέγχουν τη φωνή τους καθόλου, φυσικό είναι αφού δεν την ακούν, οπότε βγάζουν πολύ περίεργος ήχους. Και αυτός τους το έχουν πει και το αποφεύγουν. Δηλαδή, οι κουφοί έχουν μια φωνή που δεν τους μοιάζει. Είναι μια φωνή σπηλαιώδης, δεν ξέρω, πολύ περίεργη. Και αρκετά ενοχλητική θα έλεγα.

Λοιπόν, η ανάγκη να δημιουργήσω πρόσωπα και να βάλω και μια κωφάλαλη μέσα, βεβαίως και καλά έκανα διότι υπάρχει σχέση με το κυρίως θέμα. Αλλά είναι και αυτό μια δουλειά, μια έρευνα. Γνώρισα στο Παρίσι ακόμη και ηθοποιούς που ανεβάζουν έργα στη γλώσσα των κωφαλάλων. Υπάρχει ένα θέατρο στο Παρίσι και το διευθύνει μια πολύ γνωστή ηθοποιός, και πολύ όμορφη, εντελώς κουφή, η οποία μιλάει τη νοηματική γλώσσα κατά ένα τρόπο εκπληκτικό. Δηλαδή, έχω παρακολουθήσει press conference στη νοηματική γλώσσα, είναι ένα αριστούργημα. Σας βεβαιώ ότι δεν αισθάνεσαι καθόλου την έλλειψη της γλώσσας. Βεβαίως, κάποιος μετέφραζε για εμάς που δεν καταλαβαίναμε. Αλλά είναι ένα θέμα εκπληκτικό. Είναι σαν ταχυδακτυλουργός διότι μιλάει με χειρονομίες αλλά μιλάει και με το σώμα της και με το πρόσωπό της. Αλλάζει εκφράσεις. Είναι σαν εικόνες.

Π.Ρ. : Θα σου πω κάτι και για την ερευνά σου. Η ψηφιακή ΕΡΤ μου πήρε μια συνέντευξη και μου είπε, πρέπει να σας βάλουμε μονίμως δεξιά γιατί αριστερά θα έχει συνεχώς κάποιον που θα μεταφράζει νοηματικά.Λέω: και γιατί δεν βάζετε υποτίτλους; Μου λέει: θα βάλουμε και υποτίτλους. Έχετε δηλαδή ένα κοινό που είναι και κουφό και αγράμματο; Είναι σαν να φοράς και ζώνη και τιράντες.Σε απασχόλησε αν αυτή η λέξη είναι ουσιαστικό ή ρήμα; Δηλαδή αν αυτός είχε την ανάγκη να μεταφέρει κάτι που βλέπει, ουσιαστικό;

Β.Α. : Θα το κουβεντιάσουμε, θα σας πω και για αυτό το θέμα.Υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Μία από τις θεωρίες λέει ότι μίλησαν όταν άρχισαν να μετακινούνται.

Δεν ξέρουμε καταρχήν αν μίλησαν πριν φύγουν από την Αφρική, διότι όλοι είμαστε Αφρικανοί, έχουμε μια τέτοια καταγωγή. Ο άνθρωπος του Νεάντερταλ ο οποίος ήταν ήδη στην Ευρώπη, αυτός είναι ένα μυστήριο. Δεν ξέρουμε από πού ήρθε. Μπορεί να μην ήρθε από πουθενά. Διότι υπάρχει πάντοτε η τάση να αναρωτιούνται οι παλαιοντολόγοι από που ήρθε αυτός. Δηλαδή, και το να ήρθε από κάπου αλλού και αλλού πήγε από κάπου αλλού.

Δεν ξέρω αν έχει πολύ σημασία αλλά πάντως για τον άνθρωπο του Νεάντερταλ δεν ξέρουμε από πού ήρθε. Αυτός ο περίφημος που βρέθηκε στη Χαλκιδική και δεν ξέρουμε ποιο ήταν το τέλος του, διότι εξαφανίστηκε αυτή η οικογένεια, ας πούμε. Και δεν ξέρουμε αν μιλούσε αυτός. Πάντως οι άλλοι που μίλησαν, που ξέρουμε ότι μίλησαν ήρθαν από την Αφρική σε δύο δόσεις. Υπάρχει λοιπόν αυτή η υπόθεση ότι έκαναν την προσπάθεια να μιλήσουν επειδή άλλαξαν χώρα, άλλαξαν περιβάλλον, και ότι αισθάνονταν ίσως την ανάγκη να μιλήσουν για το μέρος που είχαν εγκαταλείψει. Δηλαδή, ουσιαστικά να μιλήσουνε για τη φυλή τους, για το παρελθόν και για αυτά τα πράγματα. Να αποκτήσουν μια ιστορία. Υπάρχει αυτή η θεωρία. Ένας άλλος γλωσσολόγος πολύ γνωστός στη Γαλλία, αφού πιάσαμε αυτό το θέμα, ο Κλωντ Νταζες, μου λέει, εγώ πιστεύω ότι πρώτα τραγούδησαν και μετά μίλησαν.Τώρα μπαίνουμε σε ένα άλλο δύσκολο θέμα, διότι ενώ μιλάμε με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου στο μπροστινό μέρος, εδώ πέρα περίπου, εκεί που οι άντρες κάνουν τη χωρίστρα είναι η έδρα της ομιλίας, τη μουσική την ακούμε με το άλλο ημισφαίριο. Έτσι συμβαίνει να μπορεί κανείς να πάθει αφασία και να εξακολουθεί να τραγουδάει. Είναι άσχετα αυτά τα δυο.

Αυτοί που μελετούν τον εγκέφαλο δεν συμφωνούν με αυτόν τον γλωσσολόγο. Υπάρχουν πολλές υποθέσεις. Μια άλλη υπόθεση, που είναι πολύ γοητευτική, είναι ότι μίλησαν αφού ανακάλυψαν τη φωτιά. Και μπόρεσαν να την ελέγξουν και να μαζεύονται τα βράδια γύρω από τη φωτιά. Δηλαδή, η φωτιά μεγάλωσε τις νύχτες των πρωτόγονων ανθρώπων. Δεν ήταν αναγκασμένοι να κλειστούν κάπου για να προστατευθούν από τα ζώα. Η φωτιά τους προστάτευε επαρκώς, άρα είχαν πια το χρόνο.Κουρασμένοι από το κυνήγι, την άραζαν γύρω από τη φωτιά. Αυτό γινόταν. Και εκεί ίσως κάποιος θέλησε να πει μια ιστορία. Υπάρχει και αυτή η άποψη, υπάρχουν πάρα πολλές απόψεις για το λόγο.

Δεν είναι βέβαιο ότι η πρώτη λέξη ήταν απλή. Όχι, η πρώτη λέξη μπορεί να σήμαινε κάτι του τύπου, είδα μια αντιλόπη αριστερά του λόφου και πήγαινε εσύ απ’ τη δεξιά μεριά να πάω εγώ από την άλλη για να τη στριμώξουμε για να τη σκοτώσουμε και τα λοιπά. Μπορεί να ήταν μια έννοια πιο σύνθετη.

Τώρα, να επανέλθουμε μια στιγμή στους κωφάλαλους, διότι έχουν ενδιαφέρον. Έκανα κι εκεί μια μικρή έρευνα, είδα διάφορους ηθοποιούς και διάφορους καθηγητές της γλώσσας των κωφαλάλων, την οποία βεβαίως η Γαλλία περιφρονεί, υποθέτω θα την περιφρονεί και η Ελλάδα. Πάντως είναι μια πλήρης γλώσσα, αυτό έχω καταλάβει.Και έμαθα μεταξύ άλλων, που το βρίσκω πολύ θετικό, ότι αυτός ο θίασος ο γαλλικός με τη Λα Μποέ ετοιμάζεται να ανεβάσει τη Αντιγόνη στη γλώσσα των κωφάλαλων. Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω να έρθει στην Αθήνα, να παίξουν την Αντιγόνη στο Ηρώδειο στη γλώσσα των κωφαλάλων. Και τη ρώτησα μάλιστα πώς λένε τη φράση, για να πειστώ και εγώ ότι μπορούσα να πω τα πάντα, πως λέμε τη φράση του Ντεκάρτ, «Σκέφτομαι άρα υπάρχω».

Δεν μπορώ να επαναλάβω τις χειρονομίες, δεν είναι πολλές, αλλά εντάξει, έδειξε τον εαυτό της, το μυαλό της, το υπάρχω, την ταυτότητα την δείχνουν έτσι. Σημαίνει δηλαδή ότι αφήνει το αποτύπωμά τους εδώ, αυτό σημαίνει ταυτότητα. Και μου φάνηκε πάρα πολύ γοητευτική αυτή η γνωστή φράση ειπωμένη σε αυτή την καινούργια γλώσσα. Αλλά έχει ένα μυθιστορηματικό ενδιαφέρον η γλώσσα τους.

Π.Ρ. : Έχω μια φίλη με ένα παιδί κωφάλαλο. Υπάρχει μια άποψη που υποστηρίζεται ισχυρά ότι, να μην βασίζονται μόνο στη νοηματική αλλά να μαθαίνουν τη γλώσσα, την ανάγνωση των χειλιών και έστω με κακούς φθόγγους να μιλάνε για να μην γκετοποιηθούν σε ένα κόσμο των κωφαλάλων, αλλά να μπορούν να επικοινωνούνε και με ένα άλλο τρόπο.

Β.Α. : Ναι υπάρχει και αυτό. Κοίταξε να δεις, η γλώσσα που μαθαίνουν, όπως μπορούν να τη μάθουν, είναι πάντως και θα μείνει μια ξένη γλώσσα. Η μητρική τους γλώσσα είναι η γλώσσα των κωφαλάλων. Κατάλαβες;Δηλαδή, ό,τι και να συμβεί αυτή είναι η γλώσσα τους. Και ας πούμε στην Αμερική όπου δεν απαγορεύθηκε, διότι στη Γαλλία επί έναν αιώνα, την εποχή που οι Γάλλοι απαγόρευαν όλες τις τοπικές γλώσσες, απαγορεύουν και τη γλώσσα των κωφαλάλων.Και μάλιστα στα διαλείμματα δένουν τα χέρια των παιδιών πίσω από την πλάτη τους για να μην μιλήσουν ούτε μεταξύ τους τη γλώσσα αυτή. Δηλαδή, έχει υποστεί αυτή η γλώσσα μια βία απερίγραπτη.

Στην Αμερική που δεν υπήρξε τέτοια απαγόρευση, υπάρχει ένα πανεπιστήμιο για τους κουφούς και έχουν και κουφούς δικηγόρους. Που δουλεύουν με διερμηνέα φυσικά. Θέλω να πω δηλαδή ότι δεν υστερούν σε τίποτα. Βεβαίως και τους είναι χρήσιμο να μπορούν να επικοινωνήσουν με τους άλλους.

Θέλω να σας μιλήσω για τη μυθιστορηματική πλευρά αυτού του προσώπου που δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, αλλά παίζει ένα σημαντικό ρόλο. Ας πούμε, ανακάλυψαν τι; Ότι οι κωφάλαλοι φοβούνται το σκοτάδι. Διότι όταν σκοτείνιασε δεν μπορούν πια να μιλήσουν. Το σκοτάδι τούς απαγορεύεται να μιλήσουν. Άρα κοιμούνται με αναμμένο το φως. Και αφήνουν και το φως του διαδρόμου. Δηλαδή, εγώ έχω μια τέτοια σκηνή ήδη στο μυθιστόρημα, όπου η κωφάλαλη (κουφή να τη λέμε, έτσι;, να τελειώνουμε) κοιμάται με αναμμένα τα φώτα στο δωμάτιο της και στο διάδρομο του σπιτιού όπου δουλεύει.

Αλλά έμαθα και κάτι άλλο. Ότι οι κουφοί μιλάνε στον ύπνο τους στη γλώσσα των κωφαλάλων φυσικά. Δηλαδή, ονειρεύεται πρόσωπα με τα οποία επικοινωνούν στη νοηματική γλώσσα, άρα στον ύπνο τους εξακολουθούν να κάνουν χειρονομίες, πράγμα που το βρήκα καταπληκτικό.

Και κάτι ακόμη, ότι υπάρχουν στη Γαλλία λειτουργίες με παπάδες που κάνουν την τελετή στη γλώσσα τους, τη νοηματική. Το δε καταπληκτικό ποιο είναι; Ότι υπάρχουν και χορωδίες κουφών. Δηλαδή, είναι στο βάθος της εκκλησίας μαζεμένοι κουφοί οι οποίοι λένε στη γλώσσα τους τη νοηματική το κείμενο του ψαλμού, ας πούμε, αλλά το λένε κάπως ρυθμικά. Και πρέπει να το πουν όλοι μαζί. Άρα υπάρχει η έννοια της χορωδίας και για τους κουφούς. Είναι μια χορωδία σιωπηλή, αλλά υπάρχει κάποιος που την διευθύνει. ‘Ωστε το κείμενο να λέγεται με κάποιο ρυθμό. Όπως το λέμε τραγουδιστά. Δηλαδή, όποιο θέμα και αν ψάξει κανείς βρίσκει απίστευτα πράγματα τα οποία είναι πάρα πολύ χρήσιμα για ένα μυθιστόρημα.

Τι άλλο να σας πω για τις λέξει; Φυσικά, οι ήρωες του βιβλίου αυτού είναι Έλληνες διότι ήθελα πολύ να χρησιμοποιήσω την ελληνική γλώσσα. Και βεβαίως έτσι έμαθα ότι ένα από τα πρώτα στοιχεία, ότι πάμπολες ελληνικές λέξεις είναι άγνωστης ετυμολογίας, ότι είναι ξένες δηλαδή και λέξεις πάρα πολύ βασικές όπως είναι ο Όλυμπος, η Κόρινθος, η Αθήνα, ο Λυκαβηττός, ο Ιλισός και τα λοιπά. Είναι όλες ξένες λέξεις. Έχουμε άπειρες ξένες λέξεις στη γλώσσα μας. Οι γλωσσολόγοι υποθέτουν ότι είναι Πελασγικές ή άλλων φυλών που έζησαν στην Ελλάδα. Αλλά είναι βέβαιο ότι δεν ξέρουμε τι σημαίνουνΆγνωστη ετυμολογία. Τι σημαίνει Όλυμπος δεν το ξέρουμε. Και το ίδιο ισχύει και για άλλες γλώσσες.

Φυσικά τα γαλλικά που είναι μια γλώσσα σχετικά πρόσφατη, χιλίων ετών, έχουν δανειστεί στοιχεία από εκατό διαφορετικές γλώσσες. Κυριαρχούν φυσικά τα λατινικά και τα ελληνικά, αλλά έχουν πάρα πολλές γερμανικές λέξεις. Δηλαδή, μπορεί κανείς να φτιάξει στη γαλλική γλώσσα, και πιστεύω σε κάθε γλώσσα, ένα κείμενο που να μην είναι γραμμένο στη γλώσσα αυτή. Δηλαδή, ένα ελληνικό κείμενο μόνο με ιταλικές λέξεις. Γίνεται. Μόνο με τούρκικες. Γίνεται. Το ίδιο ισχύει και για τα γαλλικά. Έκανα εγώ τη δοκιμή και έχω γράψει μικρά κειμενάκια στα γαλλικά, αλλά σε γαλλικά-γερμανικά και σε γαλλικά-αγγλικά, φυσικά αυτό είναι ευκολότατο, αλλά και σε γαλλικά-αραβικά. Θέλω να πω δηλαδή ότι αυτός ο εθνικισμός που περνάει στη Γαλλία τώρα, εφόσον έχουν ένα υπουργείο εθνικής ταυτότητας, δηλαδή το θέμα είναι και πολιτικό. Έτσι δεν είναι;Ότι καμία γλώσσα δεν δικαιούται να υπερηφανεύεται για τον εαυτό της, διότι όλα ή όλες συμμετέχουν στη δημιουργήματα πολλών γλωσσών. Αυτό το απλό πράγμα κάποια στιγμή πρέπει να το καταλάβουμε και να το καταλάβουν κι οι Γάλλοι. Δεν έχει νόημα να κομπάζετε κανείς για τη γλώσσα του.

Και μάλιστα να σας πω και ένα, όχι ανέκδοτο, ένα γεγονός. Τον δέκατο έκτο αιώνα η Γαλλία αντιγράφει πάρα πολύ την Ιταλία, την προσφιλή στον Πλάτωνα, και δανείζεται πάρα πολλές Ιταλικές λέξεις. Μερικοί γάλλοι πανεπιστημιακοί αντιδρούν, διότι θεωρούν ότι η γλώσσα τους έχει πια υποβαθμιστεί, όπως γίνεται σήμερα συγκριτικά με τα αγγλικά. Αυτό το φαινόμενο έχει εμφανιστεί και στο παρελθόν. Και προσπαθούν να αποδείξουν ότι τα γαλλικά δεν είναι υποδεέστερα των ιταλικών. Και ποιο επιχείρημα χρησιμοποιούν αυτοί, οι λόγιοι βέβαια, Γάλλοι; Ότι τα Γαλλικά έχουν περισσότερες ελληνικές λέξεις από τα ιταλικά. Αυτό το επιχείρημα προβάλλουν για να παρεμποδίσουν την επιρροή των ιταλικών.

Εν πάση περιπτώσει οι λέξεις είναι μια περιπέτεια. Θα έλεγα ότι η κάθε λέξη είναι ένα μυθιστόρημα, μερικές φορές μια ιστορία πάρα πολύ παλιά και πάρα πολλές φορές εντυπωσιακή ιστορία. Τι να σας πω; , Σκέφτομαι τη λέξη, ας πούμε, μια πολύ αγαπητή στους Έλληνες και σε όλη την υφήλιο λέξη, τη λέξη νοσταλγία. Την οποία θεωρούμε δεδομένη σαν ελληνική και τα λοιπά. Βεβαίως και οι λέξεις που την αποτελούν είναι μια σύνθεση ελληνικών λέξεων, αλλά δεν την έχει βρει Έλληνας τη λέξη αυτή. Την έχει βρει ένας Ελβετός γιατρός τον δέκατο πέμπτο αιώνα, ο οποίος είχε προσέξει ότι οι Ελβετοί μισθοφόροι που πήγαιναν να υπηρετήσουν στο εξωτερικό είχαν μια θλίψη.Και θέλησε να κατονομάσει αυτή τη θλίψη που ήταν στην ουσία η έλλειψη της πατρίδας τους. Και την έφτιαξε αυτός ο Ελβετός, διότι ήταν σύνηθες φαινόμενο να χρησιμοποιούν ελληνικές λέξεις στην ιατρική και αυτό ισχύει πάντα. Έτσι σκέφτηκε να φτιάξει μια ελληνική λέξη δική του για να κατονομάσει αυτή τη μελαγχολία. Και έφτιαξε τη λέξη νοσταλγία, η οποία είχε πελώρια επιτυχία και η οποία μας ήρθε εμάς από το εξωτερικό. Δηλαδή είναι μια ελληνική λέξη με ελβετική υπογραφή. Πρώτα απ’ όλα διότι ο κόσμος των λέξεων είναι εκπληκτικός.

Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας πω. Ότι πάρα πολλοί λαοί έχουν ισχυριστεί ότι η δική τους γλώσσα είναι η παλαιότερη στον κόσμο. Ότι είναι η πρώτη γλώσσα. Δηλαδή εκεί πέρα υπάρχει ένας ανταγωνισμός μεταξύ των χωρών.

Κάποτε πίστευαν κυνικά ότι η πρώτη γλώσσα ήταν τα εβραϊκά. Αυτό και η Καθολική εκκλησία το υποστήριξε επί αιώνες. Αυτό λέει κι ο Άγιος Αυγουστίνος. Μετά έγινε μια στροφή εναντίον των εβραϊκών. Πάρα πολλοί λαοί το έχουν υποστηρίξει αυτό. Υπάρχουν Έλληνες που το υποστηρίζουν. Ότι είμαστε εμείς οι πιο παλιοί και τα λοιπά. Ότι από εμάς ξεκίνησαν τα πάντα.

Λοιπόν, υπάρχει μια στροφή εναντίον των Εβραϊκών που είναι στροφή προς την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, η οποία δεν ξέρουμε αν υπήρξε ποτέ, αλλά είναι μια γλώσσα που πιάνει από την Περσία, Ινδία και τα λοιπά και έρχεται μέχρι την Ευρώπη.Της οποίας παιδιά είναι η γλώσσα που μιλάμε όλοι με μια εξαίρεση. Νομίζω ότι υπάρχουν κι άλλες αλλά η πιο εντυπωσιακή εξαίρεση είναι τα βάσκικα. Η γλώσσα των Βάσκων δεν είναι ινδοευρωπαϊκή και είναι πολύ πιθανόν να είναι μια από τις παλαιότερες γλώσσες στον κόσμο, δηλαδή να είναι η γλώσσα πρωτόγονων ανθρώπων, κυνηγών θηρίων και τα λοιπά. Της εποχής του ανθρώπου του Νεάτερναλ.Θεωρείται πολύ πιθανό και δεν έχει καμία συγγενή με καμία άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα. Με καμία άλλη οικογένεια. Λοιπόν, είχαμε αυτή την περίοδος που υποστηρίχθηκε ότι η παλιότερη γλώσσα ήταν αυτή η ινδοευρωπαϊκή την οποία χρησιμοποίησε φυσικά και ο Χίτλερ διότι την ταυτίζει με τη γλώσσα της λευκής φυλής και την χρησιμοποιεί σαν όπλο εναντίων των εβραίων.

Αλλά το ίδιο πράγμα έχουν πει ας πούμε και οι Ολλανδοί. Ότι η παλαιότερη γλώσσα είναι τα ολλανδικά και χρησιμοποιούν σαν πρώτο επιχείρημα το γεγονός ότι ο φούρναρης στα ολλανδικά λέγεται μπέκερ, κάπως έτσι λέγεται και υπάρχει στον Ηρόδοτο ένα τεστ που έχει κάνει κάποιος βασιλιάς της Αιγύπτου ο οποίος απομόνωσε τελείως δυο παιδιά, απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να τους μιλάει για να δει ποια θα ήταν η πρώτη λέξη. Βλέπετε; Το θέμα αυτό υπάρχει από πολύ παλιά. Γιατί τότε οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι ήταν τα Αιγυπτιακά. Αλλά αυτός ο βασιλιάς ήταν σοβαρός και θέλησε να βεβαιωθεί, δεν του αρκούσε η φήμη. Και έκλεισε τα παιδιά και κάποτε ένα από τα παιδιά μίλησε. Αυτό διηγείται ο Ηρόδοτος. Και είπε τη λέξη μπέκος η οποία σημαίνει ψωμί αλλά όχι στα Αραβικά αλλά στα Φοινικικά. Άρα αυτός ο βασιλιάς δέχτηκε ότι δεν ήταν τα Αιγυπτιακά η πρώτη λέξη, ήταν τα Φοινικικά.

Οι Ολλανδοί δεν το δέχονται. Λένε ότι οι Φοίνικες πήραν από τα Ολλανδικά τη λέξη μπέκος, ψωμί, η οποία προέρχεται από το μπέκερ. Από το σημερινό φούρνο.Αλλά και οι τούρκοι έχουν ισχυριστεί το ίδιο. Ότι η πρώτη λέξη, γλώσσα, ήταν τα τουρκικά. Και μάλιστα η πρώτη λέξη νομίζω είναι γκουνες που σημαίνει ήλιος. Την ονομάζουν γλώσσα του ήλιου. Προσπαθούν να αποδείξουν ότι αυτή ήταν η πρώτη γλώσσα. Η γλώσσα δηλαδή επονομαζόμενη, του παραδείσου. Τι άλλο να πούμε για αυτό το θέμα; Σας έχω ζαλίσει λιγάκι με πληροφορίες ενώ δεν είναι το είδους μου. Δηλαδή μιλάω σαν να μην είμαι ο εαυτός μου.

Να επανέλθω: στο βιβλίο πάντως, για εμένα η ιστορία είναι, να σας το πω χοντρικά, ο θάνατος ενός αδερφού, ξέρουμε ότι έχει πεθάνει από την αρχή και έχασα κι εγώ τον αδερφό μου, ο οποίος ήταν καθηγητής στη Γαλλία. Αλλάζω πάντα την πραγματικότητα διότι δεν θα αισθανόμουν ελεύθερος αν έκανα πορτρέτα πραγματικών ανθρώπων. Με κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις, την πρώην σύζυγο του φίλου μου του Πλάτωνα της οποίας έχω κάνει ένα πολύ σύντομο πορτραίτο, ελπίζω να το θυμάται και μου είπε βγάλτο αυτό, κινδυνεύει να το διαβάσει και είναι που είναι δύσκολες οι σχέσεις μας μη το δει κι αυτό μέσα στο βιβλίο. Ομολογώ ότι ο Πλάτωνας με κάποιες εσφαλμένες επιλογές που έχει κάνει όσον αφορά τις γυναίκες με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Έπρεπε να σας το πω να έχουμε μάρτυρες. Όσο χειρότερη η επιλογή θα έλεγα, τόσο καλύτερα για εμένα.

Π.Ρ. : Πάντως παλαιότερα ένας μαθητής που σπούδασε στο εξωτερικό μου λέει, δεν παίρνω να μάθω νέα σου, διαβάζω βιβλία του Αλεξάκη.

Β.Α. : Και παρατηρώ ότι τα τελευταία χρόνια, δεν ξέρω τι συμβαίνει στη ζωή του, τι ενδιαφέρον συμβαίνει.

Π.Ρ. : Μα με ρωτάει, τι νέα; Και του λέω, δεν θα σου πω.

Β.Α. : Δεν πρέπει να μάθω νέα. Αλλά τα φαντάζομαι. Φαντάζομαι διάφορα.

Π.Ρ. :Είναι επικίνδυνο διότι οι συγγραφείς γενικά αντλούν από την πραγματικότητα. Απλώς, όταν τα παραποιούν, όσο και να τα παραποιήσουν, μερικοί τα αναγνωρίζουν

Β.Α. : Ναι. Αλήθεια είναι αυτό.

Π.Ρ. : Είναι γεγονός ότι αυτά τα πορτρέτα των φίλων τα αναγνωρίζουμε εμείς, αλλά το ευρύ κοινό δεν θα τα αναγνωρίσει και υποθέτω ότι έτσι συμβαίνει με τους περισσότερους συγγραφείς.

Β.Α. : Έτσι. Συμβαίνει όμως και το άλλο. Κάποιος τον οποίο δεν ξέρω να πιστεύει ότι έχω πάρει στοιχεία από την ιστορία του. Είναι μια παράνοια εκεί πέρα. Ο Βεργόπουλος μου έλεγε, έχεις γράψει την ιστορία μου. Σε ποιο βιβλίο; Δεν έχω ιδέα.

Π.Ρ :Του αρέσει.

Β.Α. : Ναι, τον κολακεύει. Αλλά συμβαίνει. Δηλαδή, αυτό τώρα είναι ένα άλλο θέμα. Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο μυθιστόρημα και τη ζωή. Δεν βλέπω εγώ διαχωριστική γραμμή.

Π.Ρ. : Θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Εδώ είπες κάτι πολύ ενδιαφέρον. Εσύ εμπνέεσαι από ένα πράγμα της ζωή σου, ας πούμε, το θάνατο της μητέρας σου ή ένα σημαντικό γεγονός.

Β.Α. : Κάτι που με πιέζει.

Π.Ρ. : Κάτι που σε πιέζει. Και θες να του φτιάξεις ένα φόντο, ας το πούμε έτσι.

Η μια περίπτωση είναι το γράμμα των Δελφών. Ίσως εξαίρεση ήταν η αφρικάνικη γλώσσα που αυτή καθαυτή έγινε το θέμα.

Β.Α. : Ναι αλλά κι εκεί υπάρχει ο θάνατος του πατέρα μου.

Π.Ρ. : Υπάρχει ο θάνατος του πατέρα σου. Λοιπόν, υπάρχουν μερικά πράγματα που σε σημαδεύουν, και σαφές είναι ότι οι θάνατοι μάς κυνηγάν και είναι ένα μεγάλο θέμα και θες ταυτόχρονα ένα φόντο για να βάλεις την ιστορία σου μέσα.Εντούτοις για εσένα αυτό το συμβάν γίνεται πρωταγωνιστής της ιστορίας.

Β.Α.: Είναι θέμα ισορροπίας, έχεις δίκιο.

Π.Ρ. : Δεν το αφήνεις. Ας πούμε πού θα βάλεις τα ερωτικά πάθη, θα τα τοποθετήση στο Μεσαίωνα, στην αναγέννηση, στον εικοστό αιώνα. Εσύ παρόλα αυτά διαλέγεις ένα θέμα στο οποίο δίνει τη σημασία ενός πρωταγωνιστή. Είναι δηλαδή σαν να έχεις δυο ιστορίες που συνδιαλέγονται, μια είναι η ιστορία του θέματος και μια η εσωτερική ιστορία η δική σου.

Β.Α. : Πολύ σωστά το περιγράφεις. Το γράψιμο είναι σαν το πλέξιμο. Χρειάζονται δυο βελόνες. Αυτό περιγράφεις και έτσι είναι. Στην προκειμένη περίπτωση είναι το θέμα της πρώτης λέξης και είναι βεβαίως μια ιστορία προσώπων και τελικά είναι κυρίως ο θάνατος ενός αδελφού. Το βιβλίο το διηγείται μια γυναίκα, η αδελφή του, και πάλι η ανάγκη απομάκρυνσης αν θες από την πραγματικότητα, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα μορφωμένη. Έχει πάει στο πανεπιστήμιο και τα λοιπά.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου διηγείται, κοντεύω να το τελειώσω, τις τρείς τελευταίες μέρες που πέρασε με τον αδελφό της στο Παρίσι και ο αδερφός είναι παρόν εκεί, μιλάει και τα λοιπά. Διότι δεν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα μυθιστόρημα ο θάνατος, εάν ο άνθρωπος προηγουμένως δεν έχει ζήσει.

Αυτό το έλεγα και σε ένα σωρό φίλους κινηματογραφιστές που λένε στην αρχή της ταινίας, πεθαίνει ο πατέρας του αθλητή. Και τους λέω, μα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να πεθάνει ένα πρόσωπο το οποίο δεν ξέρουμε. Δηλαδή, πρέπει τουλάχιστον επί 20 λεπτά να δείξει αυτό τον πατέρα για να αισθανθούμε και εμείς κάτι σε σχέση με το θάνατό του. Οπότε για μένα όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι η κουβέντα της αδερφής με τον αδελφό, με την κωφάλαλη, με τη γυναίκα του αδελφού, με την κόρη του και τα λοιπά. Μέσα από όλα αυτά βγαίνουν απορίες για τις λέξεις.

Τέλος πάντων μην μπαίνουμε σε λεπτομέρειες. Μέσα σε αυτή την κουβέντα ο αδερφός θα πει κάποια στιγμή απλώς ότι θα τον διασκέδαζε ότι θα ήθελε να μάθει ποια ήταν η πρώτη λέξη. Πριν πεθάνει. Του λέει η αδερφή του, μα θα ήταν τότε και η τελευταία λέξη.Και λέει εκείνος ναι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Όταν πεθαίνει πια ο αδελφός, εκείνη θα αισθανθεί την ανάγκη, θα αισθανθεί ότι του χρωστάει μια λέξη. Άρα ο λόγος για τον οποίο θα κάνει την έρευνα αυτή είναι πάρα πολύ σημαντικός. Δηλαδή, θα ψάξει να βρει την πρώτη λέξη για να πάει να του την πει ενδεχομένως στο νεκροταφείο και έτσι θα τελειώσει το βιβλίο.

Καταλάβατε; Αλλά ο τρόπος λειτουργίας δεν είναι μια έρευνα πανεπιστημιακού που θέλει να μάθει γενικώς για τις γλώσσες, τι γίνεται και αυτά. Όχι. Είναι μια αδερφή που έχει ένα χρέος. Αυτό είναι. Καταλαβαίνετε πού μπαίνει το μυθιστόρημα και γιατί είναι απαραίτητο. Διότι χωρίς αυτό εγώ τι θα έκανα; Θα έκανα ένα δοκίμιο. Τι θα έκανα; Δεν θα έκανα τίποτα. Η αδερφή με ενδιαφέρει και ο αδερφός.

Π.Ρ. : Θυμάσαι στο βιβλίο για τη μητέρα σου και μου είχες πει και το είχα διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι τόσο πολύ σε πόναγε το γεγονός ώστε στο γράψιμο πλησίαζες και ξανά έκανες πίσω. Δηλαδή, η περιγραφή του θανάτου, ας το πούμε έτσι, σου φαινόταν τόσο τρομακτικό γεγονός, ώστε έκανες ένα βήμα μπρος και ένα βήμα πίσω. Άρα πιθανόν αυτή η ιστορία του φόντου σε βοηθά στα κορυφαία σημεία της πλοκής σου, να τα αποφεύγεις και να τα ξαναπλησιάζεις, για να κρατήσεις μια ένταση.

Β.Α. : Έτσι είναι και ξέρεις τι άλλο γίνεται; Το θέμα, υπάρχει εδώ πέρα μια συζήτηση ανάμεσα στην ιστορία των προσώπων για τον θάνατο αυτό και το θέμα του βιβλίου.Διότι ακόμη και οι σιωπή του αδελφού μετά το θάνατο του είναι μια αναφορά στη σιωπή της ανθρωπότητας πριν αρχίσει να μιλάει. Δηλαδή, πάντα είμαστε μέσα στο θέμα και πάντα υπάρχει μια λέξη που εκφράζει την κατάσταση της αδελφής ή την κατάσταση της οικογένειας. Οπότε, δεν βγαίνουμε ποτέ από τις λέξεις, δεν βγαίνουμε ποτέ από το θέμα. Αλλά απλώς το θέμα, οι λέξεις, βοηθάει την αφήγηση και η αφήγηση επιτρέπει στο θέμα να προχωρήσεις και κάποια στιγμή να καταλήξει.

Είναι και ένα στοίχημα, δηλαδή, διότι εγώ δεν είμαι βέβαιος όταν ξεκινάω ένα βιβλίο έτσι, ότι θα μπορέσω να λύσω το πρόβλημα. Έχω ένα άγχος μέχρι την τελευταία μέρα που θα πω ότι τελείωσε. Δηλαδή, μέχρι να βρω την πρώτη λέξη, ή να μην τη βρω, ή να αποφασίσω ότι είναι δέκα οι προτεινόμενες λέξεις, οποιαδήποτε απόφαση κι αν πάρω θα έχω αυτό το άγχος φυσικά.

Π.Ρ. : Και σε βοηθάει να αποφύγεις τον κίνδυνο της αυτοβιογραφίας.

Β.Α. : Ναι, βεβαίως. Αυτό με απομακρύνει τελείως διότι είναι αυτό που σου έλεγα, με αναγκάζει να δω, και για αυτό βάζω πρόσωπα τελείως ξένα όπως είναι η κωφάλαλη, υπάρχει στο βιβλίο ένας γλωσσολόγος, υπάρχει κάποιος που μιλάει για τον εγκέφαλο και τα λοιπά. Δηλαδή, άνθρωποι που δεν ξέρω και θα χρησιμοποιήσω με ένα τρόπο τελείως διαφορετικό.

Ήθελα να πω κάτι άλλο πριν. Για τη διαχωριστική γραμμή, αν θες, μεταξύ μυθιστορήματος και ζωής. Εγώ δεν την βλέπω. Δηλαδή, όχι μόνο επειδή χρησιμοποιώ στο μυθιστόρημα στοιχεία από τη ζωή, αλλά επειδή το βιβλίο που γράφω βεβαίως και αποτελεί μέρος της ζωής μου. Και βεβαίως αποτελεί και μέρος της ζωής άλλων και επηρεάζει κάποια πραγματικά γεγονότα. Την επιρροή που μπορώ εγώ να διηγηθώ σε άλλους.

Καταλαβαίνετε δηλαδή το ζήτημα είναι, υπάρχει μια ζωή έξω από το μυθιστόρημα;Εμένα η ζωή η ίδια μού θυμίζει μάλλον τηλεφωνικό κατάλογο. Είναι ένα βαρετό κείμενο.Δηλαδή, δε διαβάζεται αυτό. Έτσι δεν είναι; Πόσες σελίδες να διαβάσουμε;Δέκα σελίδες του τηλεφωνικού καταλόγου; Είναι μια πλήξη απέραντη.Και εκ των υστέρων, δηλαδή, όταν γράψεις ένα βιβλίο, όχι μόνο να αναγνωρίζουν πρόσωπα, πράγματα που όντως έχεις πει, αναγνωρίζουν και πράγματα που δεν τους αφορούν.

Π.Ρ. : Που θέλουν να τα δούνε.

B.A. : Που θέλουν να τα δούνε. Συμβαίνουν πολλά, ενδεχομένως να στο έχω διηγηθεί ίσως ότι σε ένα από τα βιβλία που μιλούσα για ένα Γερμανό συγγραφέα, ανύπαρκτο.Δεν βρέθηκε. Εγώ του είχα δώσει ένα όνομα, είχα φτιάξει το πρόσωπο, είχα μελετήσει την πρόσφατη ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας και είχα φτιάξει ένα συγγραφέα. Με τη βιβλιογραφία του μιλούσα για ένα μυθιστόρημα. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει. Είχε ένα όνομα, Έγκερμαν, είχα λόγο που είχα πάρει το όνομα Έγκερμαν. Τελειώνει το μυθιστόρημα και τα λοιπά. Και λέω ότι σήμερα ζει σε μια γειτονιά έξω από τη Γενεύη που ονομάζεται η Άκρη του κόσμου. Υπάρχει αυτή η γειτονιά, την έχω δει. Λέω εκεί θα τον τοποθετήσω, στην άκρη του κόσμου τον κύριο Έγκερμαν.

Αλλά όταν παρουσιάστηκε το βιβλίο στη Βέρνη, η υπεύθυνη του μορφωτικού ιδρύματος που με είχε καλέσει, στο σιδηροδρομικό σταθμό μου λέει με χαρά, ξέρετε κάτι ευχάριστο; Βρήκα τον κύριο Έγκερμαν. Λέω πού τον βρήκατε; Μα στην γειτονιά που αναφέρετε. Στην άκρη του κόσμου. Αυτή έψαξε στον κατάλογο, δεν ξέρω τι έκανε και φαίνεται κατά διαβολική σύμπτωση κάποιος κύριος Έγκερμαν ο οποίος μάλλον δεν θα είναι συγγραφέας ζει στην άκρη του κόσμου. Και τον είχε καλέσει. Δηλαδή κινδύνευσα εγώ να βρεθώ στη Βέρνη αντιμέτωπος με ένα ανύπαρκτο πρόσωπο. Το οποίο δεν ήρθε τελικά. Δεν θα κατάλαβε ποτέ γιατί τον κάλεσαν σε ομιλία στη Βέρνη, ενός Έλληνα που μιλούσε για μια Ελληνίδα Μαργαρίτα και τα λοιπά.

Π.Ρ. : Αυτό είναι ένα θέμα ταινίας του Ντε Σίκα. Το Μανταλένα μηδέν διαγωγή. Μαθαίνει μια δασκάλα εμπορικού σχολείου εμπορική αλληλογραφία. Και έχει πάρει ένα φανταστικό όνομα, έναν κύριο Βάγκνερ που είναι στην Αυστρία. Και όλες οι μαθήτριες στέλνουνε γράμματα στο φανταστικό κύριο Βάγκνερ, παρακαλώ στείλτε μας εμπόρευμα και τα λοιπά. Και η δασκάλα που είναι ανέραστη, δεν έχει άντρα στη ζωή της, γράφει ένα φανταστικό ερωτικό γράμμα στον ίδιο κύριο Βάγκνερ και μια μαθήτρια για καλαμπούρι το ταχυδρομεί. Και φαίνεται υπάρχει ένας κύριος Βάγκνερ ο οποίος έρχεται και την ερωτεύεται. Είναι ταινία του Ντε Σίκα.

Να πω κάτι που δεν ξέρει το κοινό, ότι όταν ήσουνα στη Γαλλία νέος έκανες και ρεπορτάζ. Έχεις δουλέψει και στη Μοντ και σε άλλα περιοδικά. Έκανε ρεπορτάζ και ίσως σου έχει μείνει κι αυτή η ικανότητα.

Β.Α. : Να κάνω έρευνα. Και μάλιστα θυμάμαι ένα άρθρο, τώρα που το λες κι εσύ, μου θυμίζεις ότι είχα γράψει στο Λουί το γαλλικό playboy που υπήρχε τότε, δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα, ένα άρθρο για τις χειρονομίες, όχι της νοηματικής, αυτές που κάνουμε εμείς και οι οποίες έχουν διαφορετικό νόημα από χώρα σε χώρα όπως έχει διαφορετικό νόημα η νοηματική. Ο ένας που μιλάει τη νοηματική δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τον άλλο. Ορισμένες χειρονομίες είναι κοινές, αλλά πρέπει να μάθει αυτή τη ξένη γλώσσα.

Και μάλιστα έχω χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο στοιχείο στο βιβλίο μου. Είναι το πώς λένε στη νοηματική την ελληνική, το κρέας. Φτιάχνουμε ένα γάντζο έτσι σαν του χασάπη. Αυτή είναι η κίνηση που σημαίνει κρέας. Αλλά όταν την έδειξα εγώ σε μια κοπέλα κουφή στη Γαλλία νόμισε ότι ήταν το ψάρι. Επειδή μοιάζει βεβαίως με αγκίστρι.Μπορεί να γίνουν παρανοήσεις στη γλώσσα αυτή όπως σε όλες τις γλώσσες.

Π.Ρ. : Έχετε δει ότι υπάρχει μια τέτοια ξενομανία στην Ελλάδα και δη αγγλομανία.Ώστε έχουν αρχίσει να κάνουν την κίνηση την αμερικάνικη την έτσι. Το οποίο είναι αμερικάνικο. Ελληνικά δε σημαίνει τίποτα έτσι. Εκτός από το ανέκδοτο που λέει φέρε πέντε μπύρες στο ξυλουργείο.Εμείς κάναμε πάντα έτσι που είναι σαν την ευλογία του Παπά.Διότι ο Έλληνας είναι ασεβείς.

Β.Α. : Εντάξει, μην επαναλάβω τις χειρονομίες. Θυμάμαι ότι στην Ιταλία το να έχει κανείς μεγάλα οπίσθια σημαίνει ότι είναι πολύ τυχερός. Η κίνηση αυτή που δείχνει τον κώλο

Π.Ρ. : Και σε εμάς. Και σε εμάς.

Β.Α. : Η κίνηση αυτή;

Π.Ρ. : Κωλοφαρδία.

Β.Α. Το λέμε αλλά σαν χειρονομία το να κάνεις έτσι σημαίνει μάλλον αυτό που λέμε εμείς ότι θα σου γίνει η σούφρα να. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο κωλοφαρδία, άλλο αυτό. Είναι από το ποδόσφαιρο, που κάνουν έτσι ας πούμε. Είναι άλλο. Εν πάση περιπτώσει Η άρνηση. Ελληνικά κάνουμε έτσι, οι Γάλλοι κάνουν έτσι. Δεξιά-αριστερά.Αυτή την κίνηση ας πούμε την έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες. Είδα στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας χειρονομίες των αρχαίων. Δεν φιλιόντουσαν ποτέ στα μάγουλα ας πούμε. Είτε στο κεφάλι, είτε στον ώμο, όχι στο μάγουλο.

Π.Ρ. : Αυτή η κίνηση που κάνουν οι Γάλλοι. Όταν πίνουν.

Β.Α. : Ναι για το μεθύσι.

Π.Ρ. : Σε εμάς δεν σημαίνει τίποτα.

Β.Α. : Ας πούμε για το θάνατο. Εμείς νομίζω κάνουμε έτσι δηλαδή ότι είναι κάποιους τον οποίο σφάζουμε. Του κόβουν το λαιμό. Στη Γαλλία είναι έτσι. Αυτό κάνουνε.Είναι ο σταυρός επάνω στο φέρετρο. Και βεβαίως πάλι για το μυθιστόρημα θα μιλήσω, έτσι θα ανακοινώσει ο κωφάλαλος ότι πέθανε. Αν αυτή πρέπει να το ανακοινώσει θα κάνει έτσι.

Καταλαβαίνετε γιατί χρειάζομαι τις χειρονομίες. Και έχω αρχίσει λίγο να μαθαίνω αυτή τη γλώσσα.

Παιδιά να μιλήσετε διότι εγώ δεν είμαι ικανός σαν τον Πλάτων να μιλάω μια ώρα. Πείτε κι εσείς κάτι άλλο.

Το κοινό: Πως θα το γράψετε αυτό;

Β.Α. : Θα το περιγράψω. Είναι πολύ ευχάριστο για ένα συγγραφέα να περιγράφει με ακρίβεια κάποια πράγματα. Απλούστατο είναι.

Π.Ρ. : Και άμα σου λείπει ένα δάχτυλο λες, αυτός ψευδίζει.

Β.Α. : Σκέψου να σου κοπεί το χέρι.

Π.Ρ. : Με απασχολεί κάτι, ότι ένας συγγραφέας είναι συγγραφέας όλο το εικοσιτετράωρο. Δηλαδή γίνεται μια διαστροφή μετά και οτιδήποτε σου συμβαίνει την περίοδο που γράφεις το εντάσεις στο έργο σου, στο μυθιστόρημα σου.Β.Α. : Κοίταξε να δεις. Όσο συχνά σκέφτεται ο χρηματιστής το χρηματιστήριο σκέφτομαι κι εγώ το βιβλίο μου. Δηλαδή πάρα πολύ συχνά, πάρα πολύ συχνά. Όχι όλες τις ώρες φυσικά.

Και μάλιστα καμμιά φορά είτε κάνω μπάνιο, είτε λύνω Sudoku, προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να ξεφύγω από τη σκέψη του βιβλίου, να ξεχαστώ.Το έχω πάρα πολύ ανάγκη. Κοιμάμαι συχνά, κοιμάμαι τρεις φορές την ημέρα. Σηκώνομαι πολύ νωρίς, κοιμάμαι στις εννιά, κοιμάμαι το μεσημέρι, μπορεί να κοιμηθώ και στις επτά το βράδυ.

Έχω ανάγκη διότι με πιέζει πάρα πολύ το βιβλίο. Δηλαδή πάρα πολύ. Όταν φτάνω στο τέλος είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα, να πάθω νευρική κρίση. Είναι πάρα πολύ δύσκολη στιγμή. Ας πούμε τώρα είμαι στη μέση του βιβλίου, δεν ξέρω τι πρόσωπα θα εμφανιστούν στο δεύτερο μέρος. Θα εμφανιστούν όλα του πρώτου μέρους πλην του αδερφού φυσικά αλλά ποια νέα πρόσωπα θα εμφανιστούν αυτό πρέπει να το αποφασίσω.

Π.Ρ. : Είναι κάτι που πάντα μου κάνει εντύπωση, να σας πω ότι γράφει με μολύβι. Επομένως μια αλλαγή στο βιβλίο είναι τραγική αν χρειαστεί να αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα στα επόμενα κεφάλαια. Δηλαδή, αν ξαφνικά δει ότι κάπου έκανε ένα λάθος στην πορεία των σχέσεων.

Β.Α. : Ναι, γίνονται. Σε μια σκηνή τώρα ας πούμε, έκανα ένα λάθος, εμφάνιζα ένα πρόσωπο, είναι λιγάκι όπως στη ζωή ξέρετε. Ας πούμε έχω εγώ την οικογένεια, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα και τα λοιπά και είναι ο φίλος της κόρης ο οποίος είναι ένας αντιπαθής και μεγάλος σε ηλικία, ηθοποιός, και τα λοιπά, ο οποίος είναι γνωστός. Τώρα όμως μπαίνουμε σε ευρηματάκια δηλαδή είναι ένας ηθοποιός του οποίου μόνο η φωνή είναι γνωστή διότι κάνει ντουμπλαρίσματα. Δεν είναι γνωστός σαν ηθοποιός αλλά είναι γνωστή η φωνή του. Οπότε αυτό είναι κάτι που μπορώ εγώ να χρησιμοποιήσω. Διότι είναι μια φωνή, μόνο μια φωνή κι όχι ένας ηθοποιός.

Εν πάση περιπτώσει, αυτόν τον έφερνα στο σπίτι νωρίτερα από ότι έπρεπε. Και μου χάλασε τη συζήτηση. Διότι η παρουσία του δεν επέτρεπε, να συζητηθούν ορισμένα θέματα. Επέβαλε αναγκαστικά μια αλλαγή και αυτή η αλλαγή έμπαινε πολύ νωρίς. Και ενώ προχωρούσα το κείμενο με αυτόν παρόντα και έβρισκα πραγματάκια να πω γύρω από την παρουσία του και τα λοιπά, αισθανόμουν και μια ενόχληση, ότι αυτό δεν πάει καλά και τον έβγαλε έξω.

Τον ξαναέβαλα μετά από δύο σελίδες. Τώρα είναι εντάξει και μου έλυσε και ένα πρόβλημα αυτό. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή.Καταλάβατε; Τέλειωσε το μπουκάλι της σαμπάνιας αν τον έφερνα νωρίς. Καταλάβατε; Μπήκε την κατάλληλη στιγμή. Πώς να σας πω, αλλιώς είναι σαν τον θυρωρό που σου χτυπάει για τα κοινόχρηστα την ώρα που πλένεστε. Δηλαδή δεν γίνεται. Τον έβγαλα αυτόν.

Έτσι περίπου λειτουργεί. Βέβαια. Γιατί πιστεύω απολύτως αυτό που γράφω, το πιστεύω απολύτως, εγώ το ζω δηλαδή. Βλέπω τα πρόσωπα όχι σαν φυσιογνωμίες, σαν σκιές τα βλέπω αλλά είναι εκεί παρόλα αυτά οι σκιές. Είναι σαν να γράφω μια ιστορία την οποία έχω ζήσει και την οποία προσπαθώ να θυμηθώ. Κάπως έτσι είναι.Αυτή είναι η απόσταση περίπου με τα πρόσωπα.

Π.Ρ. : Όπως η Γιουρσενάρ περιγράφει όταν τελείωσε την Άβυσσο και τον Ζήνωνα βγήκε στον κήπο του σπιτιού της και φώναζε το όνομά του. Είχε ζήσει μαζί του πολλά χρόνια. Ήταν ένα κομμάτι της ζωής της ο Ζήνων όπως ήταν πριν ο Αδριανός και τελικά φαίνεται ζούσε με τους ήρωές της.

Β.Α. : Λοιπόν, καμία ερώτηση παιδιά, να κάνουμε καμιά κουβέντα.

Το κοινό: Ποσό πολύ γνωρίζετε το τέλος ενός διηγήματος;

Β.Α. : Δεν το γνωρίζω καθόλου. Μα σας είπα και πριν ότι δεν ξέρω αν αναφέρω την πρώτη λέξη, τι θα πει η αδερφή και τα λοιπά. Δεν ξέρω και δεν θέλω να το ξέρω. Καταλάβατε; Δηλαδή πρέπει το βιβλίο να το γράφω περίπου σαν να το ανακαλύπτω γράφοντας το. Το στοιχείο της έκπληξης υπάρχει συνεχώς. Δεν θα μου άρεσε το βιβλίο, αν δεν συνέβαινε συνεχώς κάτι που να είναι αυτό που θα περίμενε ο καθένας να συμβεί.Πρέπει συνεχώς να βρίσκω κάτι. ΄Η ένα διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι αυτό αλλά ένα εύρημα πρέπει να υπάρχει. Και βεβαίως το μεγάλο εύρημα είναι το τέλος. Αλλά περιμένω να το βρω όταν θα έρθει η στιγμή. Σαν αναγνώστης λίγο του βιβλίου, καταλαβαίνετε; Σαν αναγνώστης που διαβάζει αργά επειδή το βιβλίο δεν είναι γραμμένο. Πολύ αργά.

Π.Ρ. : Είναι αυτό που είχε πει ο Πικάσο για τη ζωγραφική, ότι οι ζωγράφοι είναι συλλέκτες των πινάκων τους. Όπως οι συγγραφείς είναι αναγνώστες των βιβλίων τους.

Το κοινό: Όταν γράφετε το βιβλίο τα βάζετε κάποτε με τον εαυτό σας για την πλοκή του βιβλίου αλλά και κάποιες άλλες ώρες συμφιλιώνεστε με τον εαυτό σας. Αυτό εννοείτε; Εννοείτε κάτι τέτοιο;

Β.Α. : Η απορίας σας ποια είναι; Ότι περνάω από διάφορες συγκρούσεις, διαφωνίες με τον εαυτό μου και συμφιλιώσεις; Ναι.Ποια ακριβώς είναι η απορία σας; Για ξαναπείτε το.

Το κοινό: Την ώρα που γράφετε την πλοκή λέτε αυτόν τον έβαλα πιο νωρίς ενώ έπρεπε να τον βάλω πιο αργά κι εκείνη την ώρα σαν να ξεσπά ένας εσωτερικός καυγάς ενώ αργότερα εάν έχει μπει την ώρα που έπρεπε να μπει «α τι ωραία» συμφιλιώνομαι.

Β.Α. : Ναι. Μου λύνει ένα πρόβλημα. Ναι βέβαια. Δεν είμαι τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου ότι ό,τι και να γράψω, όχι. Εγώ έτσι κι αλλιώς να σας πω ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχουν αριστουργήματα. Όλα τα έργα έχουν ανθρώπινες ατέλειες. Άρα θεωρώ απόλυτα λογικό τον εαυτό μου να κάνει μια πελώρια βλακεία και να πρέπει μετά να το διορθώσει. Δεν αισθάνομαι ασφαλής. Δεν είμαι καλύτερος από τα βιβλία που γράφω. Τα βιβλία που γράφω είναι καλύτερα από εμένα. Καταλάβατε; Είναι οι καλύτερες στιγμές του εαυτού μου κολλημένες μαζί. Κάπως έτσι. Αλλά το άγχος υπάρχει.

Ναι, αισθάνομαι μεγαλύτερη σιγουριά, η οποία μου επιτρέπει να καταπιάνομαι, δηλαδή η σιγουριά που έχω κερδίσει μου επιτρέπει να καταπιάνομαι με θέματα πιο δύσκολα τα οποία όμως ακριβώς επειδή είναι δύσκολα μειώνουν τη σιγουριά που έχω κερδίσει.

Δηλαδή προσπαθώ κατά κάποιο τρόπο να διατηρήσω τις αμφιβολίες μου. Για το αν μπορώ ή δεν μπορώ να κάνω ένα βιβλίο. Αν έκανα σήμερα ένα εύκολο βιβλίο, ναι. Ξέρω ότι θα μπορούσα, αλλά ακριβώς γι’ αυτό ίσως δυσκολεύω τη δουλειά ακριβώς για να είμαι σε ένα όριο δυσκολίας. Δηλαδή, θα μπορέσω να το κάνω αυτό;

Υπάρχει ίσως ένα στοιχείο πρόκλησης απλά να το πούμε έτσι. Χαίρομαι που το βιβλίο είναι δύσκολο και μάλιστα έλεγα μια φορά ότι είναι ευκολότερο να γράψεις ένα δύσκολο βιβλίο, επειδή υπάρχει το στοιχείο της πρόκλησης που σε κάνει πιο μαχητικό. Παρά να γράψεις ένα εύκολο το οποίο θα βαριέσαι και ίσως τελικά δεν το καταφέρεις κιόλας.

Δεν είναι καλό πράμα η ισορροπία. Η λέξη ισορροπία δεν μ’ αρέσει. Ναι, αλλά μια ισορροπία η οποία να γέρνει από τις δυο μεριές. Μιλάμε για την ισορροπία του καϊκιού ας πούμε στο πέλαγος, ή της τραμπάλας. Καταλάβατε; Όχι για μια ευθυγράμμιση, μια εξισορρόπηση. Λεκτική.

Το κοινό: Σας έρχεται ποτέ η ανάγκη να επινοήσετε μια λέξη για να περιγράψετε κάτι όταν δεν σας έρχεται καμία λέξη; Να επινοήσετε μια δικιά σας λέξη;

Β.Α. : Εννοείς σαν τον Ελβετό με τη λέξη νοσταλγία; Όχι. Δεν το έχω αισθανθεί αυτό ποτέ. Υπάρχουν οι λέξεις. Υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι αλλάζουν όλες τις λέξεις. Ο Πάρις Τακόπουλος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα που λέγεται Κενή Διαθήκη, με Έψιλον. Όλες οι λέξεις είναι κατασκευές του. Τη γυναίκα την ονομάζει γυμναίκα, το τηλεφωνώ, τηλεφωνεύω. Τον αναφέρω στο βιβλίο γιατί με διασκεδάζει αυτό που κάνει. Εντάξει, είναι ένα παιχνίδι, αλλά δεν μπορείς να γράψεις μυθιστόρημα έτσι.

Όχι, δεν αισθάνθηκα ποτέ την έλλειψη. Άλλωστε μιλάμε για πολύ πλούσιες γλώσσες και τα ελληνικά και τα γαλλικά. Δεν ξέρω, τι να σας πω. Ίσως είναι περισσότερο ποιητική δουλειά αυτή. Ίσως στην Αφρική, ας πούμε, στη χώρα που είχα πάει στην κεντρική Αφρική που έχουν μια γλώσσα η οποία δεν έχει εξελιχθεί αρκετά, δεν πρόλαβε. Ήταν αποικία Αραβική, και ακόμη σήμερα διδάσκουν γαλλικά.

Εκεί έχουν πρόβλημα. Είναι αναγκασμένοι να επινοήσουν λέξεις διότι ορισμένα πράγματα δεν μπορούν να τα πουν.

Που ανήκουν στη σύγχρονη ζωή και τα οποία χρειάζονται. Δηλαδή αυτοί δεν είχαν ούτε τη λέξη αποικία. Και μόλις έφυγαν οι Γάλλοι και ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους άρχισε να λειτουργεί το τοπικό ραδιόφωνο που έπρεπε να ανακοινώσει ότι τελείωσε το καθεστώς της αποικιοκρατίας και δεν είχαν τη λέξη.

Και ένας δημοσιογράφος μου έλεγε ότι πέρασε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος γιατί έπρεπε το πρωί να βγάλει ένα δελτίο ειδήσεων και να πει τη λέξη αυτή. Ήταν απαραίτητη. Και τη βρήκε, έφτιαξε μια λέξη καινούρια χρησιμοποιώντας δυο άλλες βέβαια. Η μία είναι «κοντορό» που σημαίνει χώρα και η άλλη είναι «βα» που σημαίνει υπηρέτης. Χώρα-υπηρέτης. Καταπληκτικό δεν είναι; Και έφτιαξε τη λέξη βέβαια αποικία. Η οποία πέρασε στον κόσμο και σήμερα η αποικία στη γλώσσα αυτή ονομάζεται «κοντοροβά».

Π.Ρ. : Μετά από το μυθιστόρημα σου είδα μια ταινία αφρικανική από τη Σενεγάλη, του Ουσμπά και είδα ότι η αστική τάξη εκεί επιβάλλει στα παιδιά να μάθουν γαλλικά.

Β.Α. : Βέβαια.

Π.Ρ. : Δηλαδή λέει το παιδί κάτι στην αφρικανική γλώσσα και της κάνει παρατήρηση η μαμά, «μίλα γαλλικά».

Β.Α. : Μα αν ονειρευτώ τη μάνα μου, τον Πλάτωνα, φίλους. Εξαρτάται από το πρόσωπο, βέβαια. Ο Γάλλος ο εκδότης μου δεν μπορεί στα όνειρα μου να μιλήσει ελληνικά, γλώσσα την οποία αγνοεί παντελώς. Τα όνειρα είναι σαν τη ζωή.

Το κοινό: Τις μεταφράσεις τις κάνετε για καλύτερη απόδοση;

Β.Α. : Βεβαίως. Γιατί δεν είμαι αναγνωρίσιμος μέσα στο φλοιό. Εάν μεταφράσει κάποιος άλλος το κείμενο μου, δηλαδή εγώ έχω κάποιο κοινό, ας πούμε και στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Ξέρει τα βιβλία μου επειδή είναι γραμμένα κάπως. Και θέλω να πιστεύω ότι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο τον ενδιαφέρουν τα βιβλία. Εάν έκανε τη δουλειά ένας μεταφραστής θα ήταν γραμμένα κάπως αλλιώς. Οπότε πρέπει να τα κάνω εγώ.

Καταλάβατε; Για να διατηρηθεί το ύφος. Όσο καλή και αν είναι η μετάφραση το ύφος θα χαθεί. Το ύφος που έχω σε μια γλώσσα στην οποία γράφω έτσι. Για τις άλλες γλώσσες δεν με ενδιαφέρει κι ούτε το θέλω. Π.Ρ. : Όταν γράφεις στη μια ή στην άλλη γλώσσα, σιγά σιγά το μυαλό σου αρχίζει να σκέφτεσαι σε αυτή τη γλώσσα; Δηλαδή, έχεις ευκολία να αποδράς από τη μια στην άλλη;

Β.Α. : Όχι δεν έχω καμία ευκολία. Είμαι προσκολλημένος απολύτως σε μια γλώσσα και προτιμώ να βρίσκομαι και στη χώρα της οποίας τη γλώσσα χρησιμοποιώ διότι μ’ αρέσει όταν γράφω ελληνικά να ακούω ελληνικά και στην τηλεόραση. Ξέρετε υπάρχουν ερεθίσματα, πράγματα που μπορεί να φανούν χρήσιμα στο βιβλίο μου. Οπότε είναι καλό να είμαι στη χώρα της γλώσσας Άλλωστε ανάμεσα σε αυτούς που είδα για το καινούργιο βιβλίο είναι ο Ζαν Πιερ Σαζε (Jean-Pierre Changeux) ο οποίος είναι πασίγνωστος ανά τον κόσμο σαν μελετητής του εγκεφάλου. Ίσως είναι το επόμενο γαλλικό Νόμπελ αυτός ο κύριος, ο οποίος είναι ηλικιωμένος και τα λοιπά. Κατάφερα να τον δω και μου είπε το εξής καταπληκτικό, μου λέει, βεβαίως και μαθαίνουμε τη μητρική μας γλώσσα με το αριστερό μέρος του εγκεφάλου, τη γνωστή λεγόμενη περιοχή Broca, αλλά όταν μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα δεν λειτουργεί η ίδια περιοχή, είναι άλλη. Και εν μέρει είναι το δεξί ημισφαίριο που λειτουργεί στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας.

Και μου λέει, είναι δυνατόν κάποιος να πάθει κάποιο ατύχημα και να ξεχάσει τελείως την ξένη γλώσσα και να θυμάται τη μητρική. Ίσως αυτό εξηγείται ότι εγώ δεν σκέφτομαι καθόλου γαλλικά όταν γράφω ελληνικά. Μόνο όταν τελειώσω φαίνεται ότι γίνεται μια αλλαγή κι αποφασίζω ότι από εδώ και μπρος τώρα συγκεντρώνομαι στα γαλλικά. Δεν ξέρω αν έχει σχέση αυτό με τον εγκέφαλο.

Το κοινό : Να ρωτήσω κάτι γενικό μιας και μιλάμε για λέξεις, έχετε ποτέ αισθανθεί ότι οι λέξεις παραμορφώνονται πάρα πολύ, χάνουν το νόημα τους, έτσι όπως το αισθάνεσθε, και, αν ναι, πώς το χειρίζεστε αυτό;

Β.Α. : Μπορείτε να μου δώσετε ένα παράδειγμα;

Το κοινό : Δηλαδή, ο λόγος όπως τον χειρίζεστε, τον χρησιμοποιείται. για να επικοινωνήσετε, αλλά παραμορφώνεται πάρα πολύ. Όταν λέω ουσία εννοώ την αίσθηση.

Π.Ρ. : Εννοείς αν φοβάται ότι η λέξη δεν αποδίδει αυτό που θα ήθελε;

Το κοινό : Δεν είναι ότι φοβάται, είναι αν του συμβαίνει. Αυτό δεν το φοβάσαι, σου συμβαίνει;

Β.Α. : Δεν το βλέπω αυτό σαν πρόβλημα σε σχέση με μια μεμονωμένη λέξη, όχι. Ξαφνιάζομαι μερικές φορές από τα σχόλια για ένα βιβλίο που κάνουν κάποιοι αναγνώστες. Λέω ότι αυτός ο αναγνώστης το έχει διαβάσει το βιβλίο, έχει διαβάσει ένα βιβλίο λίγο διαφορετικό από αυτό που νομίζω ότι έχω γράψει. Συμβαίνει αυτό, ναι.Άρα μήπως είναι μοιραίο αυτό, κάθε αναγνώστης να το βλέπει λίγο διαφορετικά;

Αλλά όσον αφορά τις λέξεις, αυτό που λέτε νομίζω κινδυνεύει να συμβεί με λέξεις, θα έλεγα δύσκολες, σπάνιες και όχι τόσο με λέξεις πολύ απλές.

Εμένα μου αρέσουν οι απλές λέξεις. Καμιά φορά όταν μειώνει κανείς την ένταση του λόγου αποκτά περισσότερη δύναμη παρά αν φορτίζει τις λέξεις. Καταλάβατε;Δηλαδή η λέξη καλός για έναν άνθρωπο είναι προτιμότερη για εμένα από μια λέξη πιο δύσκολη.

Δεν ξέρω αν απαντάω στην ερώτηση σας, αλλά, μιλάτε για τις ψαγμένες λέξεις;

Το κοινό: Μιλάω για τη σύγκρουση ανάμεσα στις λέξεις και στο αίσθημα των λέξεων.

Β.Α. : Εγώ πιστεύω στις λέξεις περισσότερο. Εμένα μου ακούγεται λίγο σαν μύθος αυτό το κλισέ που λέμε, οι λέξεις έχουν φθαρεί, ότι δεν εκφράζουν αυτά, το πελώριο συναίσθημα. Κυρίως αυτά τα λένε οι ερωτευμένοι.

Είναι το γνωστό, πόσο πολύ σε αγαπώ. Μα πόσο πολύ βρε παιδάκι μου; Μετρίασε λιγάκι. Αυτά μπαίνουν σε ένα είδος φλυαρίας. Όχι. Οι λέξεις λένε ακριβώς αυτό που θέλουνε. Προτιμώ άλλωστε τη λέξη συμπαθώ από τη λέξη αγαπώ. Όπως έλεγα πριν, έχω την τάση να μειώνω τα πράγματα.

Αυτό άλλωστε μου θυμίζει την μητέρα μου. Μου είχε πει μια φορά για μια συμμαθήτρια μου: «αυτή νομίζω ότι σε συμπαθεί». Το «συμπαθεί» μου άρεσε και το έχω κρατήσει. Το βρίσκω πολύ καλό.

Το να πεις σε μια γυναίκα, «μου είστε συμπαθής». Νόστιμο το βρίσκω, δεν συμφωνείτε;

Το κοινό: Ξεκινώντας να γράψουμε ένα βιβλίο, ψάχνοντας μια λέξη, η ηρωίδα θα καταλήξει να βρει αυτή τη λέξη, την πρώτη λέξη, η οποία θα εκφράζει ουσιαστικά την ουσία του βιβλίου σας, δηλαδή αν καταλήξει ότι η πρώτη λέξη ήταν η λέξη «κουτάλι», κάτι εντελώς άσχετο με όλο το βιβλίο, μήπως κινδυνεύετε να βρείτε τη λέξη η οποία θα είναι άσχετη με την ουσία του βιβλίου;

Β.Α. : Όχι, κοιτάξτε. Έχετε και δεν έχετε δίκιο. Δεν εξαρτάται το βιβλίο από τη λέξη αυτή. Όχι, η λέξη αυτή είναι η Ιθάκη. Η λέξη αυτή έχει οδηγήσει σε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Όποια κι αν είναι, είναι μια λέξη εξαιρετική. Και κουτάλι να είναι.Να πάει αυτή μετά από ένα ολόκληρο βιβλίο, μια περιπέτεια στον τάφο του αδερφού της και να του πει, έστω για να γελάσουν, ότι η πρώτη λέξη ήταν κουτάλι. Καταπληκτικό το βρίσκω.

Είχα πάρει έναν φίλο και τον ρώτησα έτσι, ο οποίος ήταν και σε διακοπές και του λέω, ποια θα ήθελες εσύ, ποια νομίζεις εσύ, αυθαίρετα τελείως, ότι ήταν η πρώτη λέξη που άρθρωσαν οι άνθρωποι, τέλος πάντων;

Το σκέφτηκε, το σκέφτηκε και ξέρεις τι μου λέει; Ζήτω η Ελλάς.Ότι ξεκινήσαμε από το πουθενά, απ’ τα δέντρα μόλις κατεβήκαμε, και είπε κάποιος ζήτω η Ελλάς; Είναι αριστούργημα. Είναι σαν το κουτάλι που αναφέρατε. Ζήτω η Ελλάς, βέβαια.

Όχι. Είναι μια κοπελίτσα που δουλεύει στο σπίτι και θα παίξει στο χορό της τραγωδίας της Αντιγόνης. Καταλάβατε; Όλα δένουν. Και η Ελλάδα και η κωφάλαλη. Μόνο ελληνικά το γράφουμε. Θα το γράψω μετά, όταν τελειώσω, ναι.

Μα αυτή την αντίθεση την χρησιμοποιώ. Υπάρχει μια ασυνεννοησία ακριβώς επειδή περιγράφω ότι το ένα στη γαλλική νοηματική λέγεται έτσι και στην ελληνική αλλιώς. Αυτό είναι στοιχείο θετικό για το βιβλίο. Το χρησιμοποιώ.Δεν έχω πρόβλημα μετάφρασης της νοηματικής της κοπέλας, στην ελληνική έκδοση η γαλλίδα κουφή να μιλάει στην ελληνική νοηματική. Καταλάβατε; Δεν θα το μεταφράσω αυτό.Δεν ξέρω πόσο θα επεκταθεί ο ρόλος. Θα το δω αυτό. Αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι θα κάνει αυτή η κοπέλα στο δεύτερο μέρος. Θα φύγει από το σπίτι τώρα που πέθανε ο αδερφός, ας πούμε; Δεν έχω ιδέα. Δεν παίρνω μόνος μου όλες τις αποφάσεις. Όταν έχει προχωρήσει το βιβλίο και τα πρόσωπα έχουν κάπως ωριμάσει, μπορούν να σε βοηθήσουν να πάρεις κάποιες σωστές αποφάσεις για αυτά.

Είναι σαν τα παιδιά που σου λένε τι θέλουν να σπουδάσουν. Δεν αποφασίζουν για όλα οι γονείς. Καταλάβατε; Μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία.

Όχι, η κοπέλα αυτή δεν έχει διερμηνέα μέσα στο σπίτι. Πρώτον διότι επικοινωνεί γραπτώς με τον άνδρα ο οποίος όμως έχει μάθει. Κυρίως όμως η γυναίκα του έχει μάθει αρκετά στοιχεία της νοηματικής για να μπορούν να συνεννοηθούν για τρία – τέσσερα πολύ βασικά πράγματα. Δε χρειάζεται διερμηνέα μέσα στο σπίτι. Όχι.

Το κινό: Αν δεν είχες υποσχεθεί στους εκδότες σου ότι κάθε δυο χρόνια ή κάθε τόσο θα έπρεπε να τους έχεις ένα βιβλίο, θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς να γράφεις;

Όχι, θα ήμουν πάρα πολύ δυστυχισμένος. Πάρα πολύ δυστυχισμένος. Δηλαδή μερικές φορές αγανακτώ επειδή πιέζω πολύ τον εαυτό μου, δουλεύω πάρα πολλές ώρες.

Και λέω, «τι ωραία που θα ήταν αν δεν είχα αυτό». Και μόλις το πω αυτό, λέω όχι, είναι λάθος. Θα ήμουν πολύ χειρότερα. Το ίδιο πράγμα νομίζω θα έκανα.

Π.Ρ. : Έφτασε ευτυχώς, η δουλειά αυτή να μπορεί να σε ζει. Στην αρχή όμως όταν δούλευες παράλληλα σαν δημοσιογράφος, έκανες τα μυθιστορήματά σου τα πρώτα και παράλληλα έκανες μια άλλη δουλειά. Ήταν τελείως ξεχωριστό το κομμάτι αυτό για εσένα; Το γράψιμο;

Β.Α. : Ναι ξεχωριστό. Δούλευα και σαββατοκύριακα, δούλευα τη νύχτα, ξενυχτούσα για να μπορέσω να κάνω, διότι αυτό που με ενδιέφερε ήταν το μυθιστόρημα. Είχα μια πάρα πολύ κουραστική ζωή, μια πολύ κουραστική περίοδος, διότι και η δημοσιογραφία έχει πάρα πολλές απαιτήσεις και το μυθιστόρημα φυσικά.

Κάποια στιγμή, όταν έγινα σαράντα χρονών, πήρα διάφορες αποφάσεις, η μία ήταν να χωρίσω και η άλλη ήταν να εγκαταλείψω τη δημοσιογραφία. Να προσπαθήσω να ζήσω από αυτή τη δουλειά. Ήταν ένα στοίχημα.

Αλλά έπρεπε να το κάνω. Δεν ήθελα να περάσουν τα χρόνια και κάποτε να λέω, «ααα τι ωραία βιβλία θα μπορούσα να είχα κάνει, αν είχα αποφασίσει κλπ.» Και είπα κάποια στιγμή ότι αυτές τις αποφάσεις τις παίρνει κανείς, όπως εσύ αποφάσισες να εγκαταλείψεις τη δικηγορία. Είναι το ίδιο πράγμα.

Π.Ρ. : Στο πρώτο βιβλίο είχες γράψει ότι έγινες συγγραφέας για να αρέσεις στα κορίτσια.

Β.Α. : Είναι πιθανό. Εγώ το έχω ξεχάσει και σε παρακαλώ να το ξεχάσεις κι εσύ. Ας το ξεχάσουμε όλοι αυτό.

Το κοινό: Η πλοκή της ιστορίας είναι έμπνευση ή εμπειρία;

Β.Α.: Να σας πω, η λέξη έμπνευση δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς. Ότι όταν πιέσεις πολύ τον εαυτό σου και κλειστείς πολύ έρχονται κάποιες ιδέες; Αυτό είναι έμπνευση; Η έμπνευση θυμίζει ένα φως που κατεβαίνει από το ταβάνι όπως στις καθολικές αγιογραφίες. Κατεβαίνει λοξά από το ταβάνι και πέφτει στα χέρια του αγίου και τα λοιπά. Δεν με βλέπω έτσι. Είναι ένα επάγγελμα. Το δεύτερο σκέλος της ερώτηση ποιο ήταν;

Το κοινό: Είναι εμπειρία;Τα πρόσωπα διαμορφώνουν ένα χαρακτήρα μέσα στο βιβλίο έτσι; Και δεν ξέρετε πώς θα διαμορφωθεί τελικά η πλοκή και μέσα από αυτή την εμπειρία των προσώπων δημιουργείται αναπόφευκτα μια εμπειρία στον εαυτό σας, μέσα από τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Και αυτή η συνέχεια της ιστορίας τελικά θα είναι απόφθεγμα της εμπειρίας των προσώπων ή της προσωπικής σας έμπνευσης;

Β.Α. : Νομίζω ότι ξεχάσατε μια λέξη, την πιο σημαντική. Είναι ένα έργο φαντασίας. Η εμπειρία, η ζωή, όλα αυτά τα πράγματα είναι τριτεύοντα. Είναι έργο φαντασίας. Χωρίς τη φαντασία δεν υπάρχει κανένα βιβλίο. Δεν λειτουργεί τίποτα. Καταλαβαίνετε; Μη συγχέετε τα πράγματα, μη νομίζετε ότι επειδή έχασα τον αδερφό μου και έχω βάλει έναν αδερφό στο μυθιστόρημα, δεν υπάρχει μυθιστόρημα.

Εάν δηλαδή η πραγματικότητα, η εμπειρία που λέτε έπαιζε το ρόλο που υποθέτετε δεν θα έγραφα μυθιστορήματα, θα έκανα τηλεφωνήματα στους φίλους μου. Είναι τελείως άλλο πράγμα. Δεν υπάρχει ούτε μια γραμμή μυθιστορήματος αν δεν υπάρχει φαντασία. Αυτό είναι βασικότατο.

Το κοινό: Έμπνευση.

Β.Α. : Πείτε το εσείς έμπνευση. Φαντασία. Δεν υπάρχει ούτε μία γραμμή, ούτε ένα μυθιστόρημα όσο αυτοβιογραφικό κι αν είναι που γράφεται χωρίς φαντασία. Δεν γίνεται. Δεν υπάρχει λόγος.

Π.Ρ. : Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα με τη λέξη έμπνευση;

Β.Α. : Έχει ένα θρησκευτικό χαρακτήρα.

Π.Ρ. : Η λέξη έμπνευση προϋποθέτει μια πηγή έξωθεν. Ενώ η φαντασία είναι το όνειρο, είναι η μέσα πηγή. Άρα όταν λες έχω τη φαντασία, εννοείς ότι από μέσα σου βγαίνει. Έμπνευση είναι σαν να περιμένεις να έρθει, όχι αναγκαστικά θρησκευτικά, αλλά κάποιος από το ρετιρέ θα σου ρίξει μια έμπνευση. Στα ελληνικά όταν λες έμπνευση αισθάνεσαι ότι από κάπου έρχεται. Ενώ η φαντασία είναι κάτι που βγαίνει από μέσα σου. Αν θες να το πεις κι έτσι κι αλλιώς εντάξει, αυτό είναι θέμα ορισμού.

Β.Α. : Για αυτό με στενοχωρεί η λέξη έμπνευση.Κοίταξε, εγώ πιστεύω ότι υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στο μήκος των φράσεων και τον ρυθμό της αναπνοής, δηλαδή πιστεύω ότι οι άνθρωποι… όχι συγνώμη, το πίστευα, ότι οι άνθρωποι που έχουν πρόβλημα δύσπνοιας κάνουν σύντομες φράσεις για να μπορούν να τις διαβάζουν. Τεράστιο λάθος. Τις μεγαλύτερης φράσεις τις έχει κάνει ο συγγραφέας που έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα άσθματος. Ο Προύστ.

Είχε πρόβλημα με την αναπνοή του ο Προύστ κι όμως οι φράσεις του ήταν μια σελίδα η κάθε μία.

Άρα έχω μπερδευτεί κι εγώ. Δεν μπορώ να σας πω. Εγώ πιστεύω ότι γράφω φράσεις οι οποίες μου επιτρέπουν να αναπνέω. Ότι βάζω τελεία όταν πρέπει να ανασάνω.

Το κοινό: Χρησιμοποιήσατε κάποιο παιδί;

Β.Α. : Κάποιο παιδί; Δεν σ ακούω καλά.

Το κοινό: Ποια ήταν η δική σου πρώτη λέξη;

Β.Α. : Μιλάς για ένα παιδάκι; Καλά αυτά είναι λέξεις που μαθαίνουν τα παιδιά.

Π.Ρ. : Του παιδιού του λένε 600 φορές τη λέξη μαμά προτού καν γεννηθεί. Τι να κάνει κι αυτό;Το τραγικό είναι το παιδί ενός γνωστού μου που έλεγε και τη μαμά και τον μπαμπά, μαμά. Ο μπαμπάς του το είχε πάρει απόφαση.

Το κοινό: Ήθελα να ρωτήσω το εξής. Κατά κανόνα ξεκινάτε ένα έργο χωρίς να ξέρετε το τέλος του ή είναι εξαίρεση αυτό που κάνετε τώρα;

Β.Α. : Όχι, έτσι γίνεται πάντα.

Το κοινό: Σας αρέσει η αγωνία, η διαδρομή, η Ιθάκη δηλαδή

Β.Α. : Ναι αυτό που λέγαμε πριν. Είμαι λίγο και αναγνώστης του βιβλίου μου και θέλω να κρατήσω το ενδιαφέρον μου ζωντανό ως το τέλος.

Το κοινό: Και ένα δεύτερο. Υπάρχουν ήρωες που επανέρχονται στα έργα σας με την έννοια της εμμονής; Από βιβλίο σε βιβλίο υπάρχουν εμμονές με άλλη μορφή που επανέρχονται στα έργα σας;

Β.Α. : Κοιτάξτε, είναι λίγο δύσκολο να το κρίνω αυτό. Η Φρονσουάζ Σαγκάν έχει γράψει ένα μυθιστόρημα όπου χρησιμοποιεί, εσκεμμένα, ήρωες άλλων βιβλίων της οι οποίοι συναντιούνται και τα λοιπά. Έχει γράψει ένα τέτοιο μυθιστόρημα με γνωστούς ήρωες από προηγούμενα έργα της

Εγώ δεν το έχω κάνει αυτό βέβαια. Υπάρχουν όμως ονόματα που χρησιμοποιώ. Πολλές φορές.

Το κοινό: Με την έννοια της εμμονής;

Β.Α. : Όχι. Κοιτάξτε να δείτε, υπάρχει ένα πρόσωπο σε ένα μυθιστόρημα που λεγόταν Έλεγχος ταυτότητας, το οποίο πρέπει να μεταφράσω εγώ. Το έχει μεταφράσει μια μεταφράστρια και δεν μου αρέσει το κείμενο και δεν είναι και γνωστό αυτό.Είναι ένας ηλικιωμένος ο οποίος δεν έχει σπίτι, άστεγος, και ζει σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Και αυτός δεν έχει πού να φάει και κυκλοφορεί στους δρόμους και στις πλούσιες γειτονιές και προσπαθεί να εντοπίσει διαμερίσματα που να γίνεται κάποια γιορτή, κάποιο πάρτι. Και πηγαίνει και χώνεται. Χτυπάει κι αυτός το κουδούνι, μπαίνει μέσα και τρώει μέχρι να τον πάρουν χαμπάρι. Δεν τον ξέρει κανείς. Οι συναντήσεις όπως κάνει το γαλλικό ινστιτούτο ή το Μουσείο Μπενάκη. Πάει, τσιμπάει.Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Τους ξέρουμε. Έχω και τα τηλέφωνά τους. Να με ειδοποιούν.

Ένα τέτοιο πρόσωπο ίσως θελήσω κάποια στιγμή να το ξαναχρησιμοποιήσω. Μου ήταν πολύ αγαπητός αυτός ο κύριος, ο οποίος πάει σε ένα πάρτι και τον τσακώνουν βέβαια και λέει αυτός διάφορα. Είναι ίσως το μόνο πρόσωπο μυθιστορήματος που θα ήθελα να ξαναχρησιμοποιήσω. Να επιστρέψει.

Κοιτάξτε να δείτε, αυτό δεν εξαρτάται από τη γλώσσα, εξαρτάται από το θέμα του έργου. Σας έχω πει όταν είναι ελληνικό το γράφω ελληνικά διότι αισθάνομαι απολύτως καλά μέσα στη γλώσσα, αλλά εξίσου καλά αισθάνομαι αν το έργο είναι γαλλικό και το γράφω γαλλικά. Είναι η γλώσσα σε σχέση με το θέμα.

Τώρα είναι λιγάκι σαν να με ρωτάτε ποια γλώσσα προτιμώ ή ποια γλώσσα ξέρω καλύτερα. Δεν αισθάνομαι άνετα σε καμία γλώσσα. Είναι τεράστιο το πρόβλημα, είναι ένας αγώνας διαρκής με τη γλώσσα.

Και με τις δυο γλώσσες είναι εξίσου δύσκολα. Η έννοια του να είσαι άνετα μέσα στη γλώσσα δεν είναι καθόλου άνετα. Καθόλου. Κοιτάζω συνέχεια το λεξικό, ψάχνω και τα λοιπά και τα λοιπά.

Καταλάβατε; Άλλωστε η έννοια της άνεσης δεν είναι παραγωγική. Δεν θα έκανα τίποτα αν αισθανόμουν άνετα, κάπου, για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------Έχουμε ζήσει κάποια πρόσωπα, κάποια αδέλφια, συγγενείς, θείες και τα λοιπά αλλά έχουμε ζήσει και μέσω ηρώων μυθιστορημάτων. Για εμένα θυμάμαι όταν ήμουν μικρός ο Συρανό ντε Μπερζεράκ ήταν σχεδόν υπαρκτό πρόσωπο. Ο Κόμης Μοντεχρίστο, έχω κλάψει για τον Κόμη Μοντεχρίστο. Πριν κλάψω για οποιονδήποτε ζωντανό εγώ είχα κλάψει και για τον Συρανό και για τον Κόμη Μοντεχρίστο.

Θυμάμαι την κοπελίτσα σε ένα παραμύθι της κόμισσας Ντε Σεγκύρ, την Ροζαλί, η οποία ήταν πάρα πολύ περίεργη και κάθε φορά άνοιγε το κουτί που δεν έπρεπε να ανοίξει και έπεφτε ο πύργος.

Βρε κορίτσι μου άσε το κουτί. Πάλι τα ίδια. Εφιάλτες φοβεροί. Δηλαδή έχουμε ζήσει μέσα από αυτά. Επανερχόμαστε λίγο στο θέμα της διαφορετικής γραμμής ζωής του μυθιστορήματος. Μα έχουμε ζήσει μέσα σε αυτά. Τι θα ήμασταν χωρίς αυτά.

Από τη μια έχουμε το οικογενειακό άλμπουμ με τις φωτογραφίες και από την άλλη έχουμε πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφικά άλμπουμ κλπ. Άλλα πράγματα τα οποία μετράνε πάρα πολύ.

Το κοινό: Μέσα σε ένα μυθιστόρημα, αν είναι βέβαια γνήσιο, πετυχαίνεις να δεις την απόλυτη αλήθεια. Ενώ πλέον με τα ρεπορτάζ που γίνονται μόνο την αλήθεια δεν μαθαίνεις.

Β.Α. : Ναι. Και δεν λειτουργούν κατά τον ίδιο τρόπο. Έχει τελείως άλλη βαρύτητα η γλώσσα του μυθιστορήματος, όταν κανείς τη χειρίζεται σωστά βέβαια, έχει άλλο πράγμα. Το διαβάζεις κατά διαφορετικό τρόπο.

Π.Ρ. : Είναι γεγονός ότι όσο μεγαλώνεις διαβάζεις λιγότερο.

Β.Α. : Κοίταξε να δεις, διαβάζω περισσότερο άσχετα βιβλία. Ή βιβλία σχετικά με αυτό που θα κάνω τώρα.

Π.Ρ. : Άλλο να διαβάζεις βιβλία που αφορούν αυτό που κάνεις. Η ανάγνωση μυθιστορημάτων συμβαδίζει για τους περισσότερους με την νεανική τους ηλικία. Ίσως επειδή έχουν πιο πολύ ανάγκη από αυτόν τον κόσμο. Οι πιο πολύ άνθρωποι, εσείς, δεν ξέρω αλλά σε εμένα συμβαίνει και δεν είναι θέμα χρόνου, το μυθιστόρημα είναι πιο πολύ της νεανικής ηλικίας και όσο περνάνε τα χρόνια τα διαβάσματά σου έχουν σχέση με τους προβληματισμούς σου. Που μπορεί να είναι η έρευνα που κάνεις, κάποιος που ασχολείται με την ιστορία, με την πολιτική, με τη φιλοσοφία, αλλά το να ξεφεύγεις σε ένα κόσμο μυθιστορήματος είναι κάτι που χαρακτηρίζει πιο πολύ τα νεανικά μας χρόνια.

Β.Α. : Αυτό όμως δεν ισχύει για τις γυναίκες. Οι γυναίκες γράφουν κυρίως μυθιστορήματα ενώ οι άνδρες διαβάζουν περισσότερο, ας πούμε, πιο χρήσιμα έργα. Ιστορικό μυθιστόρημα. Έχουν τη βεβαιότητα ότι εκεί τουλάχιστον κάτι θα εισπράξουν. Ενώ το ίδιο το μυθιστόρημα τους φαίνεται ίσως σαν διάλειμμα, σαν φυγή και τα λοιπά.

Π.Ρ. : Να σου κάνω μια προκλητική ερώτηση που την είχα κάνει σε έναν συγγραφέα, με έβρισε πολύ η Νανά αλλά το έκανα από ειλικρίνεια. Ήταν στη Σύρο ένας που παρουσίαζε το βιβλίο του, συμπαθής, και λέω, επειδή εγώ έχω άγχος που δεν διαβάζω, προφανώς έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του φίλου μου του Βασίλη, αλλά αν δεν ήταν φίλος μου ίσως να μην τα είχα διαβάσει.

Και αισθάνομαι ότι έχω πολύ λίγο χρόνο ακόμα στη ζωή μου μπροστά, αισθάνομαι ένα άγχος και υπάρχουν τρομακτικά έργα τα οποία δεν έχω διαβάσει. Από τον Βιργίλιο δεν ξέρω μέχρι ποιόν. Τρομερά έργα που δεν έχω διαβάσει και που αν είχα χρόνο να αφιερώσω θα ήθελα να διαβάσω σε μεγάλη ηλικία τον Δον Κιχώτη που ξέρω ή τέτοια πράγματα.

Γιατί είναι προκλητικό να το λες σε έναν συγγραφέα, γιατί να πάω να αγοράσω ένα Τακόπουλο ή ένα Αλεξάκη και να μην πάω να αγοράσω ένα Θερβάντες που δεν έχω διαβάσει; Εάν ο χρόνος μου είναι μετρημένος.

Εκείνους μου απάντησε, ότι ο σύγχρονος σου έλληνας συγγραφέας θα μιλάει για πράγματα που σε αφορούν περισσότερο.

Εγώ πιστεύω ότι οι μεγάλοι συγγραφείς μιλάνε πάντα για πράγματα που μας αφορούν.Η ο Μαρκ Τουέιν, που ξέχασα πριν.

Β.Α. : Κοίταξε να δεις, διαβάζω λιγότερο από παλιά, αλλά δεν είναι πολλά χρόνια που διάβασα τον Δον Κιχώτη. Δεν είναι πολλά χρόνια και άλλα έργα έτσι. Βεβαίως, θα σου πω οπωσδήποτε να διαβάσεις τον Δον Κιχώτη. Το Άλφα και το Ωμέγα του μυθιστορήματος. Όλα είναι μέσα. Είναι τεράστιο, όμως σε προειδοποιώ ότι είναι πολύ μεγάλο.

Έχω την εντύπωση ότι είμαστε ελάχιστοι άνθρωποι που διαβάσαμε τον Δον Κιχώτη. Διότι εμένα μου έκανε εντύπωση ότι κανείς δεν ήξερε, και όταν το λέω μένουν όλοι άφωνοι, λέω μόνο τον πρώτο τόμο έχετε διαβάσει παιδιά όχι τον δεύτερο. Διότι στον δεύτερο τόμο συμβαίνει κάτι καταπληκτικό.

Που δείχνει πόσο χιούμορ, δηλαδή ο Θερβάντες τα είχε ανακαλύψει όλα. Θα σου πω για ποιο λόγο. Διότι στο δεύτερο τόμο ξαναπαίρνει τους δρόμους ο Δον Κιχώτης με τον Σάντσο Πάντσα, αποφασίζει νέο γύρο κι εκεί που πηγαίνουν κάποιος του πληροφορεί, ο δεύτερος τόμος κυκλοφόρησε μερικά χρόνια αργότερα από τον πρώτο,

Κάποιος τους πληροφορεί ότι έχει κυκλοφορήσει ένας τόμος με τις περιπέτειές τους.Και λένε αυτοί, ποιος τον έγραψε; Που ξέρει σε εμάς τι μας συνέβη αφού δεν ήταν κανείς μαζί μας. Και τους λένε, νομίζουμε, φήμες τώρα, ότι είναι Άραβας. Και λέει ο Δον Κιχώτης, μα αυτοί λένε όλο ψέματα.

Δηλαδή καταλαβαίνεις πόσο ο Θερβάντες έχει ανεβάσει όλο το πρώτο μέρος και ξαφνικά οι ήρωες βρίσκονται θύματα του μυθιστορήματος στο οποίο παίζουν.

Είναι καταπληκτικό. Όλο το δεύτερο μέρος αρχίζει έτσι.Και θέλω να μάθω ποιος είναι. Και λέει σε έναν νεαρό φοιτητή, πρέπει να μου το βρεις αυτό το βιβλίο, διότι με αφορά. Καταλαβαίνετε δηλαδή πόσο καταπληκτικό βιβλίο είναι;

Εντάξει. Αν έχεις το κουράγιο. Βέβαια είναι λίγο φλύαρο. Διότι ο Θερβάντες δίνει ολόκληρες ιστορίες, παραμύθια και τα λοιπά εμβόλιμα.

Δηλαδή βάζει στοιχεία ξένα προς την ιστορία, δεν προχωρεί μόνο την ιστορία, διότι έχει χρησιμοποίηση ένα υλικό λαϊκό από την κουλτούρα τέλος πάντων την Ισπανική.

Εντάξει, είναι λίγο πιο δύσκολο αλλά αξίζει τον κόπο. Ή τουλάχιστον άρχισε από το δεύτερο τόπο.

Π.Ρ. : Εγώ αγόρασα τους δυο αυτούς τόμους και έχω ενοχές που δεν τους διαβάζω.

Β.Α. : Θα περάσεις ωραιότατα. Τώρα αυτό που έλεγε ο Ραπτόπουλος για το σύγχρονο μυθιστόρημα, εντάξει έχει μια κάποια λογική. Ο σύγχρονος συγγραφέας μιλάει για πράγματα της εποχής. Αυτό είναι λιγάκι αυτονόητο.

Κάνει λάθος όμως ο Ραπτόπουλος. Δεν είναι το θέμα που κάνει ενδιαφέρον ένα μυθιστόρημα. Το θέμα δεν είναι αν αναφέρεται στο μετρό της Αθήνας ή στους ολυμπιακούς, στη ζωή και τα λοιπά σημερινά. Όχι. Είναι η γραφή που είναι ενδιαφέρουσα. Το θέμα του βιβλίου είναι η γραφή του.

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Άρα ο Όμηρος, ο Σταντάλ είναι επίκαιροι. Και κάποιος κύριος τάδε, η κύρια τάδε που γράφει σήμερα μια ανοησία είναι ανεπίκαιρη τελείως. Είναι εκτός πραγματικότητας. Άρα είναι θέμα γραφής, όχι θέμα θέματος.

Δεν είναι καλό ένα βιβλίο επειδή αναφέρεται στους Ναπολεόντειους πολέμους και κακό επειδή αναφέρεται σε μια κυριούλα που μένει σε μια γειτονιά και στη ζωή της οποίας δεν συμβαίνει τίποτα. Έτσι δεν είναι;

Το τρίτο στεφάνι είναι σπουδαίο βιβλίο. Όχι, για μένα όχι. Αυτό έλειπε, αστειεύεστε; Μιλάμε για ένα πράγμα τελείως άγνωστο. Και να ήθελε κάποιος, οι εκδότες δεν ξέρουν ποτέ αν θα πουλήσει ή όχι ένα βιβλίο.

Όταν είναι βέβαιοι ότι θα πουλήσει, δεν πουλάει τίποτα. Άλλα το πότε πουλάει είναι ένα μυστήριο και δεν έχει κανένα νόημα. Άλλωστε ο μόνος τρόπος να σεβαστεί κανείς το κοινό είναι να μην το λαμβάνει υπόψη του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος επικοινωνίας με το κοινό. Αυτός είναι. Δηλαδή όσο εγώ σέβομαι τον εαυτό μου, προσπαθώ να κάνω ένα βιβλίο που ειλικρινά να είναι αυτό που, ας πούμε, θα ήθελα να διαβάσω. Τότε μόνο επικοινωνώ με το κοινό μου. Άλλο τρόπο δεν ξέρω.

Να φανταστώ τι; Πού ξέρω εγώ τι θέλουν οι άλλοι; Κανένας δεν το ξέρει.

Κοιτάξτε, είπαμε έχω δυο χρόνια μπροστά μου. Υπάρχει κάποιο όριο.Κοιτάξτε να δείτε. Νομίζω είναι καλό να έχεις προθεσμίες, ιδίως σε αυτή τη δουλειά για να γίνονται τα πράγματα.Γιατί αλλιώς είναι πολύ εύκολο να μη γίνει. Πολύς κόσμος γράφει, αλλά πρέπει να υπενθυμίσω ότι και πολύς κόσμος δεν γράφει.

Είναι δηλαδή εύκολο να μην γράψεις ένα βιβλίο. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς να το αφήσεις, κάποιες ώρες .

Όχι, το μυθιστόρημα είναι κάτεργο. Πρέπει να σηκώνεσαι, όπως έκανε ο Ουγκώ όταν έγραψε τους Άθλιους. Τεσσερισήμισι το πρωί. Αυτή είναι η σωστή ώρα, την ώρα που ξυπνάνε τα πουλιά. Πολύ καλή ώρα είναι αυτή. Εξαιρετική θα έλεγα.

Ναι, κοιτάξτε να δείτε. Μπορεί να ζητήσω μια αναβολή δεκαπέντε ημερών διότι κάτι έχει σκαλώσει. Με βοηθάει αυτή η πίεση, με βοηθά να υπάρχει μια προθεσμία. Καταλάβατε; Διότι αυτή την προθεσμία την ξέρω εγώ από την πρώτη μέρα.Καταλαβαίνετε; Οπότε αρχίζω και κάνω οικονομία χρόνου και βάζω ένα ρυθμό τέτοιο ώστε να γίνει το βιβλίο. Και αυτός ο ρυθμός είναι ωφέλιμος. Είναι χρήσιμος. Χωρίς ρυθμό δεν γίνεται.

Π.Ρ. : Συγγράφεις σε απόλυτη μοναξιά και ησυχία ή μπορείς να γράψεις και με θόρυβο, κόσμο;

Β.Α. : Δεν έχω γράψει ποτέ σε καφενείο, δεν μου αρέσει. Το βρίσκω και λίγο θεατρινίστικο να ανοίξεις τα χαρτιά σου σε ένα καφενείο. Όχι, σπίτι, κλείνομαι, κλείνω το τηλέφωνο. Αυτά. Δεν μπορώ να γράψω με άλλον στο σπίτι. Ακόμη και αν ζούσα σε μεγάλο διαμέρισμα και κάποιος ανοιγόκλεινε τις πόρτες στο βάθος του διαδρόμου δεν θα μπορούσα.

Όταν ήμουν παντρεμένος δηλαδή εκνευριζόμουν πάρα πολύ, τσακωνόμουν με τα παιδιά, με τη γυναίκα μου. Και ένας από τους λόγους που χώρισα ήταν αυτός. Διότι ήμουν και ανυπόφορος. Δηλαδή εγώ περίμενα πώς και τι την Κυριακή να πάνε βόλτα στο δάσος ή οπουδήποτε αλλού για να έχω πέντε ώρες ησυχία.

Το κοινό: Γράφετε στο τέλος των βιβλίων την ημερομηνία που το τελειώσατε;

Β.Α. : Ναι την ημέρα που τελείωσα.

Το κοινό: Γράφετε πότε ξεκινήσατε να γράφετε κάτι;

Β.Α. : Το σημειώνω αυτό στο χειρόγραφο, δεν το βάζω στα βιβλία. Δεν έχει νόημα να βάζω μια ημερομηνία πριν. Καταλάβατε; Σαν να είμαι δρομέας και πρέπει να κάνω κάποιο χρόνο.

Το κοινό: Σαν ημερολόγιο

Β.Α. : Εγώ ξέρω. Στο χειρόγραφο μου το βιβλίο στην πρώτη σελίδα υπάρχει η ημερομηνία.

Π.Ρ. : Υπάρχουν μερικοί όπως ας πούμε ο Μπέργκμαν που έγραφε τα σενάρια του σε ορισμένο τύπο χαρτιού. Ο Μπέργκμαν έψαξε μια βιομηχανία που έκλεινε και πήρε τα 800 τελευταία μπλοκ για να μπορεί να συνεχίσει να γράφει στα ιδιά. Εσύ έχεις κάποια τέτοια μανία με τα μολύβια, με τις γομολάστιχες;

Β.Α. : Ναι ναι έχω μανία με ορισμένα μολύβια, ούτε πολύ μαλακά ούτε πολύ σκληρά, τα ΗΒ, και με το χαρτί γραφομηχανής. Πάντα έτσι δούλευα, γράφω αποκλειστικά από τη μία όψη φυσικά. Και μου αρέσει να είναι αυτό το πακέτο των πεντακοσίων φύλλων. Αυτό. Τα έχουν λίγο αλλάξει τώρα διότι τα χρησιμοποιούν και για φωτοκόπιες τα ίδια χαρτιά. Δεν είναι ακριβώς τα ίδια που ήταν παλιά. Το σκέτο χαρτί. Κάτι έχουν αλλάξει. Αλλά εν πάση περιπτώσει μου αρέσει να έχω αυτό το τούβλο δίπλα μου.

Π.Ρ. : Χωρίς ρίγες.

Β.Α. : Χωρίς ρίγες. Και κάνω και μικροσκοπικά γράμματα για να χωράει όσο γίνεται περισσότερο κείμενο στην ίδια σελίδα που έχω μπροστά μου. Να έχει πολλές σκηνές, πολλούς διαλόγους, να έχω το μάξιμουμ του κειμένου μπροστά μου.

Π.Ρ. : Και μετά τα περνάς σε γραφομηχανή αυτά;

Β.Α. : Όταν τελειώσει ένα κεφάλαιο και θεωρώ ότι είναι σωστό, το χτυπάω στη μηχανή. Κάνω πολλές αλλαγές πάλι. Αλλά όταν τελειώσει η δαχτυλογράφηση και οι διορθώσεις στη δαχτυλογράφηση, πια σχεδόν αυτό είναι έτοιμο.

Π.Ρ. : Αλλά μιλάμε γραφομηχανή, γραφομηχανή.

Β.Α. : Γραφομηχανή, γραφομηχανή.

Π.Ρ. : Με κορδέλα.

Β.Α. : Ναι με κορδέλα όπως στις αστυνομικές ταινίες.

Π.Ρ. : Δεν σκέφτηκες να περάσεις στο κομπιούτερ.

Β.Α. : Όπως στο γεράκι της Μάλτας. Ακριβώς έτσι.

Π.Ρ. : Δεν σκέφτηκες να περάσεις σε κομπιούτερ.

Β.Α. : Όχι, γιατί είναι δουλειά που πρέπει να γίνεται αργά. Είναι, πώς να στο πω βρε παιδί μου, είναι μαστορέματα.

Ξέρω ότι θα έκανα πιο γρήγορα αν έγραφα σε κομπιούτερ και για αυτό δεν γράφω σε κομπιούτερ. Μου έχουν πει, θα κέρδιζες χρόνο, μα δεν θέλω να κερδίσω χρόνο. Σε αυτό τον τομέα πρέπει να χάνεις χρόνο, όχι να κερδίζεις. Αλλιώς δεν γίνεται αυτό. Αν έκανα μετάφραση, αν έκανα μόνο αυτό ή εκείνο θα δούλευα έτσι.

Το κοινό: Αν σκεφτούμε πως σε ό,τι θέλετε να κάνετε δεν ενδιαφέρεστε για το τι θα αρέσει στο κοινό. Κοιτάτε αυτό που θα αρέσει σε εσάς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είστε ειλικρινής άρα και ειλικρινής με το μυθιστόρημα σας.

Β.Α. : Ναι.

Π.Ρ. : Γι’ αυτό λέω ότι είναι ευτύχημα ότι ζει από αυτή τη δουλειά.

Β.Α. : Κοιτάξτε, όταν τελειώσω το βιβλίο, δημοσιευθεί, κυκλοφορήσει, βεβαίως θα ήθελα και χαίρομαι όταν έχει επιτυχία. Αλλά δεν έχω κάνει εγώ τίποτε για αυτό. Καταλαβαίνετε; Και είναι μια έκπληξη. Άλλωστε το τελευταίο βιβλίο έγινε πελώρια επιτυχία.

Π.Ρ. : Αυτό κι εμένα μου έκανε εντύπωση. Στην Ελλάδα ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα εναντίον του Αγίου Όρους και να πουλήσει όσο δεν έχει πουλήσει κανένα.

Β.Α. : Με τους προσωκρατικούς και τα λοιπά, δύσκολο. Έφτασε εξήντα χιλιάδες αντίτυπα σε ένα χρόνο. Για την Ελλάδα και για βιβλίο όχι λαϊκό μυθιστόρημα. Ένα βιβλίο διαφορετικό.

Το κοινό: Τι γνώμη έχεις για τα μαθήματα δημιουργικής γραφής που αρχίσαν στην Αμερική; Δηλαδή, όταν μιλάμε για φαντασία, είναι δυνατόν να πάει κάποιος και να μάθει δημιουργική γραφή;

Β.Α. : Όχι, μπορεί να μάθει να αποφεύγει κάποια λάθη. Ή μπορεί να κάνει κάποιες ασκήσεις που θα μάθει να χρησιμοποιεί περισσότερο τη φαντασία του. Κατάλαβες; Μπορείς κάποια πράγματα να μάθεις. Έχω κάνει κι εγώ μια φορά δυο σεμινάρια.

Π.Ρ. : Ο Βασίλης είχε ανοίξει τον τηλεφωνικό κατάλογο σε ένα σεμινάριο.

Β.Α. : Ναι, τους έδωσα μια σελίδα.

Π.Ρ. : Πιάστε μια σελίδα, ξέρω ‘γω, «Βακαλόπουλος», τι επάγγελμα λέει πλάι, «οδοντίατρος» και διεύθυνση, «Παγκράτι». Και φτιάξτε ιστορίες με αυτούς τους ανθρώπους.

Β.Α. : Με μία σελίδα. Είχα δώσει την ίδια σελίδα τηλεφωνικού καταλόγου σε όλους τους μαθητές. Σε μια σελίδα τηλεφωνικού καταλόγου έχεις κάποια επαγγέλματα, έχεις ένα μεσίτη, έχεις ένα οφθαλμίατρο, έχεις κάποιον που έχει δυο σπίτια.

Και λες τώρα, αυτός ας πούμε που είναι οδοντογιατρός και λες, η γυναίκα του ξέρει τι συμβαίνει στην άλλη διεύθυνση, δεδομένου ότι είναι δίπλα σε μια κυρία τάδε, κομμώτρια;

Βρίσκεις και την κομμώτρια. Οπότε φτιάχνεις και μια ιστορία. Ο οδοντογιατρός, η κομμώτρια χάνονται. Το γκαράζ, έχεις κι ένα γκαράζ. Οπότε βεβαίως και υπάρχει ένα μικρό διήγημα σε κάθε σελίδα του τηλεφωνικού καταλόγου. Βεβαίως.

Το κοινό: Εγώ εννοούσα αν μπορεί να γίνει συγγραφέας κάνοντας απλώς το μάθημα αυτό.

Β.Α. : Ε όχι συγγραφέας.

Π.Ρ. : Γιατί, όσοι κάνουν μάθημα φωτογραφίας γίνονται φωτογράφοι;

Β.Α. : Μπορείς όμως να μάθεις κάποια πράγματα. Ότι δεν πρέπει να ξεκινάς ένα βιβλίο με ένα προσωπικού σου πρόβλημα. Ότι είναι λάθος αυτό. Λάθος τραγικό. Ότι το βιβλίο δεν είναι ψυχανάλυση, ότι δεν είναι τηλεφώνημα, ότι πρέπει να επινοήσεις, η φαντασία μου λέω εγώ, μια ιστορία. Κάτι πρέπει να επινοήσεις. Από εκεί και πέρα θα βγουν και τα προσωπικά, θα βγουν χίλια πράγματα. Όχι μόνο τα δικά σου προσωπικά, και των άλλων και τα λοιπά.

Αλλά πρέπει να επινοήσεις βρε παιδί μου. Δεν γίνεται αλλιώς.

Εγώ, αν δεν είχα βρει την πρώτη λέξη, δεν θα μπορούσα να κάνω αυτό το βιβλίο. Ούτε να μιλήσω για αυτό το πράγμα.

Το κοινό: Το γράψιμο είναι εκτόνωση για εσάς;

Β.Α. : Τι είναι;

Το κοινό: Εκτόνωση.

Β.Α. : Όχι, το αντίθετο. Είναι άγχος πελώριο. Εκτόνωση; Τελείως το αντίθετο. Αστειεύεστε;

Μα τι φαντάζεσαι; Ότι υπάρχει μια τρύπα στο ταβάνι μου; Πώς το έχετε δει έτσι; Πουθενά δεν μπαίνει ο ήλιος έτσι. Εγώ είμαι ένα είδος δημοσίου υπαλλήλου.

Είμαι από μόνος μου ένα υπουργείο. Είναι ένα κομφούζιο. Ποια εκτόνωση;

Το κοινό: Αντιδράτε στη σημερινή εποχή ή συμπάσχετε;

Β.Α. : Αυτό δεν είναι ερώτηση που μπορώ να απαντήσω.Να συμπάσχω με τι; Με ποιόν να συμπάσχω; Με τον Παυλίδη, αυτόν που απολογείται συνέχεια;

Το κοινό: Για αυτό είπα σαν εκτόνωση.

Β.Α. : Μη μεταφέρετε το μυθιστόρημα στον πραγματικό κόσμο. Το μυθιστόρημα είναι ένας κόσμος άλλος. Καταλάβατε; Είναι ένας κόσμος άλλος. Αυτό. Τον οποίο εγώ ζω, οπότε μη μου λέτε τώρα.

Το κοινό: Μέσα από το μυθιστόρημα μπορείς να πεις μεγάλες αλήθειες. Αυτό θέλω να πω.

Β.Α. : Βεβαίως. Συμφωνούμε απόλυτα.